Με ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον θέμα συνεδρίασε η Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής με τίτλο «οι νέες τεχνολογίες και η καινοτομία στην υπηρεσία της ψυχικής υγείας».
«Ένας στους τρεις πολίτες έχει ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας», δήλωσε ο Γεώργιος Αλεβιζόπουλος, Καθηγητής Ψυχιατρικής. Στην εποχή που δεν είναι λίγοι όσοι συμβουλεύονται την Τεχνητή Νοημοσύνη για μια πληθώρα θεμάτων και μεταξύ άλλων και θέματα υγείας, ο κ. Αλεβιζόπουλος εξήγησε ότι «επειδή υπάρχει πολύ μεγάλη συζήτηση για τα chatbots και τις γραμμές αλληλοβοήθειας, όλες μα όλες οι μελέτες καταλήγουν στο ότι οι γραμμές βοήθειας κρίσης, δηλαδή, η φυσική παρουσία ανθρώπου, είναι πολύ καλύτερη από τα chatbots, ούτε συζήτηση».
Στη συνέχεια, όμως όπως είπε, «για προβλήματα συναισθηματικά ψυχικής υγείας, οι έφηβοι από την ηλικία των 15 έως 17, απευθύνονται στο 1/4 σε chatbots και αυτή είναι η περίοδος που αναπτύσσονται οι μεγάλες ψυχικές αρρώστιες. Οπότε, στην πραγματικότητα εκεί υπάρχει ένα κενό, που μπορεί να φαντάζει μικρό, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί τότε οι άνθρωποι που θέλαμε να έχουμε σε έλεγχο απευθύνονται στις μηχανές και εκεί χάνεται. Θεωρώ, ότι μόνη λύση είναι τα συνδυαστικά αποτελέσματα. Δεν γίνεται, δηλαδή, θα πρέπει να συνυπάρχουν άνθρωπος και μηχανή, για να το πούμε με ένα τρόπο».
Ο πρόεδρος της επιτροπής, Στράτος Σιμόπουλος, ρώτησε «μπορείτε να προβλέψετε αν μπορείς να υποτροπιάσεις σε θέματα σεξουαλικής κακοποίησης, να βελτιώσετε τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται ένα πρόσωπο που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και να προτείνετε τρόπους ή να προβλέψετε βίαιη συμπεριφορά».
Ο κ. Αλεβιζόπουλος είπε πως «η απάντηση στο πρώτο σκέλος της, είναι, ναι σε όλα. Με διαφορετικούς τρόπους – με διαφορετικά εργαλεία, ναι, έχουμε την δυνατότητα. Ένα μεγάλο μέρος, είναι, το εάν -η χρήση- αυτή η εκτεταμένη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να λειτουργήσει με έναν τρόπο ελέγχου του πληθυσμού. Η αλήθεια είναι, ότι αυτός είναι ένας υπαρκτότατος κίνδυνος».
Η Μαρία Δημοπούλου, νοσηλεύτρια Ψυχικής Υγείας, είπε πως: «Η ψήφιση του 5129/2024 σηματοδοτεί την πρώτη εξαιρετική τομή στη διοίκηση, την οργάνωση και την παροχή των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στη χώρα μας. Ο νόμος εισάγει ένα νέο ενιαίο μοντέλο διακυβέρνησης μέσω της σύστασης του Εθνικού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, του λεγόμενου Ε.Δ.Υ.Ψ.Υ., το οποίο διαρθρώνεται σε επτά περιφερειακά δίκτυα ψυχικής υγείας. Ένα σε κάθε υγειονομική περιφέρεια της χώρας, διασφαλίζοντας τον λειτουργικό συντονισμό, τη διασύνδεση, αλλά και τη συνέχεια στην φροντίδα. Ο κεντρικός άξονας του νόμου είναι η πρόβλεψη στο άρθρο 57 για την ανάπτυξη και τη λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος επιδημιολογικής παρακολούθησης και θεραπευτικής διαχείρισης ως θεμελιώδους ψηφιακής υποδομής για την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης».
Ο υφυπουργός Υγείας, Δημήτρης Βαρτζόπουλος εξήγησε ότι «το σύστημα αυτό παρακολουθεί τα πάντα, δηλαδή, συνταγογράφηση, ποια φάρμακα παίρνει, αν νοσηλεύονται ή όχι, διότι το σύστημα αυτό θα έχει μέσω της ΗΔΙΚΑ εικόνα των νοσηλειών. Θα γνωρίζει, δηλαδή, αμέσως ο γιατρός ο οποίος θα κάθεται και θα δει τον κύριο τάδε σε μία επίσκεψή του σε οποιαδήποτε δομή ψυχικής υγείας, είτε περιπατητική είτε νοσηλευτική, ότι ο άνθρωπος αυτός παίρνει φάρμακα από εκείνο το χρόνο, έχει αυτά τα φάρμακα πάρει όλη αυτή την εποχή, έχει νοσηλευτεί αυτές τις εποχές με αυτό τον καιρό. Συγχρόνως, το σύστημα έχει διαλειτουργικότητα με τον ΕΦΚΑ, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι αμέσως μπορεί να δει ο γιατρός αν ο άνθρωπος αυτός εδώ πληρώνει
ασφαλιστικές εισφορές, δηλαδή αν να έχει μια εργασία εν εξελίξει, εάν βρίσκεται σε σύνταξη, αν έχει ποσοστό συντάξεως 50%, 67%».
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης και τον ΣΥΡΙΖΑ, η Πόπη Τσαπανίδου μεταξύ άλλων είπε πως «είμαστε στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης, άκουσα να λέτε πολύ σωστά ότι «στην Ελλάδα έχουμε πολύ χαμηλό ποσοστό ανθρώπων που έχουν κατάθλιψη ή αγχώδεις διαταραχές», όχι γιατί είναι μικρό το ποσοστό, αλλά γιατί το «στίγμα», γιατί η άγνοια, γιατί ο φόβος, γιατί η μη ανταπόκριση από την Πολιτεία – «πού να πάω να το πω;», «πού να βρω βοήθεια;» – μας κάνει να μην το δηλώνουμε, όταν η υπόλοιπη Ευρώπη το δηλώνει και εκεί πια είναι ξεκάθαρο το πόσο υψηλό είναι αυτό το βάρος, το πόσο μεγάλο είναι αυτό το βάρος. Πράγματι, έγιναν κάποια πράγματα, δε θα το αμφισβητήσω. Η Τηλεψυχιατρική, για την οποία μας μιλήσατε, είναι ένα μεγάλο βήμα».



