Το εφετινό Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων (για το έτος 2021) δεν το έλαβε δημιουργός, κάποιος ποιητής ή πεζογράφος. Κατευθύνθηκε ωστόσο προς τη λογοτεχνία υπό την ευρεία έννοια, όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, σε έναν συστηματικό αναγνώστη και αναλυτή των κειμένων, έναν ακαδημαϊκό εκπρόσωπο της θεωρίας και της κριτικής. Τις προάλλες απονεμήθηκε αυτή η σημαντικότατη τιμή στον 65χρονο Δημήτρη Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, για «το πλούσιο έργο του», όπως επεσήμανε η επιτροπή στο σκεπτικό της, ένα έργο που «συνδέει τη λογοτεχνία με την κουλτούρα και την κοινωνία, με τα πολιτικά και τα πολιτισμικά συμφραζόμενα, συμβάλλοντας στην υπεράσπιση των ευρύτερων ανθρωπιστικών επιστημών και στη σοβαρή μελέτη ζητημάτων ιδεολογίας και ταυτότητας του νεότερου Ελληνισμού».

Ο ίδιος, μιλώντας προς «Το Βήμα» από την Αγγλία, τόνισε ότι «εκτός από την επιβράβευση του έργου μου, η οποία ασφαλώς με ικανοποιεί και με χαροποιεί πολύ, νομίζω ότι αποτελεί και μια αναγνώριση του αγώνα που δίνουν όλοι οι νεοελληνιστές ανά τον κόσμο προκειμένου να αναδείξουν την ελληνική λογοτεχνία και τον ελληνικό πολιτισμό. Πλην όμως, αυτού του είδους τα βραβεία πρέπει να προκαλούν και συζητήσεις, όπως γίνεται ως έναν βαθμό εδώ, λόγου χάρη, με το Βραβείο Booker. Το θέμα είναι να πυροδοτούνται συζητήσεις για τα βιβλία και να προσελκύεται, αντιστοίχως, το κοινό σε αυτές. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, είτε λόγω της δομής του θεσμού είτε λόγω των διαδικασιών του. Δεν γίνεται πάντως τα λογοτεχνικά βραβεία να απασχολούν μόνο τις επιτροπές, τους υποψηφίους ή τους βραβευθέντες. Επιπλέον, έχω την εντύπωση ότι είμαι ο νεότερος που έχει πάρει το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων και θα ήθελα να δω τον ηλικιακό μέσο όρο να κατεβαίνει ακόμη περισσότερο» συμπλήρωσε.

Η διπλή αποστολή

Ο Δημήτρης Τζιόβας, που γεννήθηκε στα Ιωάννινα, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ από το 1985. «Σπούδασα στην Ελλάδα, αλλά το διδακτορικό μου το έκανα στην Αγγλία. Δεν σκόπευα να μείνω στο εξωτερικό. Ανέλαβα την έδρα των Νεοελληνικών Σπουδών όταν η Μάργκαρετ Αλεξίου, η προκάτοχός μου, μετέβη στο Χάρβαρντ. Ομως οφείλω να παραδεχθώ ότι, από ένα σημείο και μετά, άρχισα να το αντιμετωπίζω όλο αυτό ως σκοπό της ζωής μου. Εν πάση περιπτώσει, δέθηκα πολύ με το αντικείμενό μου. Και νομίζω ότι έχω επιτελέσει μια διπλή αποστολή μέσα στα χρόνια, έχω συνεισφέρει και προς τον αγγλόφωνο χώρο και προς την Ελλάδα».

Αραγε δεν αισθάνθηκε ποτέ σαν «εξωτερικός» ή πιο «αντικειμενικός» παρατηρητής σε σχέση με τα τεκταινόμενα στη χώρα μας; «Το βέβαιον είναι ότι δεν αισθάνθηκα ποτέ να μειονεκτώ σε κάτι. Αντιθέτως μάλιστα, θα έλεγα ότι διδάσκοντας κανείς στο εξωτερικό βλέπει αναπόφευκτα τη μεγάλη εικόνα, παρακολουθώντας τάσεις, κάνοντας συγκρίσεις, προβαίνοντας στις γόνιμες και προβλεπόμενες πια διεπιστημονικές συνδέσεις. Η ματιά διευρύνεται, βγαίνει κανείς από τα στεγανά ενός δεδομένου πεδίου. Προσωπικά δεν ασχολούμαι μόνο με τη λογοτεχνία, αλλά με τις ιδέες και τις πολιτισμικές εξελίξεις γενικότερα. Προφανώς και υπήρξαν κάποιες εντάσεις, ανάμεσα στους «εντός» και στους «εκτός», παλιότερα κυρίως, καθότι πολλά πράγματα δεν ήταν τόσο αποδεκτά ή δημοφιλή στην Ελλάδα (όπως και σε άλλες χώρες της επονομαζόμενης «περιφέρειας»). Το ζήτημα όμως είναι πώς τοποθετείται κανείς, κι εγώ τοποθετήθηκα δημιουργικά, θέλω να πιστεύω, ακούγοντας και τους «μέσα» και τους «έξω», διαμορφώνοντας μια διαλογική σχέση μεταξύ τους, όχι συγκρουσιακή».

Η Μεταπολίτευση έχει θεωρηθεί μια πολιτική στροφή. Ηταν όμως και μια πολιτισμική στροφή. Ενώ η πολιτική στροφή είναι μια κίνηση από τα πάνω προς τα κάτω, η πολιτισμική ακολουθεί την αντίστροφη κίνηση, από τα κάτω προς τα πάνω

 

Μια διαφοροποιημένη οπτική

Με το πρώτο του βιβλίο Μετά την αισθητική (1987) αλλά και μεταγενέστερα, όπως Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στον μεσοπόλεμο (1989) και Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης (1993), έργα που λειτούργησαν στα καθ’ ημάς και ως εισηγήσεις νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων και ως χρήσιμα πανεπιστημιακά εγχειρίδια, ο Δημήτρης Τζιόβας έγινε ευρύτερα γνωστός. Η πορεία έκτοτε αποδείχθηκε αρκούντως παραγωγική, στα επίπεδα της διδασκαλίας, της συγγραφής και της επιμέλειας. Συνέγραψε, μεταξύ άλλων, το βιβλίο Ο άλλος εαυτός: Ταυτότητα και κοινωνία στην νεοελληνική πεζογραφία (2007), που είχε εκδοθεί αρχικά στα αγγλικά (2003), και αργότερα το βιβλίο Ο μύθος της γενιάς του Τριάντα: Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία (2011). «Ουδέποτε περιορίστηκα σε έναν στενό φιλολογικό άξονα ή κάποιον κακώς εννοούμενο κειμενοκεντρισμό. Από τα κείμενα ξεκινούμε πάντοτε, προφανέστατα. Ομως, τι τα κάνουμε μετά; Πού αλλού τα εγγράφουμε; Από την αρχή κιόλας της σταδιοδρομίας μου προετοίμαζα, αν προτιμάτε, τη μετατόπισή μου από τη λογοτεχνία την ίδια προς το πεδίο του πολιτισμού ευρύτερα. Προς μια διαφοροποιημένη και συγχρόνως συμπεριληπτική οπτική πάνω στα πράγματα. Τη λογοτεχνική «Γενιά του Τριάντα» συγκεκριμένα, δεδομένης της αισθητικής και ιδεολογικής ανομοιογένειάς της, προσπάθησα να τη δω πέρα από την πεπατημένη, επιχείρησα να την ακτινογραφήσω αλλιώς, μέσα από τις ιδέες και τη δοκιμιακή της σκέψη, ώστε να διαπιστώσω αν υπήρχε ένας σταθερός πυρήνας, αν υπήρχε ένας κυρίαρχος προβληματισμός σε αυτήν. Το βιβλίο είχε απήχηση. Ομως, οι κατεστημένες απόψεις είναι σαν τους βράχους ενίοτε, αντιλαμβάνεστε. Δεν ξέρω σε ποιον βαθμό τα κατάφερα να τους μετακινήσω, για να είμαι ειλικρινής» ανέφερε ο Δημήτρης Τζιόβας, ο οποίος δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει, στο πλαίσιο της συνομιλίας μας, και την επί σειρά ετών επιφυλλιδογραφία του στην εφημερίδα «Το Βήμα», η οποία τον έφερε σε επαφή, όπως είπε, με ένα πλατύτερο κοινό.

Η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης

Τα δύο πιο πρόσφατα βιβλία του στα αγγλικά τα έγραψε «με υποτροφίες βρετανικών θεσμών», κάτι που επεσήμανε όλο νόημα. Μετά το Greece in Crisis: The Cultural Politics of Austerity (2017) ακολούθησε το τελευταίο, το Greece from Junta to Crisis: Modernization, Transition and Diversity (2021), που συνιστά «μια πολιτισμική ιστορία της Μεταπολίτευσης». Αναμένεται η μετάφρασή του στα ελληνικά εντός του 2022 από τις εκδόσεις Gutenberg με τίτλο Η Ελλάδα από τη χούντα στην κρίση και υπότιτλο Η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Γιατί επέλεξε, εν προκειμένω, τη λέξη «κουλτούρα»; Τι υποδηλώνει αυτό; «Η Μεταπολίτευση έχει θεωρηθεί μια πολιτική στροφή. Ηταν όμως και μια πολιτισμική στροφή. Ενώ λοιπόν η πολιτική στροφή είναι μια κίνηση από τα πάνω προς τα κάτω, η πολιτισμική ακολουθεί την αντίστροφη κίνηση, από τα κάτω προς τα πάνω. Η τελευταία συνεπάγεται μια διαδικασία αναστοχασμού, επανεξέτασης και απελευθέρωσης των ταυτοτήτων σε ετερόκλητα πεδία. Και οδηγεί στη διαφορετικότητα (ή για να χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό, τη διαφορο-ποικιλότητα [diversity]). Νομίζω ότι αυτή η έννοια είναι κρίσιμη για να δούμε πώς εξελίχθηκε η κατάσταση την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Και η Ελλάδα πέρασε μοιραία από την πολιτισμική ομογενοποίηση (σταθερή επιδίωξη από τον 19ο αιώνα, να δημιουργηθεί ένα συμπαγές έθνος-κράτος) στην αναγνώριση της λεγόμενης πολιτισμικής διαφοράς. Για αυτό ακριβώς επικεντρώνομαι στην κουλτούρα. Αλλωστε, ως προς τη Μεταπολίτευση, οι σχετικές αναφορές πληθαίνουν εσχάτως, δεν μεταχειρίζομαι μόνο εγώ όρους ή φράσεις όπως «η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης». Την προσεγγίζω πάντως, όπως και άλλοι, μέσα στη μακρά της διάρκεια (πέραν της υφιστάμενης αμηχανίας για το πότε τελειώνει). Ποιο είναι επομένως το βασικό γνώρισμα της κουλτούρας της Μεταπολίτευσης; Κατά τη γνώμη μου, οι ταυτότητες. Στον πληθυντικό αριθμό, επιμένω σε αυτό. Μια τέτοια θεώρηση συνάδει απολύτως με τις διεθνείς τάσεις. Ηρθε η ώρα να δούμε την Ελλάδα μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα».

Και συνέχισε: «Αν και είναι δύσκολο να αποσυνδέσουμε τις πολιτισμικές αξίες από εκείνες της καθημερινής ζωής, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δύο γενικές αντιλήψεις περί κουλτούρας καθόρισαν τα πολιτισμικά δρώμενα στην Ελλάδα μετά το 1974: η ουμανιστική, βασισμένη στον ελιτίστικο ορισμό της ως η επιλογή του καλύτερου/εκλεκτότερου και η ανθρωπολογική πρόσληψή της πρωτίστως ως τρόπου ζωής και ταυτότητας. Η παλαιότερη ουμανιστική αντίληψη για τον πολιτισμό προϋποθέτει κανονικοποίηση και ιεραρχία, με την υψηλή κουλτούρα να υπερισχύει έναντι της λαϊκής ή της υποκουλτούρας. Η σύγχρονη όμως αντίληψη ως τρόπου ζωής προϋποθέτει τον πλουραλισμό και την επιλογή και κατ’ επέκταση παραπέμπει στην εξατομίκευση και στην αμφισβήτηση της ιδέας ότι η κοινωνία είναι ένα συνεκτικό και συλλογικό σώμα. Η άνοδος της ανθρωπολογικής και βιοπολιτικής αντίληψης της κουλτούρας ως τρόπου ζωής, σε αντίθεση με την ουμανιστική της σύλληψη ως κληρονομιάς και πνευματικότητας, έχει προωθήσει τη σύνδεση της κουλτούρας με την ταυτότητα, και αυτή η σύνδεση με τη σειρά της έχει αναβιβάσει την πολιτική της ταυτότητας σε εξέχουσα θέση, όπως συμβαίνει σε άλλες δυτικές χώρες».

 

Οι δυσοίωνες προοπτικές

Και στον χώρο των ιδεών, ιδίως της κριτικής, τι συνέβη στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης; «Δεν υπάρχει πουθενά παρθενογένεση, ασφαλώς. Συντελέστηκε όμως στην Ελλάδα μια σημαντική αλλαγή. Ως τη δεκαετία του 1970 η χώρα ήταν προσδεμένη στο άρμα των Γάλλων. Στη δεκαετία του 1980 γίνεται μια μετατόπιση προς τους Αγγλοσάξονες. Εχουμε όχι μόνο αλλαγή παραδείγματος, αλλά συνολική αλλαγή του τρόπου σκέψης, έναν πιο κριτικό προσανατολισμό θα έλεγα». Και οι Νεοελληνικές Σπουδές στο εξωτερικό; Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε; «Παρατηρούμε ένα παράδοξο. Από τη μια μεριά, οι έδρες στο εξωτερικό μειώνονται. Χώρες ολόκληρες εντάσσονται σε ευρύτερα σύνολα. Δεν προκηρύσσεται πλέον μια θέση για την Ινδία αλλά για τη Νότια Ασία, όχι για την Αίγυπτο αλλά για τον αραβικό κόσμο. Πού εντάσσεται η Ελλάδα με βάση τα παραπάνω; Από την άλλη μεριά βεβαίως, αυξάνονται εντυπωσιακά τα βιβλία που γράφονται απευθείας στα αγγλικά από έλληνες επιστήμονες, κάτι που δεν συνέβαινε παλιότερα. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ο κατακερματισμός. Ολο και λιγότεροι φοιτητές στο εξωτερικό επιλέγουν τις νεοελληνικές σπουδές, θεωρούν ότι είναι μια επένδυση χωρίς προοπτική. Το μέλλον φαντάζει κάπως δυσοίωνο. Αν δεν στηρίξουν χορηγοί και ιδρύματα, οι εκτός της χώρας μας νεοελληνικές σπουδές σε λίγο δεν θα υπάρχουν. Θα έχουμε απλώς αρχαιολόγους ή ανθρωπολόγους που θα ασχολούνται, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, και με την Ελλάδα. Δεν θα είναι όμως ενταγμένοι σε νεοελληνικά τμήματα».

«Να μην αναζητούμε ακόμη την κρυμμένη ουσία του ελληνισμού»

Σε μια κουβέντα με τον Δημήτρη Τζιόβα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η «ελληνικότητα», αλίμονο. «Θα πρότεινα να ξεφύγουμε επιτέλους από την ουσιοκρατική αντίληψη της έννοιας της ελληνικότητας και να στραφούμε στη σχεσιακή. Να μην αναζητούμε ακόμη την κρυμμένη ουσία του ελληνισμού ή, όπως έλεγαν παλιότερα, τον “εθνικό χαρακτήρα” ή την “εθνική συνείδηση”. To θέμα είναι πώς κατασκευάζεται κάτι και πώς αναδιαμορφώνεται. Η έννοια της ελληνικότητας είναι εσωστρεφής, ενώ η έννοια της ταυτότητας είναι εξωστρεφής. Ειδικότερα στην περίοδο της Μεταπολίτευσης εντάθηκε η αγωνία για την εθνική (αυτο)εικόνα αλλά και ο λόγος περί στερεοτύπων. Ποτέ πριν δεν έγινε αυτό σε τέτοιον βαθμό. Στη Μεταπολίτευση συνυπάρχουν η αυτοπεποίθηση της πολιτικής σταθερότητας (ειρήνη, άνοδος του βιοτικού επιπέδου, θεσμικός εξευρωπαϊσμός) με την πολιτισμική ανασφάλεια του απειλούμενου έθνους (παγκοσμιοποίηση, μετανάστευση). Αυτή η αμφίρροπη συνθήκη παράγει ταυτοτική αβεβαιότητα. Κάτι που ισχύει ακόμη και ενδεχομένως επεκτείνεται. Τέλος πάντων, η ελληνικότητα είναι ένας άλλος τρόπος να μιλήσουμε για ταυτότητα».