Μία βόλτα στην Αθήνα αρκεί για να αποκαλύψει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Μεγάλες και σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες -διεθνών συμφερόντων-, στις υποβαθμισμένες γειτονιές της, ολόκληρες πολυκατοικίες -πολλές φορές και οικοδομικά τετράγωνα-, παραδομένες στο δέλεαρ του εύκολου χρήματος που προσφέρει το airbnb, εστιατόρια που ανοίγουν -και κλείνουν- το ένα μετά το άλλο με ποιότητα αντιστρόφως ανάλογη των τιμών. Κάτοικοι και επιχειρηματίες απροστάτευτοι μπροστά στην στεγαστική κρίση, που πιέζονται ολοένα και περισσότερο να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα μαγαζιά τους εξαιτίας των υψηλών ενοικίων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι επιχειρήσεις που κατορθώνουν να μένουν όρθιες πραγματοποιούν έναν άθλο. Πόσο μάλλον εκείνες που έχουν αντέξει, με «σώφρονα διαχείριση», εμμονή στην ποιότητα και πολλή δουλειά, για περισσότερα από 100 χρόνια.
Σε αυτά τα αιωνόβια καταστήματα έχει γραφτεί η ιστορία της καθημερινής ζωής στην πρωτεύουσα και γι’ αυτό πάντα αισθανόμαστε ένα δέος όταν περνάμε τις πόρτες τους. Η ιστορία άλλωστε, δεν γράφεται μόνο από τα σπουδαία γεγονότα, αλλά και από το τι φοράμε, τι τρώμε και πώς διασκεδάζουμε.

Η Στοά των Εμπόρων, η οποία αποτελεί σύμβολο της εξαφάνισης του μικρο-εμπορίου και της δεξιοτεχνίας. (EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)
Οι ιδιοκτήτες αυτών των καταστημάτων, τρίτης, τέταρτης, ακόμη και πέμπτης γενιάς επιχειρηματίες, κουβαλούν το βάρος της συνέχισης τους και της διατήρησης της παρακαταθήκης των προγόνων τους. Από την μπουτίκ που έφερε το prêt-a-porter στην Ελλάδα, τον οίκο που έντυσε με μινωικά υφάντα τις πριγκίπισσες της Ευρώπης και την Τζάκι Κένεντι, το εργαστήριο που σχεδίασε τις πρώτες μπαλαρίνες για τα κορίτσια των «καλών οικογενειών» της πόλης και την ταβέρνα με τις τρύπες από τις σφαίρες των Δεκεμβριανών στους τοίχους, αυτές είναι οι διευθύνσεις που αντέχουν στο πέρασμα των χρόνων.
Αλεξανδράκης, το κατάστημα που έντυνε τον Ελευθέριο Βενιζέλο
Αθήνα, 1860. Αμαξιτοί δρόμοι συνδέουν για πρώτη φορά την πρωτεύουσα με την υπόλοιπη Ελλάδα και η εμπορική καρδιά της πόλης μετατοπίζεται οριστικά από την Πλάκα προς την Αιόλου και την Ερμού. Μια πόλη – ακόμη και τότε-, γεμάτη αντιθέσεις καθώς στα στενά της συνυπάρχουν αρμονικά, τουρκικά μαγαζιά με γαλλικής φιλοσοφίας καφενεία, άνθρωποι που κυκλοφορούν με φουστανέλες ή βράκες και άλλοι ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας. Βασιλιάς είναι ο Όθωνας.
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του το κατάστημα που αργότερα, όλοι οι Αθηναίοι θα γνωρίσουμε με το όνομα «Αλεξανδράκης». «Ο παππούς μου, που από το 1890 ήταν υπάλληλος, αγόρασε την επιχείρηση το 1907. Το 1933 τη μετέφερε στην διεύθυνση που βρίσκεται τώρα, στην Ερμού 27» μας διηγείται η σημερινή ιδιοκτήτρια, Κατερίνα Αλεξανδράκη.

Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης στο κατάστημά του.
«Ξέρετε, τότε δεν υπήρχε το prêt-a-porter στην Ελλάδα, οπότε σε εμάς έρχονταν όσοι ήθελαν έτοιμα ρούχα από τις μπουτίκ του εξωτερικού. Πελάτης, και στενός φίλος του παππού μου ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ερχόταν ειδικά και για τα μάλλινα, μακρυά εσώρουχα που εισαγάγαμε στην αγορά, τα οποία προστάτευαν από το κρύο».
Αργότερα, εκτός από ανδρικά κοστούμια, η μπουτίκ άρχισε να προσφέρει και έτοιμα γυναικεία ενδύματα, οπότε η πελατεία διανθίστηκε με ονόματα όπως εκείνα της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Κυβέλης και αργότερα της Αμαλίας Καραμανλή και της Βασίλισσας Σοφίας της Ισπανίας.
Ακόμη και τη μαύρη περίοδο της Κατοχής κατόρθωσε η επιχείρηση να αντέξει, παρά την επίταξη από τους Γερμανούς και το γεγονός ότι και τα έξι παιδιά του Δημήτρη Αλεξανδράκη πήγαν στον πόλεμο -και επέστρεψαν.

Κατάστημα Αλεξανδράκης
Σήμερα, ο «Αλεξανδράκης» παραμένει ο απόλυτος προορισμός για όσες Αθηναίες θέλουν να βρουν, πάνω από όλα ποιότητα, αλλά και ένα ρούχο που να ξεχωρίζει από εκείνα της μαζικής παραγωγής: «Ταξιδεύουμε τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο στο εξωτερικό, Παρίσι, Μιλάνο, ψάχνοντας οίκους “niche”, δηλαδή να μην είναι ερεώς γνωστοί, αλλά να έχουν κάτι να πουν. Και αυτό είναι που εκτιμούν και οι νέες κοπέλες που μας επισκέπτονται, οι περισσότερες κόρες και εγγονές μεγαλύτερων πελατισσών μας» μας λέει η κ. Αλεξανδρή.
Ένας επιπλέον, σημαντικός λόγος για να περάσει κάνει το κατώφλι του καταστήματος είναι για να θαυμάσει την αισθητική του, φερμένη από μια άλλη εποχή. Στεγασμένο στο κτίριο που σχεδίασε ο Στάμος Παπαδάκης, εμπνευσμένος από τη σχολή Bauhaus, αποτελεί έναν χώρο οπού κυριαιρχεί η τέχνη και δεξιοτεχνία. Από τη μία τα βιτρό και οι πίνακες του ζωγράφου Αλέξανδρου Αλεξανδράκη -θείου της σημερινής ιδιοκτήτριας- και από την άλλη χειροποίητα έπιπλα που θυμίζουν εκθέματα μουσείου.

Από το αρχείο της οικογένειας Αλεξανδράκη.
Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης, ο οποίος διηύθυνε την επιχείρηση από το 1954 μέχρι τον θάνατό του το 2017 σε ηλικία 98 ετών, υπήρξε ο απόλυτος θεματοφύλακας της ποιότητας -με την κόρη του να ακολουθεί στην ίδια ακριβώς φιλοσοφία-, ο οποίος τόνιζε πως η «σώφρων διαχείρισις» και η τιμιότητα αποτέλεσαν τον δρόμο του προς την επιτυχία.
Ερμού 27, Αθήνα
Λεμήσιος, 100% χειροποίητο παπούτσι από το 1912
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Νικόλαος Γεωργίου έφτασε στην Αθήνα από τη Λεμεσό της Κύπρου σε ηλικία μόλις 16 ετών. Αφού έμαθε τα μυστικά της δουλειάς σε παραδοσιακά τσαγκαράδικα, άνοιξε το πρώτο του κατάστημα το 1912 στην οδό Κριεζώτου με ειδίκευση στο ανδρικό παπούτσι. Εξαιρετικά επικοινωνιακός, κατάφερε να μπει στους κύκλους της «καλής κοινωνίας» της εποχής. Τότε, αλλάζει στροφή -και το επίθετό του σε Λεμήσιος (δηλωτικό της καταγωγής του)- μεταφέρει το κατάστημα του στην Βουκουρεστίου, και αρχίζει να ασχολείται με το γυναικείο παπούτσι.
Αργότερα, τη δεκαετία του ’50, ο γιος του Αλέκος, θα εμπνευστεί από μια φωτογραφία της Μπριζίτ Μπαρντό στο Φεστιβάλ των Καννών που φορούσε κλασικά παπούτσια χορού, για να κάνει ό,τι και ο Σαλβατόρε Φεραγκάμο, για την Ώντρεϊ Χέπμπορν στο Χόλιγουντ. Να σχεδιάσει μπαλαρίνες. Έτσι γεννήθηκε η θρυλική μπαλαρίνα με το εσωτερικό κορδόνι και το φιογκάκι, ένα παπούτσι που έγινε σήμα κατατεθέν για τα κορίτσια των καλών οικογενειών της πρωτεύουσας.
Σήμερα, η επιχείρηση, στην οδό Λυκαβηττού πλέον, στην καρδιά του Κολωνακίου, έχει φτάσει αισίως στην πέμπτη γενιά, η οποία συνεχίζει να υπηρετεί τη φιλοσοφία της μικρής παραγωγής και του χειροποίητου. Στο εργαστήριο φτιάχνονται μόλις 18 ζευγάρια την ημέρα, όλα στο χέρι. Η διαδικασία, από την κοπή του δέρματος και το «μοντάρισμα» πάνω στο καλαπόδι με τανάλια και σφυρί, μέχρι την αναμονή τριών ημερών για να στεγνώσει η σόλα, είναι μια πραγματική ιεροτελεστία.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η πελατεία σταθερή, από γιαγιά προς εγγονή, με προσθήκες νέες γυναίκες που θέλουν κάτι ιδιαίτερο και όχι προϊόντα μαζικής παραγωγής. Το κατάστημα κρατά αρχείο με τα μέτρα για σχεδόν τις μισές πελάτισσές του, καθώς πολλές παραγγέλνουν παπούτσια sur mesure σε ιδιαίτερα χρώματα ή δυσεύρετα μεγέθη (από 33 έως 44).
Παρά τη διεθνή του φήμη, με παραγγελίες να φτάνουν μέχρι την Αμερική, τη Γερμανία και την Ιταλία, ο Λεμήσιος παραμένει πιστός στην ουσία του. Όπως λένε οι ίδιοι: «Δεν είμαστε σχεδιαστές μόδας, είμαστε τσαγκάρηδες που ξέρουν να φτιάχνουν όμορφα παπούτσια».
Λυκαβηττού 6, Κολωνάκι
Διπλούς πέλεκυς – Η κρητική τέχνη στην καρδιά της Αθήνας
Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, η Φλωρεντίνη Καλούτση, επιστρέφοντας από το Λονδίνο όπου σπούδασε ζωγραφική στην γενέτειρά της τα Χανιά έστησε ένα εργαστήριο όπου δίδασκε ζωγραφική. Παράλληλα δημιουργούσε και τα δικά της έργα τέχνης, αποτυπώνοντας στον καμβά της προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας, όπως τους Ελευθέριο Βενιζέλο και Ασπασία Μάνου, που ήταν προσωπικοί της φίλοι, τοπία και γεγονότα, με πιο γνωστό την Ένωση της Κρήτης για το οποίο σχεδίασε και το αναμνηστικό γραμματόσημο.
Εκείνη την εποχή ήταν που ο Άγγλος αρχαιολόγος σερ Άρθουρ Έβανς πραγματοποιούσε ανασκαφές στην Κνωσό, κάτι που δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη μία πραγματική καλλιτέχνιδα. Αντλώντας έμπνευση από τα ευρήματα, και καθώς έβλεπε ότι ο κρητικός αργαλειός είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται, αποφάσισε να μεταφέρει τα μινωικά σχέδια σε υφαντά, ζωντανεύοντας την παράδοση με έναν ολότελα νέο τρόπο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Για να το πετύχει, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τετραγωνισμένο χαρτί από το Λονδίνο, βοηθώντας τις υφάντριες να μετρούν το σχέδιο με ακρίβεια. Αν και υπήρχε προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα, το 1925 η επιχείρηση πήρε το όνομα «Διπλούς Πέλεκυς».
Η Κατερίνα Γράψα, η εγγονή της Φλωρεντίνης που αποτελεί την τρίτη γενιά, εξηγεί πως η γιαγιά της δημιούργησε μια ολόκληρη οικοτεχνία με 150 αργαλειούς, βαφείο για φυτικές κλωστές, ραφείο και σιδερωτήριο. «Η γκάμα ήταν απίστευτη. Βαμβακερά, λινά και μεταξωτά υφάσματα, αλλά και έπιπλα, καθώς σχεδίασε πάνω από 250 μοτίβα που εφαρμόστηκαν και στην ξυλογλυπτική, δημιουργώντας το “κρητικό έπιπλο”».
Η φήμη του οίκου υπήρξε μυθική. Ο «Διπλούς Πέλεκυς» έντυσε τις πριγκίπισσες Ελισάβετ και Μαργαρίτα το 1938, υφαντά του επιλέχθηκαν από την Εύα Σικελιανού για τις Δελφικές Εορτές, ενώ αργότερα η Τζάκι Κένεντι Ωνάση ανακαίνισε με αυτά τον Σκορπιό. Δημιουργίες του στόλισαν το μαιευτήριο «Έλενα», προθήκες του Αρχαιολογικού Μουσείου και θεατρικές παραστάσεις του Κάρολου Κουν και του Αντώνη Φωκά.

Από το αρχείο της Κατερίνας Γράψα.
Σύντομα άνοιξε κατάστημα την Αθήνα, στην πλατεία Καρύτση, το οποίο μεταφέρθηκε στην οδό Βουλής, και το 2004 στη Στοά Μπολάνη, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Από τη δεκαετία του ’60, και υπό την ηγεσία της μητέρας της κ. Γράψα, ο «Διπλούς πέλεκυς» εμπλουτίστηκε με κεραμικά, καθώς το υφαντό παρήκμαζε. «Η μητέρα μου έφερε πρώτη στην Αθήνα κεραμικά του Κουρτζή από τη Μυτιλήνη, καθώς και έργα του Βαλσαμάκη, της Δροσάκη και Σιφναίων τεχνιτών», μας λέει η κ. Γραψα, η οποία σήμερα, συνεργάζεται με σύγχρονους χειροτέχνες από όλη την Ελλάδα. «Έχουμε σήμερα πελάτες νέου, οι οποίοι θέλουν κάτι για το σπίτι τους που να μη μοιάζει με όλα τα άλλα που κυκλοφορούν στην αγορά», παρατηρεί. «Ψάχνουν το ιδιαίτερο πραγματάκι που έχει τη γλύκα του χειροποίητου».

Από το αρχείο της Κατερίνας Γράψα.
Η κ. Γράψα βρίσκεται στο τιμόνι από το 1980 και όπως μας λέει, η μεταφορά του καταστήματος στοίχισε σε πελατεία, αλλά πολύ σύντομα ήρθε νέος κόσμος. Στη σύγχρονη πραγματικότητα της στεγαστικής κρίσης, την ακρίβεια και το γεγονός ότι το διακοσμητικό θεωρείται «περιττό» σε σχέση με το φαγητό ή την τεχνολογία, η ίδια επιμένει: «Μου αρέσει αυτό που κάνω και όσο αντέχω θα το κάνω», δηλώνει. Το κατάστημα παραμένει ζωντανό χάρη στην πίστη των πελατών, που έρχονται ακόμα και από γενιά σε γενιά για να βρουν αυθεντικά κοσμήματα και τις περίφημες πασχαλινές λαμπάδες που αποτελούν πλέον σταθερό ραντεβού για τους πιστούς του «Διπλού Πέλεκυ».
Βουλής 7 (στοά Μπολάνη), Αθήνα
Καραβίτης, εκεί που οι πολιτικοί τρώνε κεφτεδάκια και κοκκινιστό της γιαγιάς
Ο Κώστας Χατζηχρήστος το επισκεπτόταν συχνά, μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής του. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το έκανε στέκι πολιτικών, αφού η εγγύτητα με την οικία του αλλά και τα γραφεία στη Ρηγίλλης -τη Βουλή, το Προεδρικό Μέγαρο-, το είχε κατατάξει ψηλά στις προτιμήσεις του όποτε ήθελε καλό φαγητό εκτός σπιτιού.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Από τα τραπέζια του έχουν περάσει σχεδόν όλες οι μεγάλες προσωπικότητες του τόπου, από τον διεθνή Έλληνα σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά και τον Διονύση Σαββόπουλο, μέχρι τον Μάνο Χατζιδάκι. Αποτέλεσε σκηνικό για ταινίες, τηλεοπτικές σειρές όπως η «Ευτυχία» με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, βίντεο κλιπ και πάσης φύσεως εκδήλωση. Πρόσφατα το επέλεξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης για να παραθέσει γεύμα μετά την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά και την εκλογή του ως προέδρου του Eurogroup. Ο λόγος για τον Καραβίτη, την ταβέρνα του Παγκρατίου που φέτος κλείνει τα 100 χρόνια ζωής.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Όταν ο Παναγιώτης Καραβίτης και ο Θεόδωρος Λινάρδος ξεκίνησαν από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, να ανοίξουν «καρβουνιάρικο» στην Αθήνα, όπως μας λέει ο συνονόματος εγγονός του δεύτερου, στην περιοχή υπήρχαν λαγκάδια και βοσκοτόπια. «Το Καλλιμάρμαρο είχε εργάτες που έρχονταν στο μαγαζί επειδή παράλληλα πουλούσαν κρασί από τα βαρέλια τους. Ζητούσαν κάτι να φάνε, να ξαποστάσουν από την εργασία και να διασκεδάσουν. Έτσι το καβουρνιάρικο έγινε κρασοπουλιό και μετά ταβέρνα».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο Παναγιώτης Καραβίτης, πολύ σύντομα έφυγε από τη ζωή και ο φίλος και συνεργάτης του, τιμής ένεκεν, άφησε το όνομά του στο μαγαζί, το οποίο άντεξε στις καλές και τις κακές εποχές. «Οι τρύπες από τις σφαίρες στην διάρκεια του πολέμου υπάρχουν ακόμη στους τοίχους», λέει ο κ. Λινάρδος.
Ωστόσο, στον Καραβίτη εκτός από την ιστορία του πηγαίνουμε για να απολαύσουμε το φαγητό και μάλιστα σε πολύ λογικές στιγμές. Τα τυριά και τα κρέατα είναι όλα από την Αρκαδία, την ιδιαίτερη πατρίδα των ιδιοκτητών. «Σταρ» του καταλόγου είναι το «σταμνάκι», δηλαδή κρέας κοκκινιστό ψημένο στο πήλινο με τυριά. Σερβίρεται πάνω από πατάτες τηγανητές. Εκ των ων ουκ άνευ είναι τα κεφτεδάκια, συνταγή της γιαγιάς -ιδιαίτερη προτίμηση του υπουργού Εθνικής Αμύνης, Νίκου Δένδια-, καθώς και η τηγανιά και η τυρόπιτα. Νέα προσθήκη -εννοούμε τις τελευταίες δεκαετίες(!)-, που αξίζει να δοκιμάσετε για την ποιότητά τους είναι τα παϊδάκια.
Παυσανίου 4, Παγκράτι






