• Αναζήτηση
  • Τα Οσκαρ προτιμούν τις ξανθές

    Την επόμενη Κυριακή η Aμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών θα απονείμει για 92η φορά τα χρυσά της αγαλματίδια στο Λος Αντζελες. Στις κατηγορίες Α΄ και Β΄ γυναικείου ρόλου ένα είναι σίγουρο: αποκλείεται να νικήσει μελαχρινή.

    Η Μέριλιν Μονρόε δεν υπήρξε και η καλύτερη ηθοποιός του κόσμου, όμως είχε τις καλές στιγμές της και σε αυτές τις στιγμές ήταν όντως μοναδική. Ο φακός την αγαπούσε, ο κόσμος την αγαπούσε και η ίδια αγαπούσε τη δουλειά της, γι’ αυτό και προσπαθούσε πάντα να βελτιώνεται. Στην τελευταία της ταινία, τους «Αταίριαστους» (1961), δίνει μια θαυμάσια, δραματική ερμηνεία που άξιζε Οσκαρ. Είναι κρίμα λοιπόν που αυτή η ηθοποιός, η πιο χαρακτηριστική ξανθιά στην ιστορία της σόουμπιζ, δεν προτάθηκε ποτέ για το πιο πολύτιμο κινηματογραφικό βραβείο του κόσμου, το Οσκαρ. Οσο δε το σκέφτομαι, μια υποψηφιότητα για το Β’ γυναικείου ρόλου στο «Μερικοί το προτιμούν καυτό» (1959) του Μπίλι Γουάιλντερ θα της ταίριαζε απολύτως. Μόνο και μόνο για την αξέχαστη εκείνη σκηνή στο τρένο, όταν ο ατμός «διαταράσσει» την αρμονική κίνηση των γοφών της…

    Ακούγεται παρανοϊκό, το ξέρω, όμως υπήρξε όντως μια εποχή που αν ήσουν ξανθιά στο Χόλιγουντ, πολύ δύσκολα θα σε έπαιρναν στα σοβαρά ως ερμηνεύτρια. Η Λορίν Μπακόλ, ας πούμε, αυτή η σπουδαία, ταλαντούχα ηθοποιός, εμβληματική φιγούρα σε τρομερές ταινίες (και τι ζευγάρι με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ!), έπρεπε να περιμένει μέχρι τα… 73 της για να δει τον εαυτό της υποψήφιο για το Οσκαρ Β’ ρόλου σε μια ασημαντότητα, το «Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα» (1996) της Μπάρμπρα Στράιζαντ. Και αυτή ήταν τυχερή (τελικά έλαβε ένα τιμητικό Οσκαρ συνολικής προσφοράς το 2010), διότι άλλες δεν είδαν ποτέ υποψηφιότητα. Η Βερόνικα Λέικ, η Μέι Γουέστ, η Τζιν Χάρλοου, η Τζέιν Μάνσφιλντ και η Μπέτι Γκρέιμπλ είναι ανάμεσα στις χαρακτηριστικές ξανθές σεξοβόμβες του Χόλιγουντ που δεν προτάθηκαν ποτέ για Οσκαρ. Και αν σκεφθούμε ότι η Ρίτα Χέιγουορθ έμεινε στην Ιστορία ως κοκκινομάλλα, αλλά έχει επίσης υπάρξει ξανθιά (στην «Κυρία απ’ τη Σανγκάη» του 1947), ε, τι άλλο θέλουμε;

    Μπορεί βέβαια όλα τα παραπάνω να οφείλονται σε καθαρή σύμπτωση, επομένως η «θεωρία συνωμοσίας» μου να γκρεμίζεται σαν χάρτινος πύργος. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εδώ και αρκετό καιρό από ξανθιές άλλο τίποτε, όχι μόνο στις υποψηφιότητες αλλά και στα ίδια τα βραβεία. Και δεν είναι μόνο η Μέριλ Στριπ, που κρατά μάλιστα και ρεκόρ υποψηφιοτήτων στα Οσκαρ (με 21) μετρώντας τρία χρυσά αγαλματίδια. Ξανθές που επίσης έχουν κερδίσει μέσα στην τελευταία εικοσαετία (και αναφέρομαι μόνο στα βραβεία και όχι στις λοιπές υποψηφιότητές τους) είναι και η Ρις Γουίδερσπουν («Walk the Line», 2006, Α’ ρόλου), η Εμα Στόουν («La La Land», 2017, Α’ ρόλου), η Κέιτ Μπλάνσετ («Θλιμμένη Τζάζμιν», 2015, Α’ ρόλου, και «The Aviator», 2005, Β’ ρόλου), η Νικόλ Κίντμαν («Οι ώρες», 2003, Α’ ρόλου), η Σαρλίζ Θερόν («Monster», 2004, Α’ ρόλου) και η Τζένιφερ Λόρενς («Οδηγός αισιοδοξίας», 2013, Α’ ρόλου). Ειδικά δε στις υποψηφιότητες των εφετινών, 92ων Οσκαρ, που θα απονεμηθούν την ερχόμενη Κυριακή 9 Φεβρουαρίου στο Λος Αντζελες, η ξανθιά πάει σύννεφο. Αρχής γενομένης από την κατηγορία του Α’ γυναικείου ρόλου.

    Σκάρλετ επί 2

    Το πρόσωπο που αμέσως ξεχωρίζει είναι μια πολύ ταλαντούχα αλλά και πνευματώδης ξανθιά, η Σκάρλετ Γιόχανσον, της οποίας η διαδρομή στον κινηματογράφο ξεπερνά πλέον τα 20 έτη. Κι όμως, από τότε που την είδαμε παιδάκι στον «Γητευτή των αλόγων» (1998) του Ρόμπερτ Ρέντφορντ (ως κόρη, μάλιστα, της Κριστίν Σκοτ Τόμας) μέχρι εφέτος, η Γιόχανσον δεν είχε ποτέ τύχει υποψηφιότητας στα Οσκαρ. Θα μπορούσε να έχει υπάρξει υποψήφια για το «Match Point» (2005) του Γούντι Αλεν, για παράδειγμα.

    Το κατάφερε εφέτος, και μάλιστα εις διπλούν. Είναι υποψήφια σε δύο κατηγορίες, Α’ και Β’ ρόλου. Και για να είμαι ειλικρινής, πολύ θα μου άρεσε να τη δω να σηκώνει το επιχρυσωμένο αγαλματίδιο για την εξαιρετικά επίκαιρη, ουσιαστική ταινία του Νόα Μπάουμπαχ «Ιστορία γάμου», όπου η Γιόχανσον υποδύεται μια ηθοποιό που οδηγείται σε διαζύγιο με τον σκηνοθέτη σύζυγό της (Ανταμ Ντράιβερ, επίσης υποψήφιος), εξαιτίας της απόστασης που χωρίζει τόσο την καριέρα τους όσο και την οικογένειά τους (υπάρχει και ένα παιδί στη μέση, που ουσιαστικά αποτελεί την αφορμή του χωρισμού). Η Γιόχανσον παίζει μετρημένα, εσωτερικά και χωρίς ιδιαίτερες εκρήξεις. Οσο στενάχωρο είναι το θέμα, που σου αφήνει μια γεύση πίκρας, άλλο τόσο όμορφο είναι να βλέπεις τους δύο ηθοποιούς που υποδύονται το ζευγάρι να παίζουν με μια αξιοθαύμαστη απλότητα.

    Για τη δεύτερη υποψηφιότητα της Γιόχανσον, αυτήν του Β’ ρόλου για το «Τζότζο», δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, ίσως επειδή θεωρώ πως η ταινία δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Πρόκειται για μια σάτιρα για τη χιτλερική Γερμανία με την οποία η καλλιτεχνικής φύσης, προοδευτική ηρωίδα της Γιόχανσον, μητέρα του μικρού πρωταγωνιστή της ιστορίας (Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις), δεν συμφωνεί. Ούτως ή άλλως, φαβορί στην κατηγορία του Οσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου είναι μια άλλη ξανθιά, η οποία συμπτωματικά είναι υποψήφια για την ίδια ταινία που έφερε την Γιόχανσον στις υποψηφιότητες πρωταγωνιστικού ρόλου: η Λόρα Ντερν. Η κόρη των ηθοποιών Μπρους Ντερν και Ντάιαν Λαντ, που οφείλει αρκετά στον Ντέιβιντ Λιντς, σκηνοθέτη της στο «Μπλε βελούδο» (1986) και στην «Ατίθαση καρδιά» (1990), δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στις υποψηφιότητες των βραβείων της Aμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών. Τo 1992 προτάθηκε για το Οσκαρ Α’ ρόλου για την (ξεχασμένη πια) ταινία «Σκάνδαλο στη μικρή πόλη», όπου υποδύθηκε μια σεξουαλικώς καταπιεσμένη κοπέλα υπό την προστασία μιας οικογένειας την εποχή του οικονομικού κραχ. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, η Ακαδημία τη θυμήθηκε για τον ρόλο της στο «Wild» (2014), όπου υποδύεται τη μητέρα της Ρις Γουίδερσπουν (η οποία ήταν επίσης υποψήφια για την ίδια ταινία). Και τώρα, λίγο πριν από τα 53 της, για τον ρόλο της bitch δικηγόρου που αναλαμβάνει την υπεράσπιση της Γιόχανσον στην «Ιστορία γάμου», όλα δείχνουν ότι η Ντερν επιτέλους θα πάρει το βραβείο. Αουτσάιντερ σε αυτή την κατηγορία η έμπειρη Κάθι Μπέιτς (πότε ξανθιά, πότε μελαχρινή και τον τελευταίο καιρό γκριζομάλλα).

    Ο παράγων Σαρλίζ και οι… άλλες

    Η Σαρλίζ Θερόν είναι εφέτος, για τρίτη φορά στην καριέρα της, υποψήφια για το Οσκαρ Α’ ρόλου, βραβείο που ήδη έχει στην κατοχή της από την πρώτη φορά που την είδαμε στη χρυσή πεντάδα. Ολοι θυμόμαστε τη μεταμόρφωση της πανέμορφης Νοτιοαφρικανής σε γυναίκα-τέρας, την Αϊλίν Γουόρνος, μια πόρνη στις εθνικές οδούς της Φλόριδας, η οποία καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία επτά ανδρών. Η ειρωνεία είναι ότι η 44χρονη Θερόν έχει… μεταμορφωθεί και στη «Βόμβα», για την οποία εφέτος διεκδικεί ξανά το Α’ ρόλου. Απλώς αυτή τη φορά το μακιγιάζ τη δείχνει πολύ νεότερη, ρετουσαρισμένη ώστε να μοιάζει ακόμα περισσότερο στη δημοσιογράφο του Fox News Μέγκιν Κέλι που πριν από μερικά χρόνια έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά του σεξιστή αφεντικού της, Ρότζερ Eϊλς (πολύ καλός ο Τζον Λίθγκοου στην ταινία, αλλά αυτός δεν κατάφερε να βρεθεί στην πεντάδα για τα βραβεία Β’ ανδρικού ρόλου). Καθόλου τυχαίο που αυτή η ταινία διεκδικεί το Οσκαρ και στην κατηγορία του μακιγιάζ.

    Ας παραμείνουμε όμως στη «Βόμβα», διότι η ταινία του Τζέι Ρόουτς, στην οποία η Θερόν είναι και παραγωγός, μετρά ακόμα μία υποψηφιότητα, για άλλη μια ξανθιά, τη Μάργκο Ρόμπι. Η 29χρονη Αυστραλή διεκδικεί το Οσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου για τη νεότερη της Κέλι δημοσιογράφο που συμμάχησε μαζί της στην εκστρατεία κατά του Εϊλς. Η «Βόμβα» δεν ήταν η μόνη περυσινή επιτυχία της Ρόμπι. Θα μπορούσα να πω μάλιστα ότι θα προτιμούσα να την έβλεπα υποψήφια για το Β’ ρόλου για το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» του Κουέντιν Ταραντίνο, όπου ενσαρκώνει τη Σάρον Τέιτ, την ηθοποιό και σύζυγο του Ρόμαν Πολάνσκι που βρήκε φρικτό θάνατο στα 26 της χρόνια από τον Τσαρλς Μάνσον και τα μέλη της αίρεσής του. Η Ρόμπι ανήκει στα φρέσκα γυναικεία πρόσωπα που εδώ και μερικά χρόνια ξεχωρίζουν στο Χόλιγουντ. Εξάλλου, το 2018 κέρδισε την πρώτη υποψηφιότητά της για το Οσκαρ Α’ ρόλου για το «Εγώ, η Τόνια». Κάποια στιγμή θα το πάρει, απλώς δεν νομίζω ότι η στιγμή αυτή είναι εφέτος.

    Αν η Γιόχανσον «κινδυνεύει» από κάποια συνάδελφό της να χάσει το Οσκαρ Α’ ρόλου, αυτή δεν είναι η Θερόν αλλά μια άλλη ξανθιά, η Ρενέ Ζελβέγκερ. Προσωπικά, διαφωνώ καθέτως με την υποψηφιότητα της Ζελβέγκερ για την «Judy», τη βιογραφική ταινία για την ηθοποιό και τραγουδίστρια Τζούντι Γκάρλαντ (1922-1969) με φόντο τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν ήταν αλκοολική, ανίκανη να τραγουδήσει και εντελώς παρακμασμένη. Η ταινία δεν μου είπε απολύτως τίποτε για την Γκάρλαντ, όπως τίποτε δεν μου είπε και η μιμητική της Ζελβέγκερ, την οποία ούτως ή άλλως θεωρώ υπερτιμημένη, με ελάχιστες ερμηνείες της να με έχουν πραγματικά συνεπάρει (ένα παράδειγμα είναι το «Τζέρι Μαγκουάιρ» του 1996, ένα άλλο το «Σικάγο» του 2002). Ωστόσο, δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι η 50χρονη ηθοποιός, η οποία ένα φεγγάρι ήταν μία από τις πιο διάσημες ξανθές του πλανήτη χάρη στη μετριότητα «Το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς» (2001), κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα της Ενωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Λος Αντζελες – και αυτό σημαίνει ένα μεγάλο βήμα προς το Οσκαρ (όχι όμως και ένα Οσκαρ a priori).

    Τα υπολογίσιμα αουτσάιντερ

    Αλλά και τα αουτσάιντερ στην κατηγορία του Α’ γυναικείου ρόλου, κι αυτά ξανθής απόχρωσης είναι. Στη μία πλευρά, η γεννημένη στις ΗΠΑ ιρλανδή ηθοποιός με το παράξενο όνομα Σίρσα Ρόναν που έγινε για πρώτη φορά γνωστή από την «Εξιλέωση» (2007) του Τζο Ράιτ, για την οποία είχε προταθεί στην κατηγορία του Β’ γυναικείου ρόλου. Η Ρόναν, που γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης τον Απρίλιο του 1994 αλλά σε ηλικία τριών ετών μετακόμισε στη χώρα καταγωγής των γονιών της, είναι ηθοποιός από παιδί και είναι εφέτος για τέταρτη φορά υποψήφια, για τις «Μικρές κυρίες», την κινηματογραφική εκδοχή του διάσημου μυθιστορήματος της Λουίζα Μέι Αλκοτ (υποψήφια για το Οσκαρ Β’ ρόλου για την ίδια ταινία είναι η – επίσης ξανθιά – Φλόρενς Πιου). Η Ρόναν μετρά δύο ακόμα υποψηφιότητες, επίσης για το Οσκαρ Α’ ρόλου: για το «Brooklyn» (2015) και για το «Ladybird» (2017).

    Στην άλλη πλευρά η Αφροαμερικανίδα Σίνθια Ερίβο, η πραγματική έκπληξη αυτής της χρονιάς – σε ό,τι τουλάχιστον αφορά τις ηθοποιούς. Και ναι, στην καμπάνια των Οσκαρ τη βλέπουμε κατάξανθη, αν και προφανώς τα μαλλιά της είναι βαμμένα. Η άγνωστη 33χρονη ηθοποιός την οποία είχαμε δει πρόπερσι σε εκείνη την περίεργη ταινία ονόματι «Δύσκολες ώρες στο Ελ Ροαγιάλ», είναι εφέτος υποψήφια για το Οσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου έχοντας παίξει στη «Χάριετ», το βιογραφικό δράμα της Κάσι Λέμονς όπου η ηθοποιός υποδύεται τη Χάριετ Τάμπμαν. Η τελευταία όχι απλώς κατάφερε να ξεφύγει από τη σκλαβιά αλλά έγινε η ίδια σύμβολο συμβάλλοντας στην απελευθέρωση εκατοντάδων σκλάβων. Ας σημειωθεί βέβαια ότι στην ταινία τα μαλλιά της δεν είναι ξανθά…

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk