«Οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να εθνικοποιήσουν τις εκλογές». Η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ στο podcast του πρώην αναπληρωτή διευθυντή του FBI, Νταν Μποντζίνο, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων αναφορικά με τους σχεδιασμούς του Λευκού Οίκου, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες θα κρίνουν τη σύνθεση των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Ανατροπές
«Οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να πουν: Θέλουμε να αναλάβουμε τον έλεγχο των εκλογών σε τουλάχιστον δεκαπέντε μέρη», πρόσθεσε ο αμερικανός πρόεδρος, και βρήκε την ευκαιρία να αναφερθεί στην επιδρομή του FBI στην κομητεία Φούλτον, της Τζόρτζια, λέγοντας ότι «θα δείτε μερικά ενδιαφέροντα πράγματα να έρχονται από εκεί». Η αναφορά κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, καθώς έρχεται σε διάστημα λιγότερο από μία εβδομάδα αφ’ ότου το FBI πραγματοποίησε έρευνες σε εκλογικά κέντρα της προαναφερθείσας περιοχής και κατέσχεσε ψηφοδέλτια και άλλα αρχεία από τις προεδρικές εκλογές του 2020.
Ακολουθεί μάλιστα μια σειρά από νομοθετικές πρακτικές οι οποίες έχουν σκοπό, να υποκαταστήσουν το αποκεντρωμένο σύστημα συγκέντρωσης και διαλογής των ψήφων με έναν ενιαίο μηχανισμό, που θα βρίσκεται υπό ομοσπονδιακό –και άρα κυβερνητικό- έλεγχο.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης άρχισε να ζητεί λεπτομερείς εκλογικούς καταλόγους από τις αρχές των πολιτειών. Η πρακτική παραβιάζει ευθέως τις προβλέψεις του αμερικανικού Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι αρμόδιες για την εκλογική διαδικασία είναι οι πολιτείες. Μέχρι σήμερα, από τις 44 συνολικά πολιτείες που έχουν λάβει σχετικό αίτημα, έντεκα έχουν συναινέσει, ενώ 24 βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη με το υπουργείο, κατόπιν άρνησής τους να συμμορφωθούν.
Προηγήθηκε τον Μάρτιο, μια εκτελεστική διαταγή η οποία επιφόρτιζε την Επιτροπή Συνδρομής της Εκλογικής Διαδικασίας (EAC), με το καθήκον της συλλογής εγγράφων που να αποδεικνύουν την υπηκοότητα των εκλογέων. Η συγκεκριμένη απόφαση απορρίφθηκε ωστόσο από τις δικαστικές αρχές διαφορετικών πολιτειών (Μασαχουσέτη, Βιρτζίνια, Ουάσιγκτον κ. α), 22 εκ των οποίων συνασπίστηκαν, καταθέτοντας προσφυγές για την ακύρωσή της.
H επίσημη αιτιολογία πίσω από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν είναι άλλη από τους ισχυρισμούς περί νοθείας για τις εκλογές του 2020, τους οποίους ο Τραμπ συνεχίζει να αναπαράγει, δίχως καμία απόδειξη. «Μετανάστες εξαγοράστηκαν για να ψηφίσουν παράνομα. Και είναι παράλογο, ότι οι ίδιοι οι Ρεπουμπλικανοί δεν είναι πιο σκληροί με το όλο ζήτημα», τόνισε, και προειδοποίησε αναφερόμενος στις επικείμενες εκλογές ότι «αν δεν εντοπιστούν [σ. σ. οι μετανάστες] το κόμμα δεν θα νικήσει ποτέ ξανά σε εκλογές».
Αξίζει να σημειωθεί ότι όπως αποκάλυψαν οι New York Times, μια ημέρα μετά την έρευνα στη Τζόρτζια, ο αμερικανός πρόεδρος είχε επικοινωνία με τους πράκτορες που συμμετείχαν στην επιχείρηση, ύστερα από πρωτοβουλία της Τούλσι Γκάμπαρντ, επικεφαλής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (DNI), η οποία συναντήθηκε με τα στελέχη του FBI. «Η Γκάμπαρντ χρησιμοποίησε το κινητό της τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με τον Τραμπ, έξω από κάθε συνήθη διαδικασία επιβολής του νόμου», σημειώνουν οι ΝΥΤ που κάνουν λόγο για «νέο επίπεδο προεδρικής παρέμβασης στη Δικαιοσύνη».
Δεδομένα και προβλέψεις
Που μπορεί να αποδοθεί η πρόθεση του αμερικανού προέδρου να αλλάξει τους εκλογικούς κανόνες με τόσο άμεσο τρόπο, αγνοώντας κάθε είδους αντίδραση από την αντιπολίτευση αλλά και από το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Θουν έχει ήδη εκφράσει την αντίθεσή του); Η μία εξήγηση σχετίζεται με το ταμπεραμέντο του Tραμπ, και την προσωπική εμμονή του να μείνει στην Ιστορία ως ο νόμιμος νικητής των εκλογών του 2020.
Ωστόσο πρόκειται για ερμηνεία ανεπαρκή, η οποία παραβλέπει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, προμηνύονται δύσκολη δοκιμασία για το κόμμα του Τραμπ. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν ισχνή πλειοψηφία στο Κογκρέσο και οι ενδιάμεσες εκλογές έρχονται μετά από μια σειρά αρνητικών εκλογικών αποτελεσμάτων σε κομβικούς δήμους (Νέα Υόρκη, Μαϊάμι) και πολιτείες (Βιρτζίνια, Νιου Τζέρσεϊ).
Τελευταίο πλήγμα, η κατίσχυση του Δημοκρατικού, Τέιλορ Ράμετ, στη Γερουσία του Τέξας, με τον εκλεγέντα να εκπροσωπεί μάλιστα την 9η εκλογική περιφέρεια, η οποία μόλις έναν χρόνο πριν -στις προεδρικές εκλογές του 2024- έδωσε προβάδισμα 17 ποσοστιαίων μονάδων στον Τραμπ. Πολλοί ειδικοί χαρακτηρίζουν το γεγονός απόδειξη της ικανότητας μερίδας των Δημοκρατικών, να διεισδύσουν στο κοινό του Τραμπ, με βασικό επιχείρημα, την αύξηση του κόστους ζωής.
«Σε μια περιοχή όπου ο Τραμπ έχει προβάδισμα 17 ποσοστιαίων μονάδων και οι Ρεπουμπλικανοί τα δίνουν όλα, μπορούμε να νικήσουμε», σημείωσε ο επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος, Κεν Μάρτιν. Στο ίδιο -ανησυχητικό για τους Ρεπουμπλικανούς- συμπέρασμα, καταλήγουν αρκετοί συντηρητικοί πολιτευτές και δημοσκόποι, περιγράφοντας με ευκρίνεια τον φόβο που διέπει τον Λευκό Οίκο και τα κίνητρά του.





