Κάποια πρωινά η παγκόσμια πολιτική μοιάζει με σκηνικό που φωτίζεται απότομα. Και σχεδόν ανεπαίσθητα, παύει να κρύβεται αυτό που ήδη υπήρχε και φανερώνεται γυμνό, μαζί με τον βασιλιά του. Η εποχή μας είναι ακριβώς αυτό. Μια στιγμή αποκάλυψης. Το σύστημα που για δεκαετίες παρουσιαζόταν ως «διεθνής τάξη με κανόνες» στέκεται εκτεθειμένο. Στην ωμή έκθεσή του αποκαλύπτονται οι «ηγέτες». Ο λόγος τους εύθραυστος, χωρίς βάθος και διάρκεια, και οι αντοχές τους ελάχιστες μπροστά στην πρώτη πραγματική πίεση.
Σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται ο Μαρκ Κάρνεϊ. Ένας άνθρωπος που γνωρίζει πώς λειτουργεί η ισχύς, πότε γίνεται επικίνδυνη και πότε απαιτεί καθαρό λόγο. Στο Νταβός, μπροστά σε ένα ακροατήριο συνηθισμένο σε ευγενικές διατυπώσεις και ασφαλείς σιωπές, είπε κάτι απλό. Ότι η παλιά τάξη πραγμάτων δεν επιστρέφει. Ότι η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική. Και ότι αν οι μεσαίες δυνάμεις δεν πάρουν θέση, ο κόσμος θα διαμορφωθεί αποκλειστικά από εκείνους που δεν σέβονται ούτε θεσμούς ούτε όρια.
Η παρέμβασή του είχε χαρακτήρα ουσιαστικό και βαρύ. Αποτέλεσε πράξη ευθύνης. Ο Κάρνεϊ δεν ύψωσε τον τόνο. Δεν αναζήτησε χειροκρότημα. Κοίταξε κατάματα την πραγματικότητα και μίλησε για αυτήν. Για έναν κόσμο όπου η ισχύς αντικαθιστά το δίκαιο, όπου η δημοκρατία αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο και όχι ως θεμέλιο. Και για την ανάγκη συμμαχιών που δεν βασίζονται στον φόβο, αλλά στην κοινή συνείδηση ότι χωρίς κανόνες, όλοι χάνουν.
Απέναντι σε αυτή τη στάση, η εικόνα της ελληνικής ηγεσίας μοιάζει θλιβερά μικρή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν βρέθηκε στο Νταβός. Η απουσία αυτή αποτυπώνει το είδος της ηγεσίας που φτάνει μέχρι εδώ και εξαντλείται στο όριο της διαχείρισης. Δεν επρόκειτο για ζήτημα προγράμματος ή καιρικών συνθηκών. Αποτέλεσε πολιτική δήλωση. Σε περιόδους βαθιών μεταβολών, η διαχείριση χωρίς κατεύθυνση αφήνει εκτός τραπεζιού όσους περιορίζονται στον ρόλο του διεκπεραιωτή.
Πριν λίγες εβδομάδες, μια ανάρτηση για την εισβολή των ΗΠΑ στην Βενεζουέλα αποκάλυψε ακόμη πιο καθαρά το πρόβλημα. Η βιαστική ευθυγράμμιση με αμερικανικές κινήσεις, η σιωπή απέναντι σε ζητήματα νομιμότητας, η αδυναμία να ειπωθεί έστω μια λέξη επιφύλαξης. Όχι από ανικανότητα κατανόησης, αλλά από έλλειψη πολιτικού μεγέθους. Όταν η εξωτερική πολιτική περιορίζεται σε αναρτήσεις και σινιάλα υποταγής, δεν μιλάμε για στρατηγική. Μιλάμε για φόβο.
Και ο φόβος γίνεται πιο έντονος όταν το όνομα Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται στο προσκήνιο. Όχι ως ανάμνηση ενός πολιτικού παρελθόντος, αλλά ως ενεργός υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο η ισχύς επιχειρεί να επιβληθεί χωρίς φραγμούς. Η εσωτερική στρατιωτικοποίηση των ΗΠΑ, οι απειλές προς τη Γροιλανδία, η εργαλειοποίηση χωρών και λαών, η λογική ότι όλα είναι διαπραγματεύσιμα όταν συνοδεύονται από δύναμη, συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου το δίκαιο υποχωρεί και η επιβολή κανονικοποιείται. Δεν πρόκειται για έναν εκκεντρικό κύκλο της ιστορίας. Πρόκειται για μια βαθιά μετατόπιση που δοκιμάζει τις αντοχές της Δύσης σε επίπεδο θεσμών, αξιών και πολιτικής αυτονομίας.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σύγκρισης. Ο Κάρνεϊ στέκεται απέναντι στον Τραμπ με τη στάση ανθρώπου που αντιλαμβάνεται το βάρος της στιγμής. Επιλέγει τον ρόλο του ενήλικα σε ένα διεθνές περιβάλλον που συχνά συμπεριφέρεται παρορμητικά. Περιγράφει έναν κόσμο που δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους αυτοκρατορικού ενστίκτου, χωρίς όρια και χωρίς λογοδοσία. Υποστηρίζει ότι οι μεσαίες δυνάμεις, από τον Καναδά μέχρι την Ευρώπη, καλούνται να συνδεθούν μεταξύ τους και να αναλάβουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του επόμενου πλαισίου σταθερότητας. Η προοπτική που περιγράφει δεν αναζητά επιστροφή σε γνώριμες συνταγές, αλλά τη συγκρότηση ενός νέου κανόνα ισορροπίας, βασισμένου στη δημοκρατία, στο δίκαιο και στην ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων.
Ο Μητσοτάκης, αντίθετα, μοιάζει εγκλωβισμένος σε μια λογική καλού μαθητή. Να μην ενοχλήσει. Να μην ξεχωρίσει. Να μην πάρει θέση όταν η θέση έχει κόστος. Σε έναν κόσμο που καταρρέει, αυτή η στάση δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή μέσω αδράνειας, και έτσι μένει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όχι ως τραύμα ή ρήξη, αλλά ως υποσημείωση μιας εποχής που πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνος τόλμης.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποιον συμπαθούμε περισσότερο. Είναι τι είδους ηγέτη θέλουμε να μας εκπροσωπεί όταν οι βεβαιότητες διαλύονται. Θέλουμε ανθρώπους που μιλούν καθαρά όταν όλοι ψιθυρίζουν. Που αντέχουν να πουν αλήθειες ακόμη και όταν δεν είναι δημοφιλείς. Που δεν κρύβονται πίσω από το σύστημα, αλλά αναλαμβάνουν το βάρος να το αλλάξουν.
Η εποχή των μικρών ηγετών τελειώνει. Ο κόσμος έχει αλλάξει με τρόπο που δεν τους χωρά πια. Και αυτό, με όλο το βάρος που κουβαλά, είναι μια αλήθεια που κάποιος πρέπει επιτέλους να πει δυνατά.
*Ο κ. Κωστής Κατσανέβας, Αντιπρόεδρος Πνευματικού Ιδρύματος Γεωργίου Παπανδρέου



