Η συζήτηση για την ψηφιακή διακυβέρνηση στην Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα, πιο ώριμη φάση. Δεν συζητάμε πλέον για το αν θα γίνονται όλα ψηφιακά –αυτό έχει σχεδόν κατακτηθεί– αλλά για το πώς τα ψηφιακά δεδομένα θα υπηρετούν τη δημοκρατία.

Η διαφάνεια επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι ως αφηρημένη πολιτική αξία, αλλά ως τεχνολογικό και θεσμικό ζητούμενο.

Η πρόσφατη πρόταση του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα για την ενίσχυση της διαφάνειας στο κράτος έρχεται ως αντιπρόταση στον κυβερνητικό σχεδιασμό για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, άλλοτε συγκλίνοντας και άλλοτε αποκλίνοντας με αυτόν.

Το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα και η Ομάδα Ψηφιακής Πολιτικής κατέθεσαν την πρόταση με τίτλο «Διαφάνεια», περιγράφοντας μια κεντρική ψηφιακή πλατφόρμα που θα λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα εποπτείας για το δημόσιο χρήμα.

Πρόσφατα δε ο Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος, Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ανέφερε πως σχεδιάζεται η νέα-ΔΙΑΥΓΕΙΑ. Στόχος της νέας-ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ, η οποία ήδη βρίσκεται στα σκαριά, θα είναι η μετατροπή των δεδομένων σε γνώση και της γνώσης σε δημόσια αξία.

Τι κομίζει η πρόταση Τσίπρα;

Σήμερα, για να ελέγξει κάποιος μια δαπάνη, πρέπει να συνδυάσει χειροκίνητα στοιχεία από το ΚΗΜΔΗΣ (συμβάσεις), το ΕΣΗΔΗΣ (διαγωνισμοί) και τη ΔΙΑΥΓΕΙΑ (πληρωμές). 

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Τσίπρα, το θεμελιώδες πρόβλημα που αφορά τον σημερινό κατακερματισμό των πληροφοριών. Οι διάφορες πλατφόρμες (ΔΙΑΥΓΕΙΑ, ΚΗΜΔΗΣ, ΕΣΗΔΗΣ, κλπ.) δεν είναι διαλειτουργικές και δεν υπάρχει ενιαίο «ψηφιακό ίχνος» (audit trail) για τις δημόσιες δαπάνες. Η πρόταση για την «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» στοχεύει να ενοποιήσει αυτά τα δεδομένα. Αξιοποιώντας μεγάλα δεδομένα και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στοχεύει να παρακολουθεί όλα τα στάδια μιας δημόσιας σύμβασης, από τη διακήρυξη μέχρι την τελική πληρωμή, σε πραγματικό χρόνο.

Πρόκειται στην ουσία για μια ψηφιακή υποδομή ενσωμάτωσης, όπου θα αντλεί αυτόματα δεδομένα από τα υφιστάμενα συστήματα, θα τα εμπλουτίζει, θα τα οπτικοποιεί και θα τα καθιστά πλήρως προσβάσιμα σε πολίτες, δημοσιογράφους, ελεγκτικούς μηχανισμούς κλπ. Προβλέπεται χρήση ανοικτού λογισμικού και διάθεση API / ανοικτών δεδομένων, ώστε να διασφαλίζεται η τεχνολογική ανεξαρτησία του δημοσίου.

Οι βασικοί σκοποί της προτεινόμενης «Διαφάνειας» συνοψίζονται στα εξής σημεία:

  • Κοινωνικός έλεγχος: οι πολίτες αποκτούν δυνατότητα να παρακολουθούν τη ροή του δημόσιου χρήματος σε πραγματικό χρόνο, μετατρέποντας τα δεδομένα σε γνώση ελέγχου
  • Ψηφιακό ίχνος δεδομένων: δημιουργείται ένα αξιόπιστο, αμετάβλητο μονοπάτι (data lineage) για κάθε δημόσια δαπάνη, απαραίτητο για εσωτερικούς και δικαστικούς ελέγχους σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο
  • Ενεργητική πρόληψη της απάτης: η πλατφόρμα ενσωματώνει δείκτες κινδύνου (red flags) για να ανιχνεύει αυτόματα καταχρηστικές απευθείας αναθέσεις, υπερκοστολογήσεις, τεχνητό τεμαχισμό έργων κ.ά.
  • Δυναμική διακυβέρνηση: μεταβάλλεται η στατική δημοσιοποίηση στοιχείων σε συνεχή, τεκμηριωμένη και προληπτική εποπτεία από τους θεσμούς και την κοινωνία

Το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα υποστηρίζει πως ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί, αλλά απαιτείται θεσμικό πλαίσιο, με σαφείς συνέπειες για τη μη συμμόρφωση και με ανεξάρτητο φορέα εποπτείας που θα επιβάλλει τη διαφάνεια και θα λογοδοτεί δημόσια. Όπως αναφέρει, «η ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ δεν είναι ένα ακόμη τεχνικό έργο ψηφιακού μετασχηματισμού. Είναι μια πολιτική επιλογή για τη δημοκρατική λογοδοσία». Σε πρακτικό επίπεδο, η ομάδα του Ινστιτούτου εκτιμά ότι η υλοποίηση είναι εφικτή μέσα σε δύο περίπου χρόνια, δεδομένου ότι «τα δεδομένα υπάρχουν, τα εργαλεία υπάρχουν, η τεχνογνωσία υπάρχει».

Η «Νέα ΔΙΑΥΓΕΙΑ»: Κατανοώντας το Κράτος

Σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων, Δημοσθένη Αναγνωστόπουλο, η ΔΙΑΥΓΕΙΑ, μετά από 15 χρόνια λειτουργίας και δισεκατομμύρια αναρτήσεις, αντιμετωπίζει ένα δομικό πρόβλημα. Προσφέρει μεν δημοσιότητα, αλλά όχι κατανόηση. Ο μέσος πολίτης χάνεται σε έναν ωκεανό 30.000 αναρτήσεων ημερησίως. Η απάντηση της κυβέρνησης είναι η «Νέα ΔΙΑΥΓΕΙΑ», η οποία σχεδιάζεται με στόχο να μετατρέψει τα δεδομένα σε «δημόσια αξία» μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι βασικοί πυλώνες της νέας προσέγγισης είναι:

  • Αυτόματη Μετάφραση στη «Γλώσσα του Πολίτη»: Χρήση AI για την απλοποίηση της ξύλινης διοικητικής γλώσσας, ώστε οι αποφάσεις να γίνονται κατανοητές από τον μη ειδικό.
  • Εντοπισμός Μοτίβων: Εργαλεία που θα αναλύουν παραμέτρους (π.χ. δαπανών) για να εντοπίζουν τάσεις.
  • Δείκτες Λογοδοσίας: Εξαγωγή στατιστικών δεικτών που θα επιτρέπουν τη συγκριτική αξιολόγηση των φορέων.
  • Η φιλοσοφία εδώ είναι σαφής: Η διαφάνεια ως εργαλείο κατανόησης και ενημέρωσης. Το κράτος να συμβάλλει στην κατανόηση των δημοσίων δεδομένων από τους πολίτες.

Σύμφωνα με τη «Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού», η κυβερνητική πολιτική μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την απλή ψηφιοποίηση στη «Διακυβέρνηση μέσω Δεδομένων» (Data-driven Governance). Βασικός άξονας δεν είναι πλέον η τυπική δημοσιότητα, αλλά η δημιουργία προστιθέμενης αξίας μέσω της διαλειτουργικότητας και της σημασιολογικής ανάλυσης.

Η στρατηγική εστιάζει στην εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Ανοικτά Δεδομένα και στη χρήση προηγμένων τεχνολογιών (AI, NLP) για την εξαγωγή γνώσης από τον τεράστιο όγκο αδόμητης πληροφορίας που φιλοξενεί η Διαύγεια. Στόχος είναι η δημιουργία θεματικών «Χώρων Δεδομένων» (Data Spaces) που θα τροφοδοτήσουν την οικονομία και την έρευνα, αντιμετωπίζοντας τη διαφάνεια όχι ως έναν γραφειοκρατικό έλεγχο, αλλά ως μοχλό για τη λήψη αποφάσεων και την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών.

Η οικονομία της διαφάνειας

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η «γνώση είναι δημόσια αξία». Μέσω της ανάλυσης δαπανών που υπόσχεται η νέα Διαύγεια, θα μπορούν να γίνουν συγκρίσεις (benchmarking) μεταξύ φορέων, οδηγώντας σε εξορθολογισμό εξόδων. «Γιατί ο Δήμος Α αγοράζει το χαρτί ακριβότερα από τον Δήμο Β;».

Το Ινστιτούτο Τσίπρα εστιάζει στο κόστος της διαφθοράς. Η πρόταση «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ» στοχεύει στις απευθείας αναθέσεις και τις υπερκοστολογήσεις.

Η τεχνητή νοημοσύνη στη δημόσια διοίκηση

Η είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης στη δημόσια διοίκηση είναι μονόδρομος. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο και με τι στόχους θα υλοποιηθεί.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει μια τεχνητή νοημοσύνη με στόχο να παράξει αξία και να διευκολύνει την καθημερινότητα και την επιχειρηματικότητα. Από την άλλη, το Ινστιτούτο Τσίπρα εστιάζει με την πρότασή του στην θωράκιση του δημοσίου συμφέροντος.

Ειδικότερα, η κυβέρνηση προκρίνει ένα μοντέλο «Soft AI» με εργαλεία που διευκολύνουν, εξηγούν και αναλύουν, χωρίς όμως να παρεμβαίνουν επιθετικά στις διαδικασίες. Είναι μια προσέγγιση φιλική προς τον χρήστη και τη διοίκηση. Το Ινστιτούτο Τσίπρα προτείνει ένα μοντέλο «Hard AI». Εργαλεία που ελέγχουν, διασταυρώνουν και χτυπάνε καμπανάκια.

Η ενσωμάτωση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης φαίνεται πως εγείρει κάποιες φορές πολιτικές συγκρούσεις με κατεστημένες νοοτροπίες.

Η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα

Η Βίβλος του Ψηφιακού Μετασχηματισμού