Η ζωή δεν υπήρξε δίκαιη με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς.
Τη δολοφονία του από το χέρι του Κωνσταντίνου και του Γεώργιου Μαυρομιχάλη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 στο Ναύπλιο;
Το γεγονός ότι πολλές δεκαετίες μετά το θάνατό του (αρχικά το 1945 και κατόπιν από το 1983) η μορφή του κόσμησε τιμής ένεκεν το μάλλον ταπεινό χαρτονόμισμα των 500 δραχμών και όχι κάποιο μεγαλύτερης αξίας αξιόγραφο;
Το σχέδιο αναδιάρθρωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης που πήρε μεν το όνομά του το 1997, αλλά αντικαταστάθηκε από εκείνο του Καλλικράτη το 2010;

Ή μήπως την απόφαση του σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή να μεταφέρει τον βίο και την πολιτεία του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας – ευτυχώς, όχι καθ’ ολοκληρίαν αλλά μόνο τα τελευταία 18 χρόνια της- στη μεγάλη οθόνη; Στ’ αλήθεια δεν μπορεί να είναι κανείς βέβαιος τι απ’ όσα βρήκαν τον Ιωάννη Καποδίστρια εν ζωή αλλά και μετά θάνατον είναι χειρότερο.
Η ιστορία ενός sold out
Το ενδιαφέρον πάντως του κοινού για το πιο πρόσφατο κινηματογραφικό πόνημα του Έλληνα σκηνοθέτη, από το σύμπαν του οποίου έχουν περάσει (ή δεν έχουν γλιτώσει – εξαρτάται τη σκοπιά που βλέπει κανείς τα πράγματα) ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Ιωάννης Βαρβάκης και βέβαια ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος είναι ζωηρό. Κι αυτό είναι κάτι που αντιλαμβάνεται κανείς πριν ακόμα περάσει το κατώφλι της σκοτεινής αίθουσας για να παρακολουθήσει το πολυσυζητημένο ιστορικό δράμα που τελικά τα καταφέρνει περίφημα ως παρωδία.

Ένα εικοσιτετράωρο πριν βρεθώ στο κατώφλι του σινεμά, παρακινημένος από τις Σειρήνες τόσο των Σμαραγδο-λάτρεων όσο και των Σμαραγδο-κλαστών και σχεδόν συγκινημένος από το νέο εθνικό beef, κατάφερα να βρω ένα από τα τρία τελευταία εισιτήρια για την απογευματινή προβολή της Παρασκευής.
Η αίθουσα γεμάτη. Όχι μόνο από το κοινό – ζευγάρια millennials και boomers, οικογένειες σε πλήρη απαρτία με τα νεότερα μέλη τους σε ρεσιτάλ doom scrolling πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την προβολή αλλά και εντυπωσιακά πολλές παρέες γυναικών όλων των γενεών- αλλά και από μια άρρητη αλλά παρούσα προσδοκία.
«Μπάρμπα Γιάννης» ο viral
Ο Καποδίστριας ή μπάρμπα Γιάννης, όπως τον προσφωνούν οι πολίτες του Ναυπλίου μετά την έλευσή του στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, είναι αναντίρρητα το viral των ημερών. Κι εδώ που τα λέμε τι μπορεί να πάει λάθος σε ένα ιστορικό δράμα και μάλιστα με κεντρικό ήρωα τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας;
Μόνο τα σκηνικά και τα κοστούμια να χαζέψει κανείς, περνάει η ώρα. Άλλωστε έχουμε αντέξει και έξι σεζόν «Downton Abbey» στη θητεία μας ως τηλεθεατές απεργαζόμενοι την τέχνη της παθητικότητας.

Το ζήτημα βέβαια είναι πως στον κατά Σμαραγδή Καποδίστρια ακόμα και τα σκηνικά και τα κοστούμια χωλαίνουν. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε για παράδειγμα ο περίφημος διπλωμάτης, κατόπιν υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και μετέπειτα κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους να εμφανίζεται να φορά το ίδιο (γαλάζιο) κοστούμι σε προεπαναστατικούς εορτασμούς του Πάσχα στην Κέρκυρα και ακριβώς το ίδιο κι απαράλλαχτο μια δεκαετία και βάλε μετά. Ναι, αυτός πέθανε, τα κοστούμια συνέχισαν να ζουν.
Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως
Ακριβώς η ίδια επανάληψη συμβαίνει και με τα σκηνικά. Το σπίτι στην Ελβετία όπου ο Καποδίστριας διαμένει μετά την παραίτησή του από το ρωσικό υπουργείο εξωτερικών είναι το ίδιο που συναντά πολλά χρόνια μετά την αγαπημένη του Ρωξάνδρα.
Για να μη μιλήσει κανείς για το απέραντο γαλάζιο της ελληνικής θάλασσας που θεωρήθηκε ιδανικό και κυρίως πειστικό σκηνικό για να αναπαραστήσει μια ελβετική λίμνη, όπου ο Καποδίστριας υψώνει το ελληνικό ανάστημά του απέναντι στις δολιότητες της αγγλικής διπλωματίας.

Ή για τη σκηνή deja vu, επίσης στην Ελβετία, με την υποδοχή του Έλληνα διπλωμάτη από τους ντόπιους που βλέπουμε το 1813 και επαναλαμβάνεται μια πενταετία αργότερα. Τι στην ευχή; Μέρα δεν πέρασε πάνω από τους Ελβετούς.
Τι δηλαδή; Το πρόβλημα στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή με τους διαπρύσιους υποστηρικτές και τους ευφάνταστους σε αποδόμηση πολέμιους είναι ο βαθμός λούσου που έχει η σκηνογραφία και η ενδυματολογία; Φυσικά και όχι.
Λίγο κλισέ ακόμα
Το ζήτημα είναι ότι ο θεατής μοιραία εστιάζει και ασχολείται με αυτά, αφού δεν υπάρχει υπόθεση, πλοκή, για να μην τα πολυλογούμε σενάριο.
Είναι σαν κανείς να φυλλομετρά ατάκτως εριμμένες αναρτήσεις σε ένα φανταστικό σοσιαλμιντιακό feed των αρχών του 19ου αιώνα. Ασύνδετα στιγμιότυπα που αποδυναμώνονται ακόμα περισσότερο από τους παιδαριώδεις διαλόγους που ανταγωνίζονται στα ίσια τη μεγάλη της σαπουνόπερας σχολή (ναι, τη λατινοαμερικάνικη). Επικοί, πομπώδεις και λυρικοί. Χωρίς λόγο.

Όσο για την ιστορική αφήγηση; Μολονότι δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω εάν και κατά πόσο ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του μελέτησαν επισταμένως τις πηγές και τα αρχεία, η αίσθηση που αποκόμισα ως μέσος θεατής είναι πως η έρευνα έγινε επιδερμικά και στο πόδι. Απλώς και μόνο για να υπηρετήσει το αφήγημα της αγιογραφίας που απλώνεται φλύαρα και άλλο τόσο μεγαλόστομα σε 128 λεπτά της ώρας.
Ωσαννά
Μιλώντας για αγιογραφίες, για τον Γιάννη Σμαραγδή ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι περισσότερο ένας άγιος εν αναμονή της αγιοκατάταξής του, παρά ένας ευπατρίδης πολιτικός που ανέλαβε την ευθύνη αλλά και το τίμημα να δημιουργήσει μια χώρα από το τίποτα.
Προσεύχεται, σταυροκοπιέται, έχει οράματα της Παναγίας, την οποία υποδύεται η απόγονος του πολιτικού ηθοποιός Ναταλία Καποδίστρια . Είναι ο Μεσσίας και ο λυτρωτής που στη θέση του φωτοστέφανου έχει τα – ομολογουμένως υπέροχα ψαρά- μαλλιά του πρωταγωνιστή Αντώνη Μυριαγκού.

Αυτός είναι ίσως και ο μόνος που διασώζεται από τη δίνη της ταινίας που μπορεί να έγινε με την καλύτερη πρόθεση, αλλά μένει στη σκιά του χαμηλού της προϋπολογισμού, των ευκολιών, των κλισέ αφορισμών, των στερεοτύπων και του χαϊδέματος μιας ιστορικής προσωπικότητας.
Ο Μυριαγκός είναι και εκείνος για τον οποίο ακούς να ψιθυρίζονται τα περισσότερα σχόλια – θαυμασμού ως επί το πλείστον- από τους θεατές.
Ας μιλήσει ο λαός
Κάποιες σκόρπιες αντιδράσεις υπάρχουν και στις εμφανίσεις του καγκελάριου Μέτερνιχ που υποδύεται ο ηθοποιός Φίνμπαρ Λιντς και στον οποίο πιθανότατα κάποιος έδωσε εντολή να μελετήσει τα best of της αείμνηστης Τασώς Καββαδία για το ρόλο του. Και μόνο πάντως για τις φορές που χτυπά το χέρι του στο τραπέζι έχει κάθε λόγο να ζητήσει βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα.

Στο τέλος του φιλμ στην αίθουσα όπου το παρακολούθησα δεν υπήρξε χειροκρότημα, ενθουσιώδεις ιαχές ή αποθέωση. Ούτε είδα τη μοκέτα του κινηματογράφου νοτισμένη από τα δάκρυα των θεατών. Μόνο κάποιες σκόρπιες κουβέντες «για το παιδί που υποδύεται τον Καποδίστρια» και «για τους κοτζαμπάσηδες που δεν ήθελαν να πληρώνουν φόρους και τον “έφαγαν”».
Προσωπικά πάλι έφυγα με την απορία πώς μέσα σε 128 λεπτά φλυαρίας και αποσπασματικότητας δε βρέθηκε λίγος χώρος για να αναδειχτεί η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στη διάδοση της πατάτας στη χώρα μας. Ίσως βέβαια οποιαδήποτε αναφορά σε πατάτα να απαλείφθηκε σκόπιμα. Για ευνόητους λόγους.








