Μία νέα κρίση χρέους της Ευρωζώνης λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού δεν είναι πιθανή, αλλά- , σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναμένει ότι το χρέος των 19 χωρών της Ευρωζώνης θα αυξηθεί φέτος περισσότερο από 13% του ΑΕΠ, φθάνοντας στο 97%, καθώς τα περιοριστικά μέτρα σε όλη την Ευρώπη θα οδηγήσουν σε μία πρωτοφανή ύφεση 7,5%. Παρά, όμως, τον αναμενόμενο μεγάλης έκτασης δανεισμό, η επίπτωση στις αποδόσεις των ομολόγων ήταν έως τώρα μικρή. Το επιτόκιο στα ομόλογα των χωρών με υψηλό χρέος – Ιταλίας, Ισπανίας, Ελλάδας ή Πορτογαλίας – έχει αυξηθεί κατά μόνο 40-50 μονάδες βάσης (0,4 έως 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας), χάρη στις μεγάλες αγορές ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

«Καθώς η ΕΚΤ κυριολεκτικά σκουπίζει τη δευτερογενή αγορά… ο κίνδυνος μίας κρίσης κρατικού χρέους είναι περίπου μηδενικός», δήλωσε οικονομολόγος της Saxo Bank, απηχώντας την άποψη πολλών άλλων οικονομολόγων και αξιωματούχων. Τη μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με την κρίση κρατικού χρέους της Ευρωζώνης του 2010-2012 την κάνει η ΕΚΤ. Τότε, δεν υπήρχε η χωρίς όρους δέσμευση της ΕΚΤ ότι θα «κάνει ό,τι χρειαστεί» για να στηρίξει το ευρώ. Μόλις έγινε αυτή η δέσμευση, στα μέσα του 2012, η κρίση τελείωσε. Ούτε υπήρχε τότε το πρόγραμμα ΟΤΜ (Outright Monetary Transactions) απεριόριστων αγορών κρατικών ομολόγων της ΕΚΤ ή το έμπειρο ταμείο διασώσεων (ο ESM) με διαθέσιμη δυνατότητα δανεισμού ύψους 410 δισ. ευρώ, έτοιμο να δανείσει φθηνά και ουσιαστικά χωρίς όρους.

Είναι, ωστόσο, το γεγονός ότι ο Νότος θα πρέπει να ανακάμψει από την ύφεση με ένα πολύ μεγάλο χρέος, σε αντίθεση με τον Βορρά, που ανησυχεί τις αγορές και αξιωματούχους της Ευρωζώνης. Ο βασικός κίνδυνος είναι πολιτικός: για να μείνει ακέραιη, η Ευρωζώνη δεν πρέπει να επιτρέψει σε εθνικιστικά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα στον Νότο να κεφαλαιοποιήσουν τις δυσκολίες της ανάκαμψης με τεράστια επίπεδα χρέους και να παρακινήσουν την κοινή γνώμη κατά της ΕΕ, σημείωναν οικονομολόγοι.

«Η ΕΚΤ μπορεί να αγοράσει πολλά ιταλικά ομόλογα αλλά δεν μπορεί να πείσει τις αγορές ότι η Ιταλία θέλει να παραμείνει στο ευρώ για πάντα», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank. «Ο χαμηλής πιθανότητας κίνδυνος ότι μία μελλοντική ιταλική κυβέρνηση μπορεί να θέλει να φύγει από το ευρώ παρακολουθείται από την αγορά. Δεν πρόκειται για λεπτομέρειες, αλλά για τον κίνδυνο μίας πολιτικής αντίδρασης», πρόσθεσε, η οποία θα μπορούσε να πάρει τη μορφή μίας λαϊκής δυσφορίας στην Ιταλία για τη σχετικά περιορισμένη ικανότητά της να αντιδράσει στην πανδημία σε σύγκριση με τη Γερμανία ή την Ολλανδία.

Η άμεση δημοσιονομική αντίδραση της Γερμανίας στην πανδημία ήταν σχεδόν επτά φορές μεγαλύτερη από αυτή της Ιταλίας, όπου η κρίση ήταν δριμύτερη, δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο, προσθέτοντας ότι ένας τέτοιος «κατακερματισμός» υπονομεύει την ενιαία αγορά και το ευρώ.

«Θα στοιχημάτιζα 100 ευρώ ότι η κρίση χρέους δεν θα επανέλθει στα επόμενα ένα ή δύο χρόνια», δήλωσε οικονομολόγος της ING, σημειώνοντας την πολύ ισχυρή πολιτική βούληση της Ευρωζώνης να αποφύγει μία τέτοια κρίση, όταν όλες οι οικονομίες της πλήττονται από την πανδημία. «Ωστόσο, θα στοιχημάτιζα πιθανόν άλλα 100 ευρώ ότι θα επανέλθει η υπαρξιακή κρίση της Ευρωζώνης. Σε κάποιο βαθμό, η κρίση του κοροναϊού την επιταχύνει. Θα επαναφέρει το θεμελιώδες ερώτημα για το ποια είναι η σωστή πολιτική και το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί το υψηλό δημόσιο χρέος», ανέφερε, προσθέτοντας: «Η τρέχουσα κρίση θα οδηγήσει σε νέα οικονομική απόκλιση μεταξύ του Βορρά και του Νότου. Ο Νότος θα πληγεί περισσότερο από την κρίση και ο Βορράς θα βγει ταχύτερα και ισχυρότερος από την κρίση».

Το θέμα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα των συζητήσεων που θα έχουν αύριο οι ηγέτες της ΕΕ σχετικά με το πώς να διασφαλίσουν ίσες ευκαιρίες στις οικονομίες για να ανακάμψουν, δεδομένων των διαφορετικών αφετηριών δημόσιου χρέους τους. Αυτό που διακυβεύεται είναι το μεγαλύτερο στοιχείο του ενεργητικού της ΕΕ – η ενιαία αγορά των 450 εκατομμυρίων καταναλωτών, η οποία δεν μπορεί να λειτουργεί καλά, αν οι διαφορές μεταξύ των χωρών είναι πολύ μεγάλες.

«Υπάρχει κίνδυνος ότι η σημερινή κρίση θα οδηγήσει σε περαιτέρω απόκλιση των θεμελιωδών μεγεθών μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης», δήλωσε ο κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος της Morgan Stanley. Όπως είπε, οι λύσεις που έχουν υιοθετηθεί έως τώρα δεν έχουν καταφέρει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της βιωσιμότητας του χρέους στις χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ιταλία, και του κατακερματισμού της Ευρωζώνης: των διαφορετικών ρυθμών ανάπτυξης, παραγωγικότητας, ανεργίας ή τραπεζικού δανεισμού.

Για να αποτρέψει μία τέτοια απόκλιση, η ΕΕ ψάχνει ιδέες για να αποφύγει μία μεγάλη αύξηση του χρέους στον Νότο, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μία αμοιβαιοποίηση του χρέους ή μεταβιβάσεις που δεν είναι αποδεκτές στο Βερολίνο, τη Χάγη, τη Βιέννη ή το Ελσίνκι. «Υπάρχει ασφαλώς ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος σοβαρών πολιτικών εντάσεων μεταξύ του Βορρά και του Νότου, τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και βραχυπρόθεσμα», δήλωσε υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ευρωζώνης. «Τα επίπεδα του χρέους είναι το κύριο θέμα εδώ, επειδή θα αυξηθούν αρκετά παντού, αλλά για τον Νότο η αύξηση θα είναι πιο σημαντική και έτσι θα περιορίσει το περιθώριο χειρισμών του για πολλά από τα επόμενα χρόνια», πρόσθεσε.

Για να αποφευχθεί η διόγκωση του χρέους στον Νότο, ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία, ζητούν επιχορηγήσεις – χρήματα που θα δανεισθεί η ΕΕ ως σύνολο, αλλά στη συνέχεια θα μεταβιβασθούν σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με τους τόκους των δανείων να εξυπηρετούνται μέσω, για παράδειγμα, ενός ευρωπαϊκού φόρου σε όσους ρυπαίνουν. «Αν έχουμε μία συμφωνία που θα δίνει μέρος της οικονομικής βοήθειας ως επιχορηγήσεις, αυτό θα καθιστούσε λιγότερο προβληματικό το θέμα του χρέους», σημείωσε ένας άλλος υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ευρωζώνης. Η ιδέα, όμως, των επιχορηγήσεων είναι το ίδιο προκλητική για κάποιους όσο και η αμοιβαιοποίηση του χρέους, ανέφεραν αξιωματούχοι. «Τέτοιες προτάσεις για μία ένωση μεταβιβαστικών πληρωμών δεν πρόκειται να προχωρήσουν, με ή χωρίς την κρίση του κοροναϊού», είπε ο πρώτος αξιωματούχος, προσθέτοντας: «Και αυτό, φυσικά, θα στεναχωρήσει πολύ την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Γαλλία και τότε θα αυξηθούν και πάλι οι πολιτικές εντάσεις».

Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ