Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Αφήγημα…

Αυτή τον άκουσε καθώς έκλεινε πίσω της την πόρτα, αλλά όχι σε λόγια ανθρώπινα. Τον συριγμό του αέρα άκουσε, ανάμεσα στα δόντια του, όπως θροίζει φάντασμα σβήνοντας στο τοπίο, φίδι που σέρνεται στο αρχικό πεδίο. Στα ηλιοτρόπια.

Αυτός έχασε τότε εκείνη την πρόσκαιρη αίσθηση της σωματικής διαύγειας, που του έδινε συγχρόνως η απουσία της μιας και η παρουσία της άλλης. Αίσθηση που αντικαθιστούσε όλους τους δισταγμούς του, όλο το θαμπό σύστημα που του εξασφάλιζε τον τρόπο να μην φοβάται, παρότι ήξερε πως έτσι ο φόβος θα τον καταλάμβανε ξανά από την αρχή, επαναφέροντάς τον στην αρχή του φόβου. Σαν να μην υπήρχε – ακόμα και στο κέντρο του οξύνευρου συναισθήματος που θα επακολουθούσε – τίποτα περισσότερο από προαίσθημα απείρως πιο οξύ, επειδή ήταν αναμενόμενο.

Κι έτσι, στην περίοδο του γενικού αποχωρισμού που ανοίγονταν μπροστά του, τότε που, εγκαταλελειμμένος όχι από άνθρωπο αλλά από αυταπάτες, θα έπρεπε να υποφέρει περισσότερο, αλλά και που, υποφέροντας, δεν θα άφηνε χώρο σε καμία μεγαλύτερη απειλή, τώρα λοιπόν, που δεν θα ανέμενε τίποτα έλλειψη παρόντος, μια που και το μέλλον ήταν εμφανώς πίσω του, τώρα η αίσθηση εκείνης της σωματικής διαύγειας θα έδινε τη θέση της σε μια βαθύτερη γνώση.

Όχι ως ανταμοιβή πόνων και κόπων αλλά ως δικαίωση και δικαίωμα σε μια αδιαφορία βιωματική, μια λειασμένη ένταση, απόρροια εκείνου του λευκού συναισθήματος που δεν προετοιμάζεται, δεν μεταδίδεται και που ίσως δεν υπάρχει. Μετάβαση στο λευκό. Αλλά το λευκό είναι το καταφύγιο των χρωμάτων.

Γαλήνια ανυπαρξία; Ναι, αν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με έναν τόσο αντιφατικό αλλά και τόσο ακριβή επιθετικό προσδιορισμό, το λευκό.

Εκεί θα αναδύονταν γι’ αυτόν το μέλλον, όμοιο με το μέλλον όλων των θνητών, όμοιο με το μέλλον του θανάτου όταν συναντά τον θάνατο.

Θα ήθελε να μιλήσει και στις δύο, να τις αφήσει να μιλήσουν μεταξύ τους, να ζήσει και με τις δύο, να τις οδηγήσει εκεί που θα τον έβλεπαν να μη συμπεριφέρεται όπως τις είχε συνηθίσει προκειμένου να προτρέπει και να επιτηρεί.

Θα ήθελε να τον συνοδεύσουν σε ένα δίκαιο μέρος, εκτός πόλεως, όπου τίποτα δεν θα απειλούσε κανέναν.

Έξερε πως αυτό το μέρος δεν είναι άλλο από τον τόπο όπου, παρευρισκόμενος κάθε φορά με τους ανθρώπους, μπορεί να μην είναι με τους ανθρώπους, και πως εκεί, στο ανύπαρκτο αυτό μέρος, εξαφανιζόμενος, θα χάνονταν μαζί του κάθε απειλή. Και σαν μια διπλή ανάληψη, σώματος και φρονήματος, θα χάνονταν κι ο ίδιος.

Σκέφτηκε πως αυτός ήταν που τις εμπόδιζε. Αυτές επέτρεπαν μια βεβήλωση της ίδιας τους της γύμνιας. Αυτός απέτρεπε την αλληλεγγύη μεταξύ τους, εμποδίζοντας να εισέλθουν στην τροχιά της φύσης τους, στη σπαραχτική μοναδικότητα γυναικών που πάσχουν. Αυτός έδινε ένα όνομα παραπλανητικό σε εκείνη την καταφατική γυναικεία φύση, που δεν υπήρχε καν λόγος να προσποιείται πως καταφάσκει, αλλά ούτε και να μην αγαπά την κενή του χαρά.

Γιατί τις ονόμαζε, λοιπόν, αποδίδοντας τίτλους που τις καθιστούσαν έρμαια; Και αυτή η ονοματοθεσία πού οφειλόταν, αν όχι στην αλαζονεία του; Να και τη ματαιοδοξία του;

Αυτή η ονοματοθεσία από μια γλώσσα οριακή, δοσμένη από κάποιον που συνέχιζε να βρίσκει λέξεις για να διακυβεύει τον εαυτό του, αποδεικνυόταν τόσο ανεπαρκής, ώστε να τον οδηγεί σε μια κατάρρευση που τον προειδοποιούσε πως δεν εκπροσωπεί τίποτα για κανέναν, και πως, πολύ περισσότερο, αυτές που προς στιγμή βρέθηκαν αλληλέγγυες μαζί του, οι οποίες ήταν εκπρόσωποι των εγχειρημάτων του, θα ήταν και οι μόνες που θα μπορούσαν, από ένα ατέρμονο πέρασμα των ορίων τους – γυρίζοντας πίσω, οδεύοντας εμπρός – να υπάρχουν μέσα στην αποτυχία της πολυλογίας του, αλλά και πέραν αυτής.

Εκείνη τη στιγμή, αποχωρισμένος και από τις δύο, ελπίζοντας και μη ελπίζοντας να είναι και με τις δύο, αλλά χωρίς καμία βεβαιότητα πως θα βρει επιτέλους τον εαυτό του σ’ αυτούς τους ακατανόητους συνδυασμούς, πίστεψε, παρά τις ανοησίες του ή εξ αιτίας αυτών, πως είχε ανυψωθεί, πως εισέρχεται μυσταγωγικά σ’ έναν ύπνο, που δεν χρειάζεται ούτε διαύγεια ούτε συσκότιση ούτε χάσμα από τις αυταπάτες της έως τώρα ζωής του, προκειμένου να τον διασχίσει με την ακούσια βούληση ενός υπνοβάτη.

Ήταν αυτό λοιπόν το συναίσθημα του θανάτου;

Δεν μπόρεσε να το χαρεί πολύ. Ό,τι για λίγο τον είχε απομακρύνει από τον εαυτό του, τώρα σαρώθηκε ξανά από νόημα σε αυτή την εκ των προτέρων καταδικασμένη αναζήτηση προορισμού.

Ήταν, του λοιπού, σε θέση να το ανακαλύψει;

Μπορούσε να σιγάσει εντελώς την ίδια την επιθυμία προκειμένου να προορίζει και να προορίζεται;

Πίστεψε ασυναίσθητα πως θυσιάζοντας το πολυτιμότερο, θα το διατηρούσε άθικτο.

Και σε αυτή την υποτιθέμενη θυσία, ζήτησε να δώσει νόημα.

Έχασε λοιπόν τον προορισμό του, υποθέτοντας πως θα τον έβρισκε στην ποίηση. Περισσότερο από την παράβαση, είχε ανάγκη τον γεννήτορα Νόμο. Έγραψε ξανά.

Της λέει: «Αναπαριστώ την απώλεια αυτού που δεν μπορώ με λόγια να σου πω και παραπέμπω σε άλλους.»

Αυτή απαντά: «Τι ευαίσθητο πλάσμα! Ένα μικρό πονάκι; Δεν πειράζει! Πονεί όσο πρέπει.»

Της λέει: «Πονάει.»

Τού λέει: «Είσαι ακόμη ικανός για έναν αβέβαιο θεό.»

Αθήνα, 29 Απριλίου – 19 Ιουνίου 2005

Από το βιβλίο «Πομπές», εκδόσεις Ίνδικτος, 2008 (εξαντλημένο στον εκδότη).