Η Ιαπωνία είναι εξαιρετικά ακριβή για εμάς τους Eλληνες. Είναι την ίδια στιγμή χώρα φιλική και φιλόξενη. Με το Japan Rail Pass να αποτελεί την πρώτη εντυπωσιακή επιβεβαίωση του φιλόξενου χαρακτήρα της για τον επισκέπτη, προτού καν εκείνος αποβιβαστεί σε κάποιο από τα αεροδρόμιά της. Πρόκειται για το πάσο απεριόριστων διαδρομών με τρένα, ανάμεσά τους και τα περίφημα Σινκασέν ή Bullet Trains, που «πετάνε» πάνω στις ράγες τους και μηδενίζουν τις αποστάσεις, το οποίο εξασφαλίζεις αποκλειστικά μέσω Διαδικτύου – όταν έχεις φτάσει στη χώρα δεν έχεις πλέον δυνατότητα να το αγοράσεις. Δίνοντας γύρω στα 300 ευρώ, έχεις τη δυνατότητα να πραγματοποιήσεις απεριόριστες διαδρομές για δύο εβδομάδες (υπάρχουν και οι επιλογές της μιας και των τριών εβδομάδων), με τα περισσότερα τρένα που ενώνουν τις μεγάλες (και όχι μόνο) πόλεις. Και αν το ποσό σάς φαίνεται υπερβολικό, σκεφθείτε πως αν πληρώνατε τα κανονικά εισιτήρια, μόνο για τρεις-τέσσερις διαδρομές σε πόλεις κοντινές στο Τόκιο (εγώ έκανα πάνω από δεκαπέντε εκδρομές, παίρνοντας τρένο σχεδόν κάθε ημέρα), θα ξοδεύατε περισσότερα από 1.000 ευρώ ανά άτομο!

Σινκασέν, λοιπόν, και ξερό ψωμί (εν προκειμένω και φρέσκο σούσι) για όποιον θέλει να δει όσο περισσότερη Ιαπωνία μπορεί. Στο ταξίδι που εγώ έκανα (το τελευταίο μεγάλο ταξίδι μου προτού με καθηλώσει στην Αθήνα η πανδημία), χάρη στα υπερσύγχρονα τρένα και στο τουριστικό πάσο τους, μπόρεσα εκτός από το Τόκιο να πάρω και μια, μικρή έστω, γεύση από Κιότο, Οσάκα, Ναγκόγια, Χιροσίμα, Γιοκοχάμα, Νάρα, Κόμπε, Καβασάκι και Καναζάουα. Δεν τα κατάφερα, νομίζω, και άσχημα. Highlights της «περιπέτειας» σε αυτό τον άγνωστο κόσμο, έναν κόσμο που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί, η επίσκεψή μου στη Χιροσίμα την ημέρα που η πόλη θυμόταν τη μαύρη επέτειο από τη ρίψη της ατομικής βόμβας, οι περίπατοι στις δαιδαλώδεις γειτονιές του Τόκιο, μια συναυλία με ένα γυναικείο ποπ συγκρότημα που έβγαινε, θαρρείς, από σελίδες των κόμικς Manga στο κέντρο της κατάφωτης και φασαριόζικης Οσάκα, η επίσκεψη στην Chinatown της Γιοκοχάμα και η βραδινή βόλτα στο φουτουριστικό κέντρο του Κόμπε. Κουράστηκα πάρα πολύ για να καταφέρω να δω όσο περισσότερα μπορούσα εκείνες τις δύο εβδομάδες, γνωρίζοντας πως η πιθανότητα να επιστρέψω (δεδομένου ότι με περιμένουν και άλλοι – πολύ πιο φιλικοί για το πορτοφόλι μου – προορισμοί, στους οποίους θα ήθελα να προφτάσω να ταξιδέψω) είναι πολύ μικρή. Ομολογώ πως θα ήθελα να είχα και περισσότερο χρόνο και περισσότερο χρήμα, για να κινηθώ με μεγαλύτερη άνεση και να δω περισσότερα πράγματα. Oμως, και αυτή η σύντομη γεύση που πήρα από την Ιαπωνία παραμένει για εμένα μία από τις πιο έντονες αναμνήσεις μου. Κυρίως επειδή ήταν ένα ταξίδι που μου δίδαξε πως εκεί έξω, σε μακρινούς, πολύχρωμους και πολυποίκιλους κόσμους που μπορεί ούτε καν να τους φανταζόμασταν, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να λειτουργούν τα πράγματα, για να εξελίσσονται οι κοινωνίες, για να ζουν την καθημερινότητά τους, να σκέπτονται και να προοδεύουν οι άνθρωποι. Τρόποι διαφορετικοί από τους τρόπους που έχουμε μάθει εμείς στον μικρό δικό μας κόσμο, αλλά στο τέλος της ημέρας πιθανώς πιο αποτελεσματικοί. Αυτές είναι μερικές από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές που έζησα εγώ σε έναν τέτοιο κόσμο.

Κιότο

Eχω ακόμα τη γεύση του παγωτού matcha (αρωματισμένου με το περίφημο πράσινο τσάι μάτσα) που δοκίμασα έξω από έναν ναό. Oχι μόνο επειδή είναι το πιο ακριβό παγωτό που έχω φάει στη ζωή μου (ένα μικροσκοπικό χωνάκι με μία επίσης μικροσκοπική μπάλα στοίχισε 12 ευρώ) αλλά και επειδή με το ζόρι κατάπια μια μπουκιά πριν το πετάξω στον πρώτο κάδο απορριμμάτων που βρήκα μπροστά μου. Η γεύση φρεσκοκομμένου γρασιδιού που γέμισε το στόμα μου ήταν αφόρητη! Γνωρίζω πως αρκετοί δεν θα συμφωνήσουν μαζί μου, δεδομένου ότι το εν λόγω αφέψημα πίνεται πολύ τα τελευταία χρόνια και από τους Ευρωπαίους. Προς υπεράσπισή μου, το μάτσα που έχω δοκιμάσει στην Ευρώπη ήταν πολύ πιο ελαφρύ και διακριτικό από το έντονο και πιο αρωματικό τσάι που μου σέρβιραν στην Ιαπωνία. Oπως και να έχει, μετά από την τραυματική δοκιμή του παγωτού αποφάσισα να παραμείνω στο πιο οικείο τσάι του βουνού, έστω στο Earl Grey. Κατά τα άλλα, το Κιότο του ενάμισι εκατομμυρίου κατοίκων είναι μια πόλη-μουσείο των ιαπωνικών παραδόσεων και δικαίως προσελκύει εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο. Το Αυτοκρατορικό Παλάτι, το κάστρο Νίτζο, οι ναοί Γιασάκα και Κιγιομιζού, το Χρυσό Περίπτερο (Κινκακούτσι), η αγορά Νίσικι, η συνοικία Γκιόν με τις γκέισές της, το ιερό Φουσίμι-Ινάρι με τις πολυφωτογραφημένες πορτοκαλί αψίδες του και η εξοχική περιοχή Αρασιγιάμα (ιδιαίτερα δημοφιλής προορισμός την εποχή που ανθίζουν οι κερασιές) είναι μερικά μόνο από τα δεκάδες αξιοθέατα που είναι διάσπαρτα σε όλη την πόλη και στα πέριξ αυτής.

Οσάκα

Eφτασα στην εμπορική πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, όπως αποκαλούν την Οσάκα, ταξιδεύοντας από το Τόκιο με το Σινκασέν, και καλύπτοντας απόσταση 500 χιλιομέτρων σε λιγότερο από δυόμισι ώρες. Ηταν αργά το απόγευμα και δυστυχώς δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο για να εξερευνήσω το κέντρο της όσο θα ήθελα. Ομως και η σύντομη αυτή γνωριμία ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή. Ψηλά κτίρια, τεράστιες φωτεινές διαφημίσεις και φώτα νέον που έκαναν τη νύχτα μέρα, πλήθη κόσμου στους στενούς δρόμους, στις όχθες των ποταμών που διατρέχουν την πόλη και στα πολυσύχναστα κανάλια τους, χιλιάδες μαγαζάκια με street food, νεαρόκοσμος και μουσική παντού! Εντονο και ζαλιστικό το περιβάλλον γύρω μου.

Πέντε κοπέλες πάνω σε μια εξέδρα ντυμένες με τα ίδια ρούχα, σαν μαθητριούλες στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, τραγουδούν και χορεύουν ιαπωνικές επιτυχίες, με τους περαστικούς να τις αποθεώνουν. Φοβερή φασαρία και ένταση όπου και αν πήγα (ειδικά στην εμβληματική συνοικία Ντοτονμπόρι). Σκέφτηκα πως όσο ενδιαφέρον και αν έχει όλο αυτό, δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να είναι η καθημερινότητά μου! Κατά τα άλλα, το κάστρο θεωρείται το πιο σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο της πόλης, αν και πρόκειται για την ανακατασκευή του αυθεντικού.

Ναγκόγια

Και εδώ ένα κάστρο κλέβει τις εντυπώσεις του επισκέπτη. Στην πραγματικότητα, το Κάστρο της Ναγκόγια καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από βομβαρδισμό των αμερικανικών δυνάμεων στις 14 Μαΐου 1945. Ομως το 1959 ανοικοδομήθηκε υποδειγματικά και σήμερα δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας (μετά το Τόκιο, τη Γιοκοχάμα και την Οσάκα) φιλοξενεί και το σημαντικό Μουσείο Τέχνης Tokugawa, όπου εκτίθενται ιστορικοί θησαυροί της χώρας. Σε τουριστικό αξιοθέατο έχει εξελιχθεί και το λιμάνι της πόλης, ενώ από τα πιο φωτογραφημένα σημεία της είναι ο πύργος τηλεόρασης, μια ιαπωνική εκδοχή του Πύργου του Αϊφελ. Σε μικρή απόσταση από τη Ναγκόγια βρίσκεται και η έδρα της Toyota.

Χιροσίμα

Η συγκίνηση, όταν βρεθείς να περπατάς κάτω από το Μνημείο Ειρήνης στο κέντρο της Χιροσίμα, είναι βαθιά και αναπόφευκτη. Πρόκειται για το κτίριο του τσέχου αρχιτέκτονα Γιαν Λέτσελ που ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1915 και λειτούργησε ως εκθεσιακός χώρος των βιομηχανικών προϊόντων της περιοχής μέχρι τη ρίψη της ατομικής βόμβας στις 6 Αυγούστου 1945. Το οικοδόμημα άντεξε, σε αντίθεση με τα γύρω κτίρια που ισοπεδώθηκαν, και το κουφάρι μαζί με τον εμβληματικό θόλο του στέκεται τώρα, ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, για να μας θυμίζει τις συνέπειες των πολέμων και της χρήσης των πυρηνικών όπλων. Εκεί μπροστά, στις όχθες του ποταμού Οτα, την ημέρα που επισκέφθηκα τη Χιροσίμα, οι κάτοικοι της πόλης τιμούσαν (όπως κάθε χρόνο) την επέτειο από τη ρίψη της βόμβας. Αλλοι έριχναν κεράκια και λουλούδια στο ποτάμι, άλλοι εναπόθεταν τις προσφορές τους στους βωμούς. Μια παρέα από άνδρες έκανε μπάνιο στα θολά νερά. Παρόντες και οι τελευταίοι επιζώντες του τραγικού γεγονότος: Τα παιδιά του πολέμου, γέροντες τώρα πια, έφταναν υποβασταζόμενοι από τις οικογένειές τους και για υποκλιθούν στη μνήμη των νεκρών και για να κλάψουν (κάποιοι εξ αυτών με λυγμούς, γεγονός μάλλον ασυνήθιστο, δεδομένου ότι οι Ιάπωνες δεν εκφράζουν εύκολα τα συναισθήματά τους) μπροστά στα μνημεία που έχουν στηθεί. Ηταν, και για εμένα, μια συγκλονιστική εμπειρία!

Γιοκοχάμα

Χαρακτηρισμένοι ως μνημεία της ιστορικής κληρονομιάς της, οι Τρεις Πύργοι της (το κτίριο του τελωνείου, το κτίριο της νομαρχίας και το Port Opening Memorial Hall) αποτελούν τα σημαντικότερα τοπόσημα της πόλης (τα αποκαλούν Ρήγα, Ντάμα και Βαλέ). Ομως, το λιμάνι της Γιοκοχάμα διαθέτει και πολλά εντυπωσιακά υπερσύγχρονα κτίρια. Οσο για την Chinatown της, είναι η μεγαλύτερη στην Ιαπωνία αλλά και μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Ο επισκέπτης χρειάζεται πολλές ώρες για να την εξερευνήσει όλη. Εγώ έκανα μια μικρή βόλτα στους πολύ κεντρικούς δρόμους για να χορτάσω χρώματα, μυρωδιές και κινεζικό φολκλόρ. Τα μπάο μπανς που αγόρασα εδώ – τα μικρά ψωμάκια που ψήνονται στον ατμό και γεμίζονται με διάφορα υλικά και που τα τελευταία χρόνια γίνονται δημοφιλή και στην Ελλάδα – ήταν τα νοστιμότερα που έχω φάει.

Νάρα

Αλλη μια πόλη, όπως και το Κιότο, με μεγάλη πολιτιστική και θρησκευτική σημασία για τους Ιάπωνες.
Η παλαιότερη πρωτεύουσα της χώρας είναι σήμερα διάσημη κυρίως για τα ελάφια της, τα εκατοντάδες ελάφια που ζουν ελεύθερα στο κέντρο της, κινούνται ανάμεσα στον κόσμο και ποζάρουν για τους τουρίστες. Θεωρούνται ιερά και προστατεύονται από τον νόμο. Σύμφωνα με τον μύθο, τα χαριτωμένα ζώα έγιναν οι αγγελιοφόροι των θεών όταν ένας από αυτούς, ο Τακεμικαζούτσι, εμφανίστηκε πάνω σε ένα λευκό ελάφι για να προστατεύσει την πόλη που βρισκόταν σε κίνδυνο. Στη Νάρα βρίσκεται και ο περίφημος ναός Τοντάιτζι, όπου φιλοξενείται το εντυπωσιακό μπρούντζινο άγαλμα του Μεγάλου Βούδα.

Κόμπε

Δραματική η πρόσφατη ιστορία της πόλης: Ο σεισμός μεγέθους 6,9 ρίχτερ που χτύπησε την περιοχή στις 17 Ιανουαρίου 1995 άφησε πίσω του περίπου 6.500 νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες αστέγους και κατεστραμμένες υποδομές. Ομως το Κόμπε ξαναχτίστηκε και σήμερα αποτελεί μια σύγχρονη πόλη με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Η άνοδος με τελεφερίκ στο βουνό Μάγια χαρίζει θαυμάσια θέα σε όλη την περιοχή. Πρόκειται για μια εκδρομή που κάνουν σχεδόν όλοι οι τουρίστες. Εγώ βρήκα πολύ εντυπωσιακό το παραθαλάσσιο μέτωπο της πόλης, κυρίως την περιοχή του λιμανιού με τα μοντέρνα κτίρια, τον κόκκινο μεταλλικό πύργο (Kobe Port Tower) και τη γέφυρα Ακάσι-Καϊκιό. Περισσότερο όμως από όλες τις γειτονιές που επισκέφθηκα μού έκανε εντύπωση η Κιτάνο (Kitanocho), με τις δυτικού ρυθμού βίλες που αποτελούσαν κατοικίες διπλωματών και εμπόρων κατά τον 19ο αιώνα. Είναι η πιο αριστοκρατική περιοχή που είδα σε όλο το ταξίδι μου, αλλά και ό,τι πιο ευρωπαϊκό συνάντησα στην Ιαπωνία.

Τόκιο

Τι να πρωτοδείς σε μία πόλη 14 εκατομμυρίων κατοίκων, που χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή για να τη γνωρίσεις; Τι να πρωτοφωτογραφίσεις και τι να πρωτογράψεις; Για τη συνοικία της Γκίνζα με τα πανάκριβα εμπορικά καταστήματα; Για τη συνοικία Ασακούσα με τους κομψούς ναούς; Για τον φουτουριστικό Tokyo Skytree Tower που θεωρείται η δεύτερη ψηλότερη κατασκευή στον κόσμο μετά το Μπουρτζ Χαλίφα του Ντουμπάι; Για τα ανάκτορα με τους εκπληκτικούς κήπους τους; Για την παραθαλάσσια Οντάιμπα με τα υπερσύγχρονα συγκροτήματα κατοικιών, τα πολυκαταστήματα και τη ρεπλίκα του Αγάλματος της Ελευθερίας; Για το Μουσείο Ιστορίας Edo, το Εθνικό Μουσείο του Τόκιο, το Μουσείο Τέχνης Mori ή για το Μουσείο των Σαμουράι; Για την περιοχή Ακιχαμπάρα όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα τα περισσότερα καταστήματα με τα είδη ηλεκτρονικών ειδών; Και όπου ομολογώ πως πήγα για να ψωνίσω αλλά έφυγα άπρακτος, καθώς και δεν μπορούσα να συνεννοηθώ και ζαλίστηκα από τα χιλιάδες αντικείμενα γύρω μου; «Χαμένος στη μετάφραση» κι εγώ (για να δανειστώ τον τίτλο της κινηματογραφικής επιτυχίας της Σοφία Κόπολα που γυρίστηκε εκεί), περιπλανήθηκα ξανά και ξανά στην πόλη προσπαθώντας να την καταλάβω. Δεν είναι εύκολο, σας διαβεβαιώνω. Είμαι σίγουρος πως όσες φορές και αν επιστρέψω πάντα κάτι θα έχει να μου δώσει η τεράστια αυτή μητρόπολη. Στο μεταξύ, από όλα τα εντυπωσιακά και πρωτόγνωρα που είδα εκεί, κρατώ κυρίως τις βόλτες στις απόκεντρες, μη τουριστικές γειτονιές, όπου νομίζω πως πήρα μια πρώτη γεύση της καθημερινής ζωής του μέσου Ιάπωνα. Ρυμοτομία μηδέν, δρόμοι χωρίς πεζοδρόμια, σπίτια κολλημένα ασφυκτικά το ένα με το άλλο, τόσο μικρά που οι οικογένειες οι οποίες τα κατοικούσαν έβγαζαν μικρά έπιπλα (παπουτσοθήκες, ομπρελοθήκες) και ηλεκτρικές συσκευές, όπως πλυντήρια, έξω από τις πόρτες τους, μπακάλικα γεμάτα κονσέρβες και συσκευασίες με instant noodles που ποτέ δεν μπορούσες να καταλάβεις τι περιέχουν (όλα είναι γραμμένα αποκλειστικά και μόνο στα ιαπωνικά), αυτοκίνητα που έμοιαζαν με παιδικά παιχνίδια (με τα συγκρουόμενα των δικών μας λούνα παρκ), ώστε να χωράνε στα στενά δρομάκια αλλά και στα πάρκινγκ-τρύπες που διέθεταν τα σπίτια. Ακούγεται σχεδόν εφιαλτικό, αυτό όμως είναι το Τόκιο που γνώρισα όταν άφησα πίσω μου τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες και περπάτησα στην αντίστοιχη π.χ. Κυψέλη ή στο αντίστοιχο Αιγάλεω. Αν θα ήθελα να ζω εκεί; Ομολογώ πως όχι! Τρόμαξα από την έλλειψη χώρου ή μάλλον από τον «τσιγκούνικο» τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τον χώρο και από τη «στριμωγμένη» και ασφυκτική καθημερινότητα των κατοίκων. Αν θα ήθελα να επιστρέψω για να το γνωρίσω καλύτερα; Πολύ! Και το Τόκιο, και τις υπόλοιπες πόλεις, εκείνες που βρίσκονται βορειότερα και που δεν είχα χρόνο να τις επισκεφθώ. Ισως κάποια στιγμή να τα καταφέρω. Στο μεταξύ, από εκείνη τη βόλτα, μία από τις τελευταίες βόλτες μου στο κέντρο της πόλης, κρατώ την εικόνα της κοπέλας που είχε βγάλει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της ένα κοπάδι από 20-25 μεγαλόσωμους αετούς(!) καθισμένους πάνω σε ξύλα και δεμένους με μικρές αλυσίδες από το ένα τους πόδι, για να τους ταΐσει και για να τους δροσίσει με το λάστιχο του ποτίσματος. Οι διερχόμενοι από το σημείο προσπερνούσαν χωρίς να δίνουν σημασία, λες και ήταν η πιο συνηθισμένη εικόνα για το κέντρο μιας σύγχρονης πρωτεύουσας. Αλήθεια, σε ποια άλλη μεγαλούπολη θα μπορούσες να δεις κάτι τέτοιο;