Μπορεί η Τουρκία να «επιστρέψει» στην Ευρώπη;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τις μεγαλοφιλόδοξες ιδέες του να αναβιώσει το μεγαλείο της οθωμανικής περιόδου μέσω του Ισλάμ, το 2019 οι πολιτικές του Ερντογάν έχουν αφήσει συνολικά την Αγκυρα με λιγότερους συμμάχους και φίλους διεθνώς, ιδιαίτερα ανάμεσα στις σημαντικές δυνάμεις. Αρθρο του Π. Κ. Ιωακειμίδη.

Η συζήτηση αύριο στο Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) με θέμα τις σχέσεις Τουρκίας – ΕΕ καθιστά ιδιαίτερα επίκαιρα τα συμπεράσματα του βιβλίου του Soner Cagaptay «Erdogan’s Empire, Turkey and the Politics of the Middle East» («Η Αυτοκρατορία του Ερντογάν, Η Τουρκία και η πολιτική της Μέσης Ανατολής», Λονδίνο, I.B. Tauris, 2020). Ο συγγραφέας αναλύει με συστηματικό τρόπο αυτό το νεοοθωμανικό όνειρο του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – «να καταστήσει», όπως γράφει, «την Τουρκία μοναδική δύναμη στη Μέση Ανατολή και παγκοσμίως, αναβιώνοντας τη δόξα της οθωμανικής εποχής» (σελ. 19). Και αφού αναλύσει τις ρίζες, τις αιτίες, την πορεία αλλά και τις ευθύνες Δύσης και Ευρώπης για την πολιτική αυτή, καταλήγει στο βασικό συμπέρασμα: η πολιτική αυτή απέτυχε πλήρως. Γράφει ειδικότερα ο συγγραφέας:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τις μεγαλοφιλόδοξες ιδέες του να αναβιώσει το μεγαλείο της οθωμανικής περιόδου μέσω του Ισλάμ, το 2019 οι πολιτικές του Ερντογάν έχουν αφήσει συνολικά την Αγκυρα με λιγότερους συμμάχους και φίλους διεθνώς, ιδιαίτερα ανάμεσα στις σημαντικές δυνάμεις. Αντί να καταστήσουν την Τουρκία μεγάλη (great) ξανά με την επέκταση της επιρροής της στον μουσουλμανικό κόσμο και με συμμάχους στη Μέση Ανατολή, έχουν οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα. Η Αγκυρα έχει μόνο έναν σύμμαχο στη Μέση Ανατολή – το Κατάρ. Και εκτός από κάποια επιρροή μεταξύ κάποιων κρατών στα Δυτικά Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Αφρική δεν απολαμβάνει κανέναν σεβασμό διεθνώς ως μεγάλη δύναμη. Ακόμα χειρότερα, η Αγκυρα δεν μπορεί να υπολογίζει στην υποστήριξη άνευ προϋποθέσεων από τους παραδοσιακούς της φίλους πριν από την άνοδο του Ερντογάν, Ισραήλ, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Ευρώπης»(σελ. 288-289).

Οποια έκβαση κι αν έχει η ανάμειξη της Τουρκίας στη Λιβύη, δεν αλλάζει ουσιωδώς την εικόνα της αποτυχίας είτε η Τουρκία καταφέρει να εδραιώσει την παρουσία της στη χώρα αυτή είτε όχι.

Τι σημαίνει αυτή η αποτυχία αναβίωσης του οθωμανικού αυτοκρατορικού παρελθόντος; Μπορεί να σημαίνει, ως ένα πιθανό σενάριο, ότι αργά ή γρήγορα η Τουρκία «θα επιστρέψει στην Ευρώπη», αρκεί και η Ευρώπη να λειτουργήσει με στρατηγική προσέγγιση και σχέδιο. Ο S. Cagaptay γράφει ότι ακόμα και ο Ερντογάν, παρά την ενστικτώδη του απέχθεια προς τη Δύση και την Ευρώπη, διαπιστώνει ότι χρειάζεται τόσο τη Δύση όσο και την Ευρώπη για λόγους τόσο οικονομικούς όσο και στρατηγικούς. Ειδικά την Ευρώπη, από την οποία η οικονομική της εξάρτηση σε ό,τι αφορά εμπορικές εξαγωγές και επενδύσεις έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, παρά τις προσπάθειες ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών με άλλες περιοχές, περιλαμβανομένης και της Κίνας. Επιπλέον, και τούτο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όπως τονίζει ο Cagaptay, «υπάρχει μέσα στην Τουρκία μια ολόκληρη Ισπανία» από πλευράς μεγέθους πληθυσμού και άλλων χαρακτηριστικών. Με άλλα λόγια, σχεδόν 46 εκατομμύρια τούρκοι πολίτες, πάνω από το μισό του συνολικού πληθυσμού της Τουρκίας και όσος ο πληθυσμός της Ισπανίας, προσβλέπουν στην Ευρώπη και απορρίπτουν το Ισλάμ αλλά και τις οθωμανικές φαντασιώσεις του Ερντογάν. Βεβαίως το πέρασμα από τον νεοοθωμανισμό του Ερντογάν σε έναν καθαρό ευρωπαϊκό προσανατολισμό δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Μπορεί να είναι και επικίνδυνη. Και εδώ η προσέγγιση της Ευρώπης μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμης σημασίας. Οπως και πάλι γράφει ο Cagaptay, «η Ευρώπη έχει επιρροή στην τουρκική κοινωνία στο μέτρο που προσεγγίζει την Αγκυρα ως σημαντικό σύμμαχο (key-ally) και την Τουρκία ως ευρωπαϊκή χώρα» (σελ. 275). Που δεν απομονώνει, με άλλα λόγια, την Τουρκία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αγνοεί την πραγματικότητα.

Βέβαια η επιστροφή της Τουρκίας στην Ευρώπη, εάν και όταν συμβεί, δεν πρόκειται να λάβει τον χαρακτήρα της ένταξής της στην ΕΕ αλλά μάλλον μιας ειδικής ενισχυμένης σχέσης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και τούτο γιατί ανεξάρτητα από το τι μπορεί να συμβεί στο εσωτερικό της Τουρκίας σε ό,τι αφορά το πολιτικό σύστημα, τα ατομικά δικαιώματα, το κράτος δικαίου, κ.λπ., η Ευρώπη δεν πρόκειται να αποδεχθεί την Τουρκία ως πλήρες θεσμικό μέλος της.

Αλλά χρειάζεται προσοχή: η ενδεχόμενη επιστροφή στην Ευρώπη δεν σημαίνει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας που αναδείχθηκαν από τον Ερντογάν πρόκειται να εξαφανιστούν, όποιο κι αν είναι το τέλος της «περιόδου Ερντογάν».

Ο κ. Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ.

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk