Η έκθεση «Αθήνα, 200+ χρόνια 200+ κτίρια», που φιλοξενείται στον Πύργο Βιβλίων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, καταγράφει εξαιρετικά υψηλή επισκεψιμότητα και έντονο δημόσιο ενδιαφέρον, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της αρχιτεκτονικής στην εξέλιξη μιας πόλης. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη αποτύπωση της ιστορίας της πρωτεύουσας από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους έως σήμερα, αναδεικνύοντας τον ρόλο της αρχιτεκτονικής στη διαμόρφωση της αστικής ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης.

Στον κατάμεστο από κόσμο χώρο της έκθεσης την ημέρα των εγκαινίων, οι παρεμβάσεις του Προέδρου του Εποπτικού Συνεδρίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης κου Σταύρου Ζουμπουλάκη, του Προέδρου του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης κου Λάζαρου Βρυζίδη, αλλά και της Ομότιμης Καθηγήτριας ΕΜΠ κας Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη και του Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ κου Μανόλη Κορρέ προσέφεραν κρίσιμες επιστημονικές αναγνώσεις για τον ρόλο των κτιρίων ως πολιτισμικών φορέων.

Ιδιαίτερη επίσης βαρύτητα είχε η ξενάγηση της Κυριακής 4 Ιανουαρίου από τον επιμελητή της έκθεσης και καθηγητή ΠΑΔΑ, κο Παναγιώτη Πάγκαλο, ο οποίος ανέπτυξε τον εννοιολογικό άξονα της έκθεσης. Ακόμη, ο ιστορικός και πρόεδρος του Συλλόγου των Αθηναίων κος Ελευθέριος Σκιαδάς αναφέρθηκε στα σημαντικότερα τοπόσημα, αλλά και στα χωρικά μυστικά της Αθήνας.

«Πριν από δύο αιώνες περίπου, η Αθήνα υπέστη έναν ραγδαίο και συχνά ασύντακτο μετασχηματισμό, καθώς ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα ενός νεοσύστατου κράτους, το οποίο στερούνταν ακόμη μιας διαμορφωμένης πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας», αναφέρει ο κος Πάγκαλος σχετικά με την αρχιτεκτονική εξέλιξη της πόλης. Όπως τονίζει ο ίδιος: «Έτσι, φορτισμένη με το συμβολικό κεφάλαιο του κλασικού παρελθόντος, μια πόλη με όνομα βαρύ, μια πόλη αιωρούμενη, μια πόλη-ιδέα, μια πόλη σχεδόν αποκομμένη από το πραγματικό έδαφός της και τις ιστορικές της συνέχειες, αναδείχθηκε σε πνευματικό σύμβολο και διοικητικό κέντρο. Από τότε, η Αθήνα διανύει μια παρατεταμένη περίοδο «εφηβείας», κατά την οποία οι αντιφάσεις μεταξύ μνήμης και νεωτερικότητας παραμένουν ενεργές και συχνά άλυτες.

Τα διακόσια και πλέον κτήρια που εξετάζονται στο παρόν εγχείρημα λειτουργούν ως μαρτυρίες αυτής της διαδρομής. Αφενός, αναδεικνύουν τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως μηχανισμού συγκρότησης της ιστορικής συνείδησης, μέσα από τις μορφές, τις τυπολογίες και τις χωρικές ιεραρχίες που εγγράφουν ιδεολογικές αξίες στον αστικό χώρο. Αφετέρου, καταγράφουν την επίδραση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στις μορφολογικές μεταβολές της πόλης, αποτυπώνοντας τη διαρκή διαπραγμάτευση μεταξύ παράδοσης και προόδου.»

Η έκθεση, κατά τον επιμελητή Παναγιώτη Πάγκαλο, προτείνει μια αναστοχαστική προσέγγιση της αστικής ιστορίας της Αθήνας, όχι μόνο ως γραμμικής εξέλιξης, αλλά κυρίως ως πολυσύνθετης και συχνά αμφίσημης διαδικασίας, με στόχο να προσφέρει το θεωρητικό και ερμηνευτικό πλαίσιο για μια ευρύτερη κατανόηση της πορείας τόσο της πόλης όσο και του ελληνικού κράτους προς τη σύγχρονη Δημοκρατία.