Οι εξελίξεις το πρώτο δεκαήμερο του 2026 επιβεβαιώνουν την εκτίμηση για τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μιας υβριδικής πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας διάστικτης από ενισχυόμενα στοιχεία γενικευμένης και απροσχημάτιστης αναθεωρητικής ροπής συνδυασμένα με θραυσματικές προσλήψεις ενός κόσμου που, παρότι εν μέρει εικονικός, έδινε τον τόνο στη δημόσια πρόσληψη του διεθνούς γίγνεσθαι.

Η συνεχιζόμενη σημασία της πρόσληψης μιας εν μέρει εικονικής πραγματικότητας αποκαλύπτεται και από τον καταιγισμό των κοινοτοπιών για την ακύρωση της κανονιστικής παγκόσμιας τάξης και του αξιακού υπόβαθρου που υποτίθεται ότι την χαρακτήριζαν μέχρι πολύ πρόσφατα.

Στην πραγματικότητα, η επιπόλαιη αυτή προσέγγιση συγχέει την πράγματι σπουδαία φόρμουλα νομιμοποίησης μιας περιόδου διεθνών διαδράσεων με το πραγματικό υπόβαθρό της: τις ποικίλες και μεταβαλλόμενες στρατηγικές που τη συντήρησαν και, ευτυχώς, εξακολουθούν σε ένα βαθμό να την επικαλούνται.

Από τον πόλεμο των ΗΠΑ στον Παναμά το 1989-90 και την σύλληψη του Νοριέγκα μέχρι τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003 που δίχασε βαθιά την Δύση, από τις ευθείες απειλές του Χρουστσόφ για την καταστροφή της Αθήνας και τις προσβλητικές συμπεριφορές Αμερικανών προέδρων απέναντι σε συμμάχους (π.χ. την αντίδραση του προέδρου Τζόνσον για την απόρριψη του σχεδίου Άτσεσον), από τις εκβιαστικές οικονομικές πρακτικές της Κίνας μέχρι τους πολέμους των διαδόχων κρατών της Σοβιετικής Ένωσης και την αναζήτηση από την Ρωσία μιας νέας ζώνης επιρροής, είναι αδύνατον από ρεαλιστική άποψη να περιγράψουμε τον μεταπολεμικό κόσμο ως «τάξη βασισμένη σε κανόνες».

Όμως δεν ήταν μόνο οι συνεχείς ενδείξεις ανησυχητικές, ήταν και τα αρχικά θεμέλια μεικτά. Στις διαπραγματεύσεις στην Τεχεράνη, στο Νταμπάρτον Όουκς και στη Γιάλτα, οι «Τρεις Μεγάλοι» (ή οι εκπρόσωποί τους στο Νταμπάρτον Όουκς), συζήτησαν, μεταξύ άλλων, τις προοπτικές του υπό θεμελίωση ΟΗΕ και τον ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας μέσα από πρίσματα που συνδύαζαν, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, τις στρατηγικές ισχύος των δυνάμεων με την επιθυμία μιας ανθεκτικότερης και πιο προβλέψιμης κανονιστικής αρχιτεκτονικής.

Πόσο κρίσιμη είναι η ρήξη με το παρελθόν για τις ΗΠΑ της δεύτερης περιόδου Τραμπ; Ακριβέστερα: πόσο βαθιά θα είναι η ρήξη όταν αναλάβει στις ΗΠΑ η όποια επόμενη προεδρεία, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 2028; Η διετία 2026-27 θα είναι προφανώς κρίσιμη, αλλά οι μήνες από τώρα μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026 θα είναι καταλυτικής σημασίας. Στην εξωτερική πολιτική, η κυβέρνηση Τραμπ θα επιδιώξει να επιβεβαιώσει (και όχι ακριβώς να «εφαρμόσει») τις αντιλήψεις που αναπτύσσονται στη νέα Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, για την οποία έχω γράψει στο πρόσφατο παρελθόν.

Το διεθνές περιβάλλον θα επηρεάσει καταλυτικά την εξέλιξη των σχέσεων στον μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Δυο είναι τα θεμελιώδη στοιχεία που χαρακτήρισαν τη διεθνή πολιτική στον πλανήτη μέσα στο χρόνο από την ανάληψη της προεδρίας Τραμπ μέχρι τον Ιανουάριο 2026. Συνδυάζονται και τα δυο με τη νέα αμερικανική προεδρία αλλά δεν οφείλονται μόνο σε αυτή.

Το πρώτο είναι οι εξαντλητικές πιέσεις που ασκούνται σε μεσαίες δυνάμεις και άλλα κράτη για σύμπλευση (bandwagoning). Ασκούνται από τις ΗΠΑ αλλά προκύπτουν και από τη νέα δυναμική των διεθνών σχέσεων συνολικά. Είναι συζητήσιμο σε ποιες επιμέρους περιπτώσεις η σύμπλευση αυτή ενδέχεται να αποτελεί μια αμφίδρομα επωφελή στρατηγική, όπου το ασθενέστερο μέρος την υιοθετεί διότι σχεδιάζει (σωστά η λανθασμένα) ότι θα επωφεληθεί το ίδιο (bandwagoning for profit). Σε κάθε περίπτωση, τακτικές που – στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο- προωθούσαν και προωθούν συστηματικά αλλά σε διαφορετικές εκδοχές η Ρωσία και η Κίνα σε ασθενέστερους εταίρους τους, προωθεί τώρα και η Ουάσιγκτον, με τρόπο σαφέστερο και αμεσότερο σε σχέση με όσα έπραττε η ίδια στο πρόσφατο παρελθόν.

Το δεύτερο είναι η μεγάλης κλίμακας επάνοδος των πρακτικών της εξαναγκαστικής διπλωματίας (coercive diplomacy) στις διεθνείς διαδράσεις. Παρότι «αναλύσεις» κάθε είδους επιχειρούν να χρυσώσουν το χάπι με διάφορους τρόπους, γεγονός παραμένει ότι διπλωματικά μέσα – δηλώσεις, προειδοποιήσεις, εκμετάλλευση αδυναμιών, παρεμπόδιση πρωτοβουλιών, διπλωματικές και οικονομικές κυρώσεις, χρήση εργαλείων οικονομικής πολιτικής όπως οι δασμοί – χρησιμοποιούνται συστηματικά και σε αυξανόμενο ρυθμό από κράτη προς άλλα κράτη, συνήθως αλλά όχι πάντα ασθενέστερα, για την επίτευξη εθνικών στόχων.

Σε αυτό πλαίσιο, το «νέο» δεν είναι, φυσικά, η συναλλακτικότητα (transactionalism) που αναφέρεται σε ένα επιφανειακό φαινόμενο το οποίο ούτως ή άλλως υφίσταται στον πυρήνα των διεθνών σχέσεων και έχει, απλώς, εμπειρικά ενισχυθεί, όπως κατά περιόδους συμβαίνει. Σχετικά «νέο», ειδικά στο ευρωατλαντικό πλαίσιο, είναι ο ραγδαία επιταχυνόμενος παραγκωνισμός των πλεγμάτων από νόρμες και κανόνες που αναδεικνύουν αρχές συνεργασίας με μεικτά κίνητρα και με τη διαμόρφωση υποδειγμάτων που υποστηρίζονται ως άξια μακροπρόθεσμης επένδυσης σε αυτά.

Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, προβληματίζει η επιπόλαιη αντίδραση μελών του ΝΑΤΟ στην άκομψη αναδιατύπωση του παλαιότατου αμερικανικού ενδιαφέροντος (πρωτίστως γεωπολιτικού, πιο πρόσφατα και ενεργειακού) για την Γροιλανδία. Όπως και οι τόσο γενναιόδωρες δηλώσεις στήριξης ενός μέλους του ΝΑΤΟ απέναντι σε άλλο μέλος του.

Την ενδο-ΝΑΤΟΪΚΗ αδυναμία στήριξης της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας την έχουμε αναλύσει επί μακρόν. Σήμερα υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα ενός νέου «deconfliction mechanism», αυτή τη φορά μεταξύ Δανίας – ΗΠΑ. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περίπτωσης, όπως είναι η διμερής αμυντική συμφωνία ΗΠΑ-Δανίας το 1951 και 2004 για την Γροιλανδία και το γεγονός ότι η συμφωνία αποτιμάται σήμερα σε συνάρτηση και με την ενίσχυση του εσωτερικού κινήματος ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, οδηγούν στο συμπ’έρασμα ότι οιι ΗΠΑ πιέζουν για ν ακατλήξουν έιτε σε εξαγορά είτεο, το πιθανότερο, σε ένα νέο διμερές πλαίσιο.

Στην πραγματικότητα, παρότι ιερή καθότι αφορά άμεσα συμφέροντα βορειοευρωπαϊκών κρατών, η περίπτωση της Γροιλανδίας είναι – τουλάχιστον αυτή τη στιγμή – σαφώς λιγότερο ανησυχητική σε σχέση με εκείνη της Βενεζουέλας, στην οποία έχουμε (όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις) σαφή παραβίαση των διεθνών κανόνων. Μάλιστα εν προκειμένω όχι για καθεστωτική αλλαγή στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, όπως στις περιπτώσεις του επιθετικού φιλελεύθερου παρεμβατισμού, αλλά για διόρθωση και προσαρμογή σε σχέση με τα αμερικανικά συμφέροντα.

Και όλα αυτά, ενώ είναι πιθανό ότι δεν έχει κατανοηθεί πλήρως η σημασία της συνάντησης Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα, στη στρατηγικής σημασίας στρατιωτική βάση Elmendorf–Richardson, τον Αύγουστο 2025. Εκεί τέθηκαν όρια, δυνατότητες αλλά και προοπτικές των σχέσεων, πέραν του Ρωσο-ουκρανικού. Ενώ υπάρχουν και άλλες διαστάσεις σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Πέραν του συμβολισμού, η χορήγηση ασύλου στον Edward Snowden από τη Μόσχα το 2013 (ακολούθησε και η ρωσική ιθαγένεια το 2022) της έδωσε πρόσβαση σε πλήθος ευαίσθητων πληροφοριών αναφορικά, μεταξύ άλλων, με παρακολουθήσεις σχετιζόμενες με τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας και τις σχεδόν εξίσου ευαίσθητες σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης.

Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί σήμερα κομβικό σημείο η επικίνδυνη σύνδεση της αναγκαίας (ούτως ή άλλως και από πολύ παλαιότερα) προσπάθειας ευρωπαϊκής αμυντικής ανάτασης με τη συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Σύνδεση που κατευθύνει τη σκέψη πολλών Ευρωπαίων, ενώ διαπιστώνουμε και δηλώσεις (π.χ. από τη κυρία Κάλλας) που τοποθετούνται πέραν και αυτού του επικίνδυνου συσχετισμού, αγνοώντας κάθε ορθολογικό ορίζοντα ρεαλιστικής αποτίμησης.

Οδηγούμαστε, έτσι, σε έναν αξιοπρόσεκτο συνδυασμό: τη συνέχιση του πολέμου, την αυξανόμενη έκθεση της Ευρώπης και, ταυτόχρονα, τη δέσμευση της Ευρώπης για αυξημένες προμήθειες πολεμικού υλικού (πέραν της ενέργειας) από τις ΗΠΑ, οι οποίες είναι πιθανό τελικώς να αφήσουν την «καυτή πατάτα» στην Ευρώπη αν τα διπλωματικά αδιέξοδα συνεχιστούν.

Υπήρξε μια «αεροπειρατεία» της στρατηγικής αντίληψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις τρεις βαλτικές χώρες και την Πολωνία, η οποία βεβαίως – σε αντίθεση με τις τρεις βαλτικές- εξοπλίζεται με τρόπο υπεύθυνο την τελευταία πενταετία. Αυτή η προσπάθεια εστίασης του κενού ασφάλειας αποκλειστικά στη Ρωσία έχει οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια συζήτηση αδιέξοδη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, με τα γερμανικά οικονομικά προβλήματα να αποκαλύπτονται, η νέα κυβέρνηση Μερτς στο Βερολίνο τείνει να υπερθεματίζει, ακόμη και να υπερακοντίζει τις θέσεις των βορειοανατολικών εταίρων.

Οι απογοητεύσεις από τις ΗΠΑ και οι εντεινόμενες πολεμοκάπηλες φωνές στη Γερμανία και αλλού, οι οποίες αρχίζουν και πάλι να εστιάζουν στη Ρωσία-ΕΣΣΔ-Ρωσία ως «Εχθρό», ωθούν τον Μακρόν πίσω στη βασική – και εν πολλοίς ορθολογική – στρατηγική της, η οποία ξεκινά από μια θέση σχεδιασμού αυτόνομης πλεύσης. Η Μελόνι δείχνει να αντιλαμβάνεται πολύ καλά αυτή την αναγκαία στροφή, ανεξαρτήτως των δυσκολιών εφαρμογής της.

Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αποφύγουν να δοκιμάσουν στην πράξη την προσήλωση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα και το Άρθρο 5 της Συμμαχίας, αν το χειρότερο σενάριο επικρατήσει – ενώ σαφώς μπορεί να αποφευχθεί – και υπάρξει συμβατική ανάφλεξη Ευρώπης-Ρωσίας.

Σε αναλύσεις μας τα προηγούμενα χρόνια εξηγήσαμε γιατί ο πόλεμος οδηγούνταν σε αδιέξοδο και γιατί δεν είχε κανένα νόημα από αναλυτική άποψη η τάση να παρουσιάζεται η συγκεκριμένη σύγκρουση ως μάχη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, ανάμεσα στη Δημοκρατία και τον Αυταρχισμό, ανάμεσα στην Κανονιστικότητα και τον Αναθεωρητισμό. Διότι, πέρα από παραπλανητικά απλοϊκή, η τάση αυτή είναι και εξαιρετικά επικίνδυνη. Με την επικράτησή της, αυτοπεριορίζεται η συζήτηση των στρατηγικών και τακτικών κινήσεων, λιγοστεύουν οι διπλωματικές επιλογές και στενεύει ο δρόμος των μελλοντικών δυνατοτήτων. Οι πραγματικές διαστάσεις διαστρεβλώνονται και τα ουσιαστικά διακυβεύματα παρανοούνται.

Με δυο λόγια, είναι αξιοθρήνητη η εικόνα μιας Ευρώπης που εκπέμπει σήματα που δείχνουν ότι αισθάνεται πως απειλείται ταυτόχρονα από την Ρωσία και από τις ΗΠΑ.

Μακροπρόθεσμα, η εξέλιξη των ευρωατλαντικών σχέσεων μπορεί και πρέπει να είναι μια σύνθετη, πολυπαραγοντική διαδικασία αναζήτησης ενός νέου, τροποποιημένου συμβολαίου ευρωατλαντικής και διεθνούς συμβίωσης. Βραχυπρόθεσμα, η έκβαση του Ουκρανικού θα επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί η ευρωατλαντική σχέση. Αν δεν υπάρξει λύση, το «διαζύγιο» Ευρώπης-ΗΠΑ θα είναι άσχημο, και -σε αυτό το αρνητικό σενάριο- θα συμπεριλαμβάνεται η αμερικανική καταγγελία ότι η Ευρώπη είναι υπεύθυνη για τον πόλεμο που συνεχίζεται. Με τη σειρά του, ο συνεχιζόμενος πόλεμος θα αυξήσει τόσο τις πιθανότητες γενικότερης ανάφλεξης όσο και τις περαιτέρω εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ-Ευρώπης.

Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ. Βιβλία, άρθρα και παρεμβάσεις του έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά.