Βαθμολογία

5: εξαιρετική

4: πολύ καλή

3: καλή

2: ενδιαφέρουσα

1: μέτρια

0: απαράδεκτη

«Ο Μπο φοβάται» (Beau is afraid, ΗΠΑ, 2022)

Ας ξεκινήσουμε με ένα κλισέ που όμως εν προκειμένω, κρίνεται απαραίτητο: υπάρχουν παράξενες ταινίες που ή δέχεσαι αμέσως να μπεις στον κόσμο τους και τις ακολουθείς ευλαβικά ή σε αποκλείουν αμέσως από τον κόσμο τους και δεν τις ακολουθείς καθόλου. Ο «Μπο φοβάται» ανήκει νομίζω ακριβώς σε αυτή την «κατηγορία» διχασμού. Εξαιρετικά δυσάρεστη, εξαιρετικά δυσνόητη, εξαιρετικά χαοτική αλλά και… εξαιρετική ταινία, η καλύτερη του Αρι Αστερ, ενός πραγματικά ταλαντούχου νεαρού Αμερικανού σκηνοθέτη που έγινε πολύ γνωστός πριν από μερικά χρόνια με το παγανιστικό θρίλερ (και όχι μόνο) «Μεσοκαλόκαιρο».

Εδώ, βρίσκεται στην καλύτερη ως σήμερα ,στιγμή του. Ενας αγνώριστος Χοακίν Φίνιξ, παχύς, με αραιά λευκά μαλιά και ένα αγωνιώδες βλέμμα καθόλη την διάρκεια της ταινίας, υποδύεται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, τον Μπο, που όντως φοβάται, τους πάντες με πρώτο τον εαυτό του. Το «ταξίδι» του, ταξίδι στην κυριολεξία, είναι σαν να βλέπεις την «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων» ακούγοντας στη διαπασών Black Sabbath με ακουστικά. Τα προφανή είναι ότι ο Μπο πνίγεται στις ενοχές του σε σχέση με όλα. Τα μη προφανή, είναι βεβαίως τα γιατί και ο Αστερ σκαλίζει την ψυχή του Μπο μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο για να τα βρει.

Με μια δημιουργική ελευθερία που κυριολεκτικά βγάζει μάτι ξεπερνώντας τα όρια της αυθαιρεσίας, ο σκηνοθέτης μεταφέρεται στον χρόνο, «παίζει» με την φαντασία και την πραγματικότητα, βάζει στο ίδιο μίξερ το ονειρικό και το αληθινό και φτιάχνει κάτι πέρα για πέρα πρωτότυπο, ευφάνταστο μα και …εξουθενωτικό. Και μέσα σε όλα αυτά σχολιάζει δεκάδες φαινόμενα της εποχής μας, από την άνευ λόγου βία μέχρι την απεραντοσύνη της μοναχικότητας, από την οπτικοακουστική τρέλα που συνδέεται με την κινητή τηλεφωνία μέχρι τις οικογενειακές αξίες που δείχνουν ανύπαρκτες. Το «Ο Μπο φοβάται» δεν είναι ταινία, είναι εμπειρία και ως τέτοια μπορεί κανείς, με την ίδια όρεξη, να παρακολουθήσει και τα 178 λεπτά διάρκειάς της. Αρκεί να αφήσει κι αυτός ελεύθερο τον εαυτό του και να μπει στον μυστήριο αλλά και αληθινό κόσμο της.

Βαθμολογία: 3 ½

ΑΘΗΝΑ: ΝΑΝΑ – INTEAΛ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ – ΦΟΙΒΟΣ – ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ – VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ – VILLAGE ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ – GROUPER ESCAPE ΙΛΙΟΝ – TOWN CINEMAS κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: CINEMA ONE – ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ κ.α.

«Διορθώσεις» (Ελλάδα, 2022) του Θοδωρή Σκριβάνου

Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ένα ντοκιμαντέρ για τον χορό δεν θα μπορούσε παρά να αφορά αποκλειστικά και μόνο όσους ασχολούνται μαζί του. Ομως σε αυτό ακριβώς το σημείο πετυχαίνει διάνα ο σκηνοθέτης της ταινίας «Διορθώσεις» Θοδωρής Σκριβάνος (που είναι μάλιστα η πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του). Με παράδειγμα τον ίδιο μου τον εαυτό μπορώ με το χέρι στην καρδιά να πω ότι οι «Διορθώσεις» έχουν την δυνατότητα να κεντρίσουν την περιέργεια του καθενός.

Αλλά γιατί;

Διότι ο Σκριβάνος κινηματογραφεί και μάλιστα πολύ καλά, την στιγμή, το τώρα. Δόξα τω Θεώ, εδώ δεν θα βρούμε δεκάδες ειδικούς να κάνουν στομφώδεις, βαρετές αναλύσεις περί χορού και να μην τους καταλαβαίνει κανείς πέρα από τους ειδικούς. Για την ακρίβεια, δεν θα βρούμε κανέναν να μιλά κοιτάζοντας τον φακό του Σκριβάνου.

Τι θα δούμε;

Θα δούμε μόνο ωμή κινηματογράφηση. Εθνική Λυρική Σκηνή, πρόβες, πόνος, χαρά, λύπη, ενθουσιασμός, απογοήτευση, ομαδικότητα, εγωισμοί, πρησμένα δάχτυλα ποδιών, τρομακτικοι κάλοι, μοδίστρες, κλωστές, σιδερώστρες, πουέντ, συσκέψεις, πρακτικά προβλήματα, διλλήματα, λήψεις αποφάσεων, ο Κωνσταντίνος Ρήγος να συμβουλεύεται ή να διατάζει, ο Γιώργος Κουμεντάκης να ακούει με ψυχραιμία ζητήματα όπως το άθλιο δάπεδο της ΕΛΣ και να ηρεμεί τα πνεύματα, σκηνογράφοι, εκπαιδευτές, επιλογή έργων, ανταλλαγές ιστοριών ανάμεσα σε χορευτές, κορδόνια, καδρόνια.

Ζωντάνια.

Είναι σχεδόν ανακουφιστικό που δεν υπάρχει λέξη αφήγησης, θα μπορούσε στ’ αλήθεια να καταστρέφε την ομορφιά και την γνησιότητα της κινηματογραφικής «γύμνιας», θα ήταν ξένο σώμα στην ταινία. Τα πρόσωπα που βλέπουμε στην οθόνη φέρονται σαν να μην υπάρχει μπροστά τους κάμερα οπότε το αποτέλεσμα, και να ήθελε ο Σκριβάνος, δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο φυσικό.

Είτε το θέλησε είτε όχι, αυτός ο μάγκας σκηνοθέτης πέτυχε κάτι που θεωρητικά μοιάζει ακατόρθωτο σε ένα τέτοιο εγχείρημα: σασπένς. Ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για τον χορό θα ένιωθα αγωνία για το τι θα γίνει παρακάτω.

Όμως ένιωσα.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΔΑΝΑΟΣ

«Ευλογία» (Benediction, Αγγλία, 2021)

Διανοούμενος, τρομερά καλλιεργημενος, ανοιχτά ομοφυλόφιλος και βετεράνος πλέον στον κινηματογράφο, ο 78χρονος Βρετανός Τέρενς Ντέιβις («The Neon Bible», «Ηρεμο πάθος») μας συστήνει εδώ την παράξενη, αδιαμφισβήτητα ενδιαφέρουσα αλλά εν τέλει στενάχωρη περίπτωση του βρετανού ποιητή Ζίγκφριντ Σασούν. Πνεύμα αριστοκρατικό αλλά συγχρόνως αντισυμβατικό, θαρραλέο και διαρκώς ανήσυχο, ο Σασούν τόλμησε, ως αξιωματικός του βρετανικού στρατού, να γράψει άρθρο σε βρετανική εφημερίδα όπου κατέθεσε τις απόψεις του για την αναγκαιότητα της απομάκρυνσης της πατρίδας του από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ αυτός μαινόταν.

Λόγος για τον οποίο ο στρατός απομάκρυνε τον Σασούν από τα καθήκοντά του στέλνοντάς τον σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Ο Ντέιβις αγαπά την ομορφιά των καλοζυγισμένων πλάνων, την ομορφιά του φυσικού τοπίου και του εκλεπτισμένου ντεκόρ, όπως και την ομορφιά των σύνθετων, ασυνήθιστων λέξεων, εκείνων που πολλές φορές σε κάνουν να ανατρέξεις σε λεξικό. Η ταινία πλημμυρίζει από όλα αυτά και ιδιαίτερα η ετυμολογία του Σασούν (Τζακ Λόουντεν) είναι απολαυστική, είτε τις συζητήσεις με έναν ψυχίατρο ή με τους πολλούς εραστές του.

Ακόμα και όταν ήταν πια ηλικιωμένος, πικραμένος και πολύ χολωμένος για πολλά θέματα, χαίρεσαι να νιώθεις να εκφράζει με λέξεις την τοξικότητά του (μεγάλο τον υποδύεται ο Πίτερ Καπάλντι). Ωστόσο από κάποια στιγμή και μετά η ομοφυλοφιλία του Σασούν όπως και οι θυσίες που έκανε εξαιτίας της (η ομοφυλοφιλία που κάποτε και για πολλά χρόνια θεωρούνταν ποινικό αδίκημα στο Ηνωμένο Βασίλειο τον οδήγησε στον γάμο με μια γυναίκα που του ήταν μάλλον αδιάφορη) γίνεται εμμονικά το βασικό θέμα της ταινίας και εκεί ο Ντέιβις δεν καταφέρνει να αποφύγει τον πλατειασμό.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: EΛΛΗ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΖΕΑ κ.α.

«Μάλιστα σεφ!» («La brigade», Γαλλία, 2022)

Στις αμέτρητες πλέον ταινίες που μοιάζουν να εκμεταλλεύονται την τηλεοπτική πέραση που έχει εδώ και μερικά χρόνια η μαγειρική, προστίθεται και η συμπαθητική γαλλική παραγωγή της οποίας το ατού είναι ότι αφουγκράζεται ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα, αφού η κεντρική της ηρωίδα, η Κατί Μαρί, μια σεφ που δεν κατάφερε ποτέ να γίνει διάσημη ενώ θα μπορούσε, αναλαμβάνει την κουζίνα ενός κέντρου μεταναστών στα περίχωρα του Παρισιού.

Η ίδια η Κατί Μαρί είναι το πιο μαγνητικό στοιχείο της ιστορίας χάρη στην πηγαία ενέργεια με την οποία την υποδύεται η Οντρέ Λαμί (το πρόσωπο της οποίας ασκεί κάτι από την «τριγωνική» γοητεία εκείνου της Στεφάν Οντράν που συμπτωματικά έπαιξε επίσης μια σεφ στο αριστούργημα του Γκάμπριελ Άξελ «Η γιορτή της Μπαμπέτ»). Ενταγμένη σε ένα περιβάλλον όπου η ποσότητα μετράει περισσότερο από την ποιότητα, η Κατί Μαρί, με τον τρόπο της, αυστηρή αλλά συγχρόνως ανθρώπινη, θα σταθεί αφορμή έτσι ώστε αυτά τα άτυχα παιδιά που ταΐζει, να αρχίσουν να σκέφτονται διαφορετικά, να αποκτούν σκοπό στην ζωή τους, να πιστεύουν ότι τα οράματά τους μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

Κινηματογραφικά μιλώντας, ο Ζαν Λουί Πετί μας δίνει μια συμβατικά γυρισμένη καθόλου εντυπωσιακή ταινία, από την οποία όμως δεν λείπουν η ψυχή και οι βοηθητικοί ρόλοι, όπως του Φρανσουά Κλουζέ που υποδύεται τον κουρασμένο αλλά επίμονο διευθυντή του κέντρου.

Βαθμολογία: 2 1/2

ΑΘΗΝΑ: ΑΣΤΟΡ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΣΙΝΕΑΚ κ.α.

«Λουνάνα, ένα γιακ μέσα στην τάξη» (Lunana, Μπουτάν, 2019)

Αμέτρητες όμως είναι και οι ιστορίες ανάμεσα σε δασκάλους και μαθητές που έχουν τροφοδοτήσει τον κινηματογράφο, όπως συμβαίνει στην «Λουνάνα», μια ταινία από το Μπουτάν, που μάλιστα υπήρξε υποψήφια για το Οσκαρ Διεθνούς Ταινίας 2022. Εδώ, ένας νεαρός δάσκαλος που διαρκώς δηλώνει ότι δεν αγαπά καθόλου το επάγγελμά του καθώς ανέκαθεν προτιμούσε την φήμη ενός ποπ σταρ, θα αρχίσει να αλλάζει στάση από την στιγμή που θα βρει θέση στον μικρόκοσμο ενός χωριού των Ιμαλαϊων στο οποίο για να φτάσει κανείς από τον κοντινότερο σταθμο «πολιτισμού» θα πρέπει να περπατήσει ημέρες.

Πάνω σε αυτή την αλλαγή του κεντρικού ήρωα είναι χτισμένο το σενάριο της ταινίας που σκηνοθέτησε ο Πάου Τσόινινγκ Ντόρχι γυρίζοντάς την εξ’ολοκλήρου στο πραγματικό χωριό Λουνάνα, όπου ο δάσκαλος δεν θα βρει τίποτα υλικό που να θυμίζει πολιτισμό (έχουν πάρει ειδικά για αυτόν χαρτί τουαλέτας διότι για τους κατοίκους τα φύλα των δέντρων είναι αρκετά). Αν και κάπως προβλέψιμη στην εξέλιξή της και γεμάτη από συναισθήματα που περιμένεις να νιώσεις, η ταινία επιτυγχάνει τον στόχο της που είναι να μας κάνει να γευτούμε την αγνότητα ενός εντελώς παρθένου εσωτερικού πολιτισμού, πολύ ανώτερου από τον δικό μας, ο οποίος παρά τα πολλά προβλήματα που τον ζώνουν αποδεικνύει με την στάση του πόσο λίγα τελικά χρειάζονται όσοι αναζητούν την ποιότητα ζωής.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΔΑΝΑΟΣ

Επίσης στις αίθουσες

«Στα ίχνη του δολοφόνου» (To catch a killer, ΗΠΑ, 2023).

Ποιο το νόημα να τρέχεις στον κινηματογράφο να δεις μια ταινία της οποίας το στιλ, το στόρι, η δομή, η κινηματογράφηση και το μοντάζ «πατούν» πλήρως στο μοντέλο που έχει τα τελευταία χρόνια αναπτυχθεί σε ανάλογες τηλεοπτικές σειρές ή σειρές που γυρίζονται για ψηφιακές πλατφόρμες; Σαν επεισόδιο μιας τέτοιας σειράς είναι το «Στα ίχνη του δολοφόνου». Ο κινηματογράφος, αν θέλει να υφίσταται, οφείλει να ξεφεύγει από το τηλεοπτικό κατεστημένο, όχι να το κοπιάρει όπως ακριβώς συμβαίνει σε αυτό το κατά τα άλλα συμπαθές b movie στo οποίo μια ομάδα αστυνομικών προσπαθεί να ανακαλύψει τα… ίχνη ενός δολοφόνου (παίζουν Μπεν Μέντελσον, Σαϊλίν Γούντλεϊ κ.α.)

Βαθμολογία: 2

ΑΘΗΝΑ: VILLAGE MALL – VILLAGE ΡENTH – ΑΕΛΛΩ – ΝΑΝΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ – ΦΟΙΒΟΣ – TOWN CINEMAS κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE COSMOS – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ

«Κάτσε στ’ αυγά σου» (Little Eggs)

Νέες περιπέτειες για τον κόκορας, την πουλάδα και τα δυο τους αβγά σε μια animation ταινία των Γκαμπριέλ και Ροντόλφο Ρίβα Παλάσιο Αλατρίστε που τους δημιούργησαν. Καταλήγουν στο Κονγκό όπου διοργανώνονται μυστικά γεύματα για εκατομμυριούχους. Η σωτηρία των αβγών δεν θα είναι εύκολη υπόθεση αλλά πέρα από το χιούμορ και τα πολλά απρόβλεπτα η ταινία κάτι έχει επίσης να πει για το περίφημο ζήτημα της σωστής διατροφής. Με άλλα λόγια, αφήστε τ’αβγά στην ησυχία τους!

Βαθμολογία: 2

(προβάλλεται σε περισσότερες από 60 αίθουσες της Ελλάδας)