Αφγανιστάν – SOS για τους πολιτιστικούς θησαυρούς του

Η πολιτιστική κληρονομιά της χώρας είναι τεράστια και εν μέρει άγνωστη. Τι θα συμβεί σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία τώρα που οι Ταλιμπάν είναι πάλι στην εξουσία;

Στο σταυροδρόμι των Δρόμων του Μεταξιού, μεταξύ της Κίνας, της Ινδίας, του Ιράν, της Κεντρικής Ασίας και της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η γεωγραφία του Αφγανιστάν δημιουργεί ένα χάος από βουνά που ποτίζονται με πλωτές οδούς, διατηρώντας στη μήτρα του τη μνήμη της ανθρωπότητας. Η διεθνής κοινότητα των αρχαιολόγων και των ειδημόνων απευθύνουν έκκληση για τη διάσωση όχι μόνο του πολιτισμικού κεφαλαίου του Αφγανιστάν αλλά και των ανθρώπων του οι οποίοι ανέδειξαν, διέσωσαν, διατήρησαν την υλική και άυλη πολιτιστική κληρονομιά του.

Η πολιτιστική κληρονομιά του Αφγανιστάν είναι τεράστια και εν μέρει άγνωστη. Για χιλιετίες, ήταν ένα σταυροδρόμι πολλών πολιτισμών που άφησαν μια αξιοσημείωτη κληρονομιά, από τους Μήδους και τους Πέρσες στους Ελληνες της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στους Σασσάνους, Αμπασίτες, Γκαζναβίτες, Γκουρίδες, Μογγόλους, Τιμουρίδες και άλλους πολιτισμούς. Οι οποίοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον για να φτάσουν στις διεκδικήσεις και τον ανταγωνισμό του 19ου αιώνα μεταξύ Ρωσίας και Βρετανίας, του Βασιλείου του Αφγανιστάν, και τέλος στη μακρά περίοδο των συγκρούσεων που ξεκίνησαν το 1979.

Ο κόσμος του πολιτισμού αναρωτιέται με αγωνία τι θα γίνει με αυτήν την εξαιρετική κληρονομιά τώρα που οι Ταλιμπάν είναι ξανά στην εξουσία στο Αφγανιστάν. «Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν σοβαρές συνέπειες για τον έλεγχο και τη διατήρηση των σημαντικών μνημείων και αρχαιολογικών χώρων της χώρας. Η ανάμνηση της εγκληματικής καταστροφής που υπέστησαν οι Βούδες 1.500 ετών του Μπαμιγιάν τον Μάρτιο του 2001 από τους Ταλιμπάν είναι ακόμα πολύ ζωντανή και θεωρείται σε όλο τον κόσμο ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα βαρβαρότητας κατά της πολιτιστικής κληρονομιάς», επισημαίνει ο Φραντσέσκο Μπανταρίν, αρχιτέκτονας και πρώην αξιωματούχος της UNESCO, στο κείμενό του που δημοσιεύεται στο Artnewspaper.com.

Με επιτακτικό τόνο στο άρθρο γνώμης του στη «Monde» ο γάλλος αρχαιολόγος Μπαστιέν Βαρούτσικος, ειδήμων σε αρχαιολογικές ανασκαφές σε εμπόλεμες ζώνες, επισημαίνει πως η προσπάθεια χορήγησης βίζας στους Αφγανούς οι οποίοι συμμετείχαν στην υπεράσπιση κοινών αξιών δεν περιλαμβάνει εκείνους που με κίνδυνο της ζωής τους προστατεύουν την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της χώρας τους. «Οσοι από εμάς είχαμε το προνόμιο να εργαστούμε για την αφγανική πολιτιστική κληρονομιά συνειδητοποιούμε ότι αυτή η κατηγορία επαγγελμάτων ξεχνιέται σε μεγάλο βαθμό από τα διάφορα προγράμματα χορήγησης βίζας που προσφέρονται από τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και άλλες χώρες. Ωστόσο, αυτοί οι επαγγελματίες του πολιτισμού, είτε είναι ερευνητές είτε φοιτητές, διευθυντές ή προσωπικό του μουσείου, έχουν εργαστεί για περισσότερα από είκοσι χρόνια για να ανοικοδομήσουν έναν πλούσιο, ποικίλο και πολύπλοκο αφγανικό πολιτισμό. Αυτή η προστασία μερικές φορές έρχεται σε αντίθεση με τις προσπάθειες των Ταλιμπάν, των οποίων η επιθυμία είναι να διατηρήσουν μόνο ιστορικές και πολιτιστικές αναπαραστάσεις που είναι σύμφωνες με την ιδιαίτερη θεολογία τους. Για τον λόγο αυτό, αυτοί οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν απειληθεί και τώρα κινδυνεύουν με θάνατο», γράφει ο γάλλος αρχαιολόγος.

Υπάρχουν διαφορετικές φατρίες μέσα στη νέα γενιά των μαχητών των Ταλιμπάν και οι ηγέτες τους προσπαθούν να καθησυχάσουν τη διεθνή κοινότητα με τις μετριοπαθείς προθέσεις τους. Ωστόσο, άλλα, πιο ριζοσπαστικά στοιχεία θα μπορούσαν να επαναφέρουν το θηριώδες και καταπιεστικό καθεστώς τους. Σε αυτή την περίπτωση, η αφγανική κληρονομιά κινδυνεύει από επιθέσεις και καταστροφές, καθώς και από την κατάρρευση των δομών διαχείρισης που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια για τη διατήρηση και προστασία του αρχαίου παρελθόντος της χώρας, πολλές από τις οποίες αναδείχθηκαν με πόρους από διεθνείς οργανισμούς και ιδρύματα πολιτισμού.

Στη Γερμανία επτά πολιτιστικοί οργανισμοί έχουν απευθύνει έκκληση στην καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και στον υπουργό Εξωτερικών Χάικο Μάας «να υποστηρίξουν τους συναδέλφους στο Αφγανιστάν που εργάστηκαν για χρόνια με την υποστήριξή σας για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας». Πολλοί εργαζόμενοι στον τομέα του πολιτισμού υπογράφουν αυτή την έκκληση. Ανάμεσά τους ο Ούτε Φράνκε, αρχαιολόγος στο Ισλαμικό Μουσείο στο Βερολίνο, ο οποίος έχει περάσει πολλά χρόνια κάνοντας ανασκαφές στο Αφγανιστάν.

Ανάμεσα στις περιοχές και στα μνημεία για τα οποία η διεθνής επιστημονική κοινότητα εκδηλώνει την αγωνία της ξεχωρίζουν:

Η κοιλάδα Μπαμιγιάν

Ο χώρος παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (εγγράφεται το 2003) του πολιτιστικού τοπίου και του αρχαιολογικού περίγυρου της κοιλάδας Μπαμιγιάν. Η περιοχή αντιπροσωπεύει την κύρια μαρτυρία, για περισσότερο από μία χιλιετία, της ιστορίας των Βακτριανών, μεταξύ του 1ου και του 13ου αιώνα.

Σημαντική στάση στον Δρόμο του Μεταξιού, δηλώνει τη μετανάστευση του βουδισμού από την Ινδία στην Κίνα. Από τον 3ο έως τον 5ο αιώνα, βουδιστές μοναχοί χάραξαν ένα δίκτυο μοναστηριών, παρεκκλησιών και κελιών στους ψηλούς κάθετους τοίχους του.

Η σημασία της τοποθεσίας έχει ωθήσει αρκετές χώρες να προσφέρουν υποστήριξη για την αποκατάσταση και τη διατήρησή του. Η Ιταλία και η Ιαπωνία, ειδικότερα, έχουν προωθήσει μια σειρά προγραμμάτων σε συνεργασία με την UNESCO για την αποκατάσταση των εσοχών των αγαλμάτων του Βούδα, την ανάπτυξη τεχνικών και διαχειριστικών δεξιοτήτων σε τοπικό επίπεδο και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κοινοτήτων στην κοιλάδα Μπαμιγιάν.

Η Νότια Κορέα ανέλαβε επίσης χρηματοδότηση για την κατασκευή ενός πολιτιστικού κέντρου, το οποίο είχε προγραμματιστεί να εγκαινιαστεί φέτος.

Η αρχαία Βακτριανή

Αλλος εξαιρετικός θησαυρός είναι τα ερείπια – εν μέρει αποκατεστημένα – της αρχαίας Βακτριανής, που καταστράφηκε από τον Τζένγκις Χαν. Η «μητέρα των πόλεων» ήταν η τοποθεσία όπου ο Μέγας Αλέξανδρος συνάντησε τη Ρωξάνη, την οποία παντρεύτηκε εκεί.

Μια όαση 16.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με την ακρόπολή της προστατευμένη από έναν τοίχο ύψους 25 μέτρων και πλάτους 100 μέτρων, φτιαγμένο από τούβλα λάσπης, ενισχυμένη από δεκαοκτώ κυκλικούς πύργους, των οποίων η σιλουέτα εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα. Με εκατοντάδες θραύσματα στύλων και διακοσμητικών στοιχείων, είναι ένα από τα σημαντικότερα σύνολα αρχιτεκτονικής του Αφγανιστάν που απειλούνται από λεηλασίες, αλλά και την επέκταση των αστικών περιοχών και την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Είναι επίσης η γενέτειρα του μεγάλου σούφι ποιητή Ρούμι (1207-1273). Οπως και η πόλη του Ζαρατούστρα («Αυτός στο Λάμπον Φως»), δημιουργού του ζωροαστρισμού, μιας μονοθεϊστικής θρησκείας με επίκεντρο τον αγώνα μεταξύ του καλού και του κακού, όπου φυλάσσεται ο παλαιότερος βωμός της φωτιάς στον ζωροαστρικό κόσμο. Η φωτιά συμβολίζει την υπόσχεση της νίκης του φωτός επί του σκότους.

Η πόλη της πριγκίπισσας Σελήνης

Στην ελληνική πόλη Αϊ Χανούμ (η πριγκίπισσα Σελήνη), η οποία έχει εντυπωσιακά αρχαιολογικά ίχνη θεάτρου, οπλοστασίου, ναών και διοικητικών κτιρίων που προστατεύονται από έναν ισχυρό προμαχώνα, βρέθηκαν χειρόγραφα της νεοπλατωνικής σχολής του 3ου αι. π.Χ. και ίχνη μιας εβραϊκής κοινότητας.

Τα ερείπια της πόλης βρίσκονται στην περιοχή Ταχάρ, στο Βόρειο Αφγανιστάν, στη συμβολή των ποταμών Αμού Ντάρια (Ωξος) και Κούκτσα. Η πόλη ήταν ένα από τα κύρια σημεία του Ελληνισμού στην Ανατολή για περισσότερο από δύο αιώνες, μέχρι την καταστροφή της από νομάδες εισβολείς γύρω στο 145 π.Χ.

Στην παλιά ακρόπολη της Καμπούλ, μια αρμενική ορθόδοξη εκκλησία χτίστηκε τον 16ο αιώνα από την κοινότητα των χρυσοχόων και των ενεχυροδανειστών.

Η ιστορική Χεράτ

Στην ιστορική πόλη Χεράτ (15ος-16ος αιώνας), της οποίας η ακρόπολη αποκαταστάθηκε από τον ιταλό αρχιτέκτονα Αντρέα Μπρούνο, βρίσκουμε τα μπλε χρώματα των υαλοπινάκων της Σαμαρκάνδης, της πόλης Τιμούρ, στο Ουζμπεκιστάν, στα βόρεια. Ανατολικά, είναι ο μιναρές του Τζαμ (10ος αιώνας), ύψους 65 μέτρων, ο οποίος κλίνει επικίνδυνα.

Στα πόδια του, ένας μεγάλος απειλητικός χείμαρρος αποδυναμώνει τα θεμέλιά του. Ακόμη περισσότερο καθώς το εύθραυστο οικοδόμημα καλύπτεται με διακοσμητικά σουρά σμιλεμένα σε δαντέλα από τερακότα.

Το ορυχείο χαλκού

Οπως συνέβη και στο παρελθόν, ορισμένα κράτη σήμερα εποφθαλμιούν τον ορυκτό πλούτο του Αφγανιστάν: οι Αιγύπτιοι λάτρεψαν το λάπις λάζουλι και οι γειτονικές χώρες τον χρυσό, τα σμαράγδια, τα κοιτάσματα χαλκού.

Αλλωστε το Αφγανιστάν είναι το δεύτερο μεγαλύτερο ορυχείο χαλκού στον πλανήτη, το οποίο λειτουργούσαν βουδιστές μοναχοί τους πρώτους αιώνες μ.Χ. Σκαρφαλωμένο στα 2.300 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, νότια της Καμπούλ, το ορυχείο χαλκού αγοράστηκε το 2007 από την Κίνα για 8 δισεκατομμύρια δολάρια. Τα επιβλητικά λείψανα ενός μοναστηριού, που καλύπτουν ολόκληρη την τοποθεσία, κρύβουν επιχρυσωμένα αγάλματα του Βούδα σε διαλογισμό, διατηρημένα σε καλή κατάσταση.

Προς το παρόν, οι Κινέζοι δεν λειτουργούν το ορυχείο. Ενας δρόμος αναμένεται να κατασκευαστεί από έναν συνοριακό σταθμό με την Κίνα, για να εκπληρωθεί και η υπόσχεση προς τους Αφγανούς μιας σιδηροδρομικής γραμμής.

«Αυτή η κληρονομιά, είτε πρόκειται για υλική, όπως μια τοποθεσία της Εποχής του Χαλκού ή ένα ερειπωμένο τζαμί, ή άυλη, όπως το τραγούδι γκαζάλ ή το έγχορδο μουσικό όργανο ρεμπάμπ, περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία για τη συνοχή του αφγανικού κοινωνικού ιστού», επισημαίνει ο Γάλλος Μπαστιέν Βαρούτσικος.

Η άποψή του καταλήγει στο ότι σε μια χώρα δομημένη, αλλά και μερικές φορές κατακερματισμένη, γύρω από εθνοτικές ομάδες, φυλές, θρησκείες «η αναζήτηση μιας κληρονομιάς που να γιορτάζει τόσο την κοινή ιστορία όσο και την πλούσια πολιτιστική ποικιλομορφία καθίσταται απαραίτητη για την οικοδόμηση μιας λειτουργικής κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk