Καζούο Ισιγκούρο : Τρομακτική η αδιαφορία για τα γεγονότα και την αλήθεια

Στο νέο μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα μέσα από μια συγκινητική μελλοντολογική ιστορία ο νομπελίστας διερευνά την ανθρώπινη υπόσταση στη νέα εποχή του εκτεταμένου ψηφιακού μετασχηματισμού

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021. Επιλεγμένοι δημοσιογράφοι, εκπρόσωποι των μέσων ενημέρωσης από διαφορετικές χώρες, περίμεναν να εμφανιστεί στις οθόνες τους ο Καζούο Ισιγκούρο. Η πανδημία του νέου κορωνοϊού επέβαλε σε όλους μια συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε μέσω Zoom, της γνωστής πλατφόρμας τηλεδιασκέψεων. Η διαδικασία ήταν κάπως άχαρη. Πλην όμως, η ευγένεια και η προθυμία του 66χρονου Ισιγκούρο να απαντήσει σε αρκετά ερωτήματα, τα οποία είχαν εκ των προτέρων συγκεντρωθεί και ομαδοποιηθεί, απάλυνε την αναπόφευκτη ψυχρότητα της συνθήκης. Φαινόταν πάντως ότι στο Λονδίνο ο καιρός ήταν καλός εκείνη την ώρα. Ηταν φωτεινό το δωμάτιο – με βιβλιοθήκες, μουσικά όργανα, άνετες πολυθρόνες – απ’ όπου μας μιλούσε ο βρετανός συγγραφέας.

Η επίδραση του Νομπέλ

Καζούο Ισιγκούρο

Η Κλάρα και ο ήλιος

Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου.

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2021, σελ. 384,τιμή 17,70 ευρώ

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Μαρτίου, κυκλοφόρησε επισήμως το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο Η Κλάρα και ο ήλιος (Klara and the Sun). Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο που ολοκλήρωσε ο ίδιος μετά τη βράβευσή του με το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το έτος 2017. Αλλαξε άραγε καθόλου εκείνη η ύψιστη τιμή τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει; Μήπως έγινε πιο δύσκολο ή περίπλοκο το γράψιμο για τον ίδιο; Επιπλέον, θεωρεί ότι έχει αποφύγει αποτελεσματικά το σύνδρομο της ύβρεως; «Οταν μου απονεμήθηκε το Νομπέλ, που για εμένα ήταν κάτι απολύτως απρόσμενο, είχα ήδη γράψει περίπου το 1/3 του καινούργιου μου βιβλίου. Επέστρεψα σε αυτό ύστερα από έξι μήνες για να το συνεχίσω και σήμερα είμαι πλέον πεπεισμένος ότι το βραβείο, αυτή η εξαιρετική τιμή που με γέμισε κυρίως αμηχανία, δεν είχε την παραμικρή επίδραση ούτε στο εν λόγω μυθιστόρημα ούτε και επηρέασε έκτοτε, πρακτικά μιλώντας, τον τρόπο γραφής μου. Εξακολουθώ να είμαι ευγνώμων για το Νομπέλ αλλά, ειλικρινά σας το λέω, έχω ενίοτε την αίσθηση ότι όλο αυτό συνέβη σε κάποιον άλλον ή σε μια άλλη εκδοχή μου, σε ένα παράλληλο σύμπαν. Τώρα, αν από κάτι έπρεπε να αυτοπροστατευθώ, αυτό δεν ήταν το σύνδρομο της ύβρεως αλλά το σύνδρομο της ιδιοφυΐας, για το οποίο έσπευσαν να μου μιλήσουν ορισμένοι επιστήμονες που έχουν βραβευτεί με Νομπέλ. Αυτό συνίσταται, κοντολογίς, στο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να εκφράζει τις απόψεις του επί παντός του επιστητού. Και ειδήμων να είσαι σε κάποιο επιμέρους επιστημονικό πεδίο, και να έχεις διακριθεί για αυτό, είναι αδύνατον να αποφαίνεσαι για τα πάντα. Η γελοιοποίηση είναι πάντοτε κοντά. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει και για τους λογοτέχνες. Υπενθυμίζω συνεχώς στον εαυτό μου ότι έλαβα το Νομπέλ για κάτι πολύ συγκεκριμένο, για τη μικρή μου λογοτεχνική εργασία, και παραμένω πολύ συνειδητά σεμνός» είπε ο Ισιγκούρο.

Μια «Τεχνητή Φίλη»

Ξεκαθάρισε, εν συνεχεία, ότι η πανδημία δεν έχει καμία σχέση με το βιβλίο Η Κλάρα και ο ήλιος, καθότι το παρέδωσε τον Δεκέμβριο του 2019. Επομένως, «η οποιαδήποτε σύνδεση του μυθιστορήματός μου με την πανδημία, ακόμη και λόγω του σκηνικού του, είναι απλώς συμπτωματική». Το ξεχωριστό ενδιαφέρον σε τούτη την ιστορία, την οποία ο Ισιγκούρο τοποθετεί στο εγγύς μέλλον, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, έγκειται ασφαλώς στην πρωτοπρόσωπη αφηγήτριά του, την Κλάρα δηλαδή, η οποία δεν είναι άνθρωπος αλλά ανθρωποειδές, ένα ρομπότ, μια «Τεχνητή Φίλη» που βρίσκεται σε ένα κατάστημα, παρατηρεί τον κόσμο έξω από τη βιτρίνα και προσδοκά ότι δεν θα αργήσει να παρουσιαστεί ο πελάτης που θα την προσέξει, θα την επιλέξει και θα την πάρει μαζί του. Τελικά παρουσιάζεται, με τη μαμά της, η 14χρόνη Τζόσι που πάσχει από μια μυστηριώδη ασθένεια…

Ωστόσο, πώς ακριβώς εμπνεύστηκε την Κλάρα ο Καζούο Ισιγκούρο; «Με ενδιαφέρει η τεχνητή νοημοσύνη εδώ και πολλά χρόνια. Οχι όμως επειδή ήθελα να γράψω, αναγκαστικά, ένα μυθιστόρημα με αυτό το θέμα. Είχα απλώς προβληματισμούς και αγωνίες. Και υπήρξα τυχερός γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσω αρκετές φορές με άτομα κορυφαία σε αυτόν τον τομέα. Υποθέτω μάλιστα πως όσοι έτυχε να μας κρυφακούσουν σε εκείνο το μικρό καφέ, κοντά στο σπίτι μου, σίγουρα θα μας είχαν περάσει για τρελούς που κουβεντιάζαμε τέτοια πράγματα… Εν πάση περιπτώσει, η Κλάρα προέκυψε από μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση, από την παιδική λογοτεχνία, τα εικονογραφημένα βιβλία, εκείνες τις απλές ιστορίες που χαρακτηρίζονται από μια ευφάνταστη λογική. Στην παιδική λογοτεχνία, για παράδειγμα, είναι θεμιτό και εντελώς φυσικό το φεγγάρι να μιλάει ή ένα παιδί να ανοίγει το παράθυρο και με μια σκάλα να ανεβαίνει μέχρι το φεγγάρι. Τη λογική αυτή τη βρίσκω εκπληκτική και λυτρωτική. Κάπως έτσι επινόησα την Κλάρα, η οποία αρχίζει τη ζωή της σαν μωρό, θα έλεγα, δεν γνωρίζει τίποτα για τον κόσμο, πλην όμως μαθαίνει πολύ γρήγορα, καταλήγοντας σε ορισμένα συμπεράσματα. Καθώς όμως η αφήγηση προχωρεί, μέσω της λεγόμενης ενισχυτικής μάθησης που τη διακρίνει ως ένα πλάσμα της τεχνητής νοημοσύνης, η Κλάρα γίνεται όλο και πιο εκλεπτυσμένη, ως προς την αντίληψή της, σε κάποια άλλα επίπεδα. Αυτός ο συνδυασμός μού έδωσε το κίνητρο να γράψω το βιβλίο μέσα από τα δικά της μάτια. Η Κλάρα λειτουργεί, αν θέλετε, σαν ένας προνομιακός εξωτερικός παρατηρητής ή σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης πάνω στον οποίο αντανακλάται η κοινωνία των ανθρώπων» εξήγησε ο Καζούο Ισιγκούρο.

Και συνέχισε: «Ουσιαστικά, πρόκειται για μια απλή ιστορία. Παρακολουθούμε μια μητέρα της οποίας η κόρη είναι άρρωστη και η μητέρα φοβάται ότι η κόρη της ενδέχεται να πεθάνει. Και αντιμετωπίζει το φοβερό ερώτημα: είναι η κόρη της αναντικατάστατη; Ή μήπως, σε αυτή τη νέα εποχή, μπορεί να τη διατηρήσει και πέραν του θανάτου; Μπορεί άραγε να διατηρήσει τη μοναδικότητά της μέσα από μια άλλη μορφή, ένα πλέγμα δεδομένων; Το θέμα όμως είναι ευρύτερο. Πώς αλλάζει σήμερα το νόημα της ανθρώπινης αγάπης; Είμαστε μοναδικοί, όπως θέλαμε να πιστεύουμε για αιώνες ολόκληρους, ή μήπως φαντάζει όλο και πιο κανονικό να αποδεχθούμε ότι είμαστε ένα σύνολο προβλέψιμων αλγορίθμων, συμπεριφορών και συναισθημάτων;» διερωτήθηκε ο Ισιγκούρο και, αμέσως μετά, αναφέρθηκε στον εκτεταμένο τεχνολογικό και ψηφιακό μετασχηματισμό, στην αλλαγή του ίδιου του καπιταλισμού από τις εταιρείες που διαχειρίζονται μαζικά δεδομένα, το «νέο πετρέλαιο ή τον νέο χρυσό» του καιρού μας.

Κλώνοι και «απάντηση»

Οι κριτικές ανταποκρίσεις για το Η Κλάρα και ο ήλιος στον αγγλόφωνο κόσμο είναι, προσώρας, εγκωμιαστικές. Και επεσήμαναν το προφανές, τη σχέση αυτού του βιβλίου με τους ανθρώπινους κλώνους σε ένα άλλο εμβληματικό του μυθιστόρημα, το Μη μ’ αφήσεις ποτέ (2005). «Για τη συνάφεια αυτή δεν είχα πλήρη συναίσθηση, ενόσω έγραφα το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα. Ομως η επισήμανση μου φαίνεται σωστή. Και όχι μόνο επειδή και τα δύο βιβλία διαδραματίζονται σαν δυστοπίες επιστημονικής φαντασίας. Υπάρχουν θεμελιώδη ερωτήματα που τα συνδέουν. Αφενός, έχουν όντως τα ανθρώπινα όντα ψυχή; Αφετέρου, ποια είναι η σημασία της ανθρώπινης αγάπης; Μπορεί να σας ακούγονται πομπώδη, αλλά με είχαν κυριολεκτικά στοιχειώσει αυτά τα ερωτήματα. Πιστεύω πάντως ότι έγραψα το «Η Κλάρα και ο ήλιος» μάλλον σαν ένα είδος απάντησης στο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» που κυκλοφόρησε πριν από μια δεκαπενταετία και πλέον. Εκείνο το βιβλίο ήταν διαποτισμένο από τη λύπη, τη θλίψη, από ένα όραμα ζοφερό. Εν τω μεταξύ, βεβαίως, μεγάλωσα και νομίζω ότι έχω ευθυμήσει λίγο, γενικά τώρα είμαι πιο χαρούμενος. Ενιωσα, όπως αποδεικνύεται, την ανάγκη να γράψω ένα βιβλίο που θα εκφράζει την ελπίδα και την αισιοδοξία».

«Τρομακτική η αδιαφορία για τα γεγονότα και την αλήθεια»

Οταν ρωτήθηκε σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η τεχνητή νοημοσύνη στις κοινωνίες, ο Ισιγκούρο αναγνώρισε τα πλεονεκτήματά της, λόγου χάριν, στον τομέα της ιατρικής. Εξέφρασε ωστόσο τους φόβους του για το μέλλον της εργασίας και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. «Δεν πιστεύω, πάντως, αν αυτό με ρωτάτε, ότι κάποια στιγμή τα ρομπότ θα κυριαρχήσουν επί των ανθρώπων». Μίλησε επίσης εκτενώς για την πανδημία, η οποία «συνέπεσε με πολλά αντιδραστικά πισωγυρίσματα σε πολλά μέρη του πλανήτη», χαρακτηρίζοντάς την κάτι «πολύ μεγάλο και πολύ συμβολικό», κάτι που αποκάλυψε ότι «δεν μπορούμε να επιτύχουμε πολλά αν δεν συνεργαζόμαστε», ως κράτη, κοινωνίες, άτομα. Στάθηκε και σε κάτι άλλο, περισσότερο: «Τρομακτική είναι αυτή η αλλόκοτη αδιαφορία, η περιφρόνηση σχεδόν, για τα γεγονότα και την αλήθεια, την οποία διαπιστώνουμε, πολύ έντονα, την τελευταία πενταετία. Πιθανώς αγγίξαμε, ιδίως στις ΗΠΑ, με όσα είδαμε να συμβαίνουν στον Καπιτώλιο, το απόγειο αυτής της κατάστασης. Οι μισοί Αμερικανοί πιστεύουν ότι έκλεψαν τη νίκη του Τραμπ στις πρόσφατες εκλογές. Χωρίς αποδείξεις, βεβαίως. Για αυτούς δεν έχουν καθόλου αξία οι αποδείξεις. Γιατί; Γιατί νιώθουν την αλήθεια τους, υποτίθεται. Μεγάλο μέρος του κόσμου έχει διολισθήσει σε αυτόν τον εξωφρενικό ορισμό της αλήθειας, σε μια αλήθεια που εδράζεται σε ό,τι νιώθουν, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν αποδείξεις για να την υποστηρίξουν. Σημασία έχει μόνο αυτό που νιώθουμε, εννοούν. Την ίδια στιγμή έχουμε, ευτυχώς, την επιστήμη που μας καθοδηγεί και μας βοηθά και ευελπιστώ ότι θα μας βγάλει από αυτή την κατάσταση. Στην επιστήμη διαφωνούν οι άνθρωποι όλη την ώρα, εκεί όμως υπάρχει πειθαρχία και μέθοδος». Προβληματίστηκε κατόπιν, μάλλον περιπαικτικά, αν η λογοτεχνία, «ως μοίρασμα συναισθημάτων», έχει συμβάλει αρνητικά σε αυτές τις εξελίξεις. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη, μπορεί να αντικαταστήσει τους μυθιστοριογράφους; «Αν υπάρξει ένα τέτοιο πρόγραμμα, λ.χ. το “Τολστόι 3”, το οποίο θα καταφέρει να γράψει αυθεντικά μυθιστορήματα που θα συγκινούν τους ανθρώπους, τότε θα έχουμε φτάσει σίγουρα σε ένα ενδιαφέρον όριο, τη χειραγώγηση των συναισθημάτων ή της ενσυναίσθησης από τη μηχανική, ενδιαφέρον μεν, δεν λέω, αλλά και αρκετά επικίνδυνο». Ναι, απλώς σκεφτείτε το με πολιτικούς όρους…

* Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 11 Μαρτίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk