Δ. Σωτάκης: Στην Ελλάδα ένα λογοτεχνικό βραβείο τρέφει μόνον το «εγώ» του συγγραφέα

Ο γνωστός συγγραφέας μίλησε στο ΒΗΜΑ με αφορμή την έκδοση του τελευταίου μυθιστορήματός του «Ο μεγάλος υπηρέτης» (Κέδρος, 2019)

Ο συγγραφέας Δημήτρης Σωτάκης

Είκοσι δύο χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα με την έκδοση του «Σπιτιού» (Καστανιώτης) και ο Δημήτρης Σωτάκης, από πέρσι, μετρά το 10ο μυθιστόρημά του, «Ο μεγάλος υπηρέτης» (Κέδρος).

Μέσα από την ιστορία ενός επιχειρηματία που προκειμένου να βάλει τάξη στο χάος που πλημμυρίζει την καθημερινότητά του προσλαμβάνει έναν «ειδικό βοηθό», ο συγγραφέας σε 350 σελίδες οδηγεί τον αναγνώστη σε σκοτεινές «σπηλιές» της ανθρώπινης φύσης σε ένα μυθιστόρημα που μιλά «για την μάχη του ανθρώπου με τον εαυτό του και για την ψευδαίσθηση που δημιουργεί η δύναμη της εξουσίας.»

Πολλά από τα βιβλία του 47χρονου Αθηναίου συγγραφέα έχουν κυκλοφορήσει στο εξωτερικό (Γαλλία, Σερβία, Τουρκία, Ολλανδία, Ιταλία, Κίνα) ενώ σε ότι αφορά τα εγχώρια βραβεία, η «Πράσινη πόρτα» (2002) ήταν υποψήφια για το βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, ο «Ανθρωπος καλαμπόκι» διεκδίκησε το βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το 2007 (όπως και το βραβείο του περιοδικού Διαβάζω και το «Θαύμα της αναπνοής» (2009), τιμήθηκε με το βραβείο The Athens Prize for Literature του περιοδικού «(δε)κατα» και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς και για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία.

Με την έκδοση του «Μεγάλου υπηρέτη», ο Δ. Σωτάκης μετρά 10 μυθιστορήματα σε μια περίοδο 22 περίπου χρόνων

————————————-

-Είστε ο ίδιος συγγραφέας σήμερα με τον «Μεγάλο υπηρέτη», με τον συγγραφέα του 1997 όταν εκδιδόταν «Το σπίτι»;

Δημήτρηs Σωτάκης: « Σαφώς και όχι. Η οπτική μου γωνία για τη λογοτεχνία έχει μετακινηθεί από τότε σε γιγαντιαίο βαθμό, στην πραγματικότητα τότε λειτουργούσα με ένα ένστικτο, μια απλή αίσθηση για το τι σημαίνει “γράφω ένα βιβλίο”. Σταδιακά όμως, κάτι που δεν γίνεται τελείως συνειδητό, αποκτά κανείς έναν ρυθμό, ένα προσωπικό ύφος, προκειμένου να δώσει το δικό του στίγμα.»

-Εχετε διαβάσει ποτέ δικό σας βιβλίο, χρόνια μετά την έκδοσή του; Και αν ναι, πως θα το βαθμολογούσατε από το 0 ως το 10;

«Δεν έχω διαβάσει, όμως υποψιάζομαι πώς θα αντιδρούσα, έχει να κάνει με την οπτική γωνία που θα το έβλεπα, θα υπήρχαν στιγμές που θα βαθμολογούσα με δέκα, και άλλες με μηδέν, είναι πάντα περίεργη η αίσθηση για ένα έργο που έχει τελειώσει, που έχει φύγει πια απ’ τα χέρια μου.»

-Πόσο βοηθά ένα ελληνικό λογοτεχνικό βραβείο τον συγγραφέα που το έχει κερδίσει;

«Στην Ελλάδα ελάχιστα. Αντιθέτως, σε άλλες χώρες ένα βραβείο έχει αντίκτυπο στην πορεία ενός συγγραφέα, αντανακλά παντού, στην αξιοπιστία του γενικά στο κοινό, και επίσης στις πωλήσεις του βιβλίου. Στην Ελλάδα – όπου τα λογοτεχνικά βραβεία, άλλωστε, είναι πολύ λίγα – μετράει μόνο ως ψυχολογικός παράγοντας, τρέφει, ας πούμε κάπως το “εγώ” του συγγραφέα και το πώς ενδεχομένως σε βλέπουν οι ομότεχνοί σου, αλλά τίποτα περισσότερο.»

-Ποια είναι η αγαπημένη ξένη έκδοση δικού σας βιβλίου και γιατί;

«Είναι όλες αγαπημένες, όμως αν πρέπει να ξεχωρίσω ίσως η κινεζική έκδοση για «Το θαύμα της αναπνοής», πιο πολύ για τη σπανιότητα μιας τέτοιας κυκλοφορίας, αλλά και για το εξαιρετικό εξώφυλλό του βιβλίου.»

-Ονομάστε τρία βιβλία Ελλήνων ή ξένων συγγραφέων που δεν μπορέσατε να τελειώσετε.

«Πλέον είναι πολλά, γιατί εδώ και χρόνια έχω αποφασίσει να μην συνεχίζω με ψυχαναγκαστικό τρόπο βιβλία που ξεκινάω και γρήγορα διαπιστώνω ότι δε μου αρέσουν.»

-Ονομάστε τότε τρία βιβλία που έχετε διαβάσει παραπάνω από δύο φορές.

«“Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα” του Χούλιο Κορτάσαρ, “Ο μίμος των φωνών” του Τόμας Μπέρνχαρντ, “Η Σκάλα” του Σωκράτη Καψάσκη.»

-Και μια τελευταία ερώτησηΠως γράφετε;

«Γράφω στον υπολογιστή, είναι πλέον μια αυτοματική διαδικασία. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον άλλον τρόπο.»_

 

Βιβλία
Σίβυλλα
Helios Kiosk