• Αναζήτηση
  • Ιστορίες από το ελληνικό τραγούδι #3

    Ενα τραγούδι είναι αυτό που είναι. Δεν χρειάζεται ούτε προλόγους ούτε επεξηγήσεις ούτε «δεκανίκια συγκίνησης». Υπάρχουν όμως ιστορίες πίσω από αυτά. Αλλες απλές, άλλες ιδιαίτερα γοητευτικές και άλλες που μας αλλάζουν τελείως τη «γωνία» από την οποία ακούμε ένα τραγούδι.









    Ενα τραγούδι είναι αυτό που είναι. Δεν χρειάζεται ούτε προλόγους ούτε επεξηγήσεις ούτε «δεκανίκια συγκίνησης». Υπάρχουν όμως ιστορίες πίσω από αυτά. Αλλες απλές, άλλες ιδιαίτερα γοητευτικές και άλλες που μας αλλάζουν τελείως τη «γωνία» από την οποία ακούμε ένα τραγούδι. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, γιατί τα τραγούδια γράφτηκαν από ανθρώπους. Οι οποίοι συνήθως είναι πρωταγωνιστές περιστατικών, συγκυριών, συμπτώσεων, γεγονότων, που δημιουργούν έναν μικρό μύθο γύρω από τραγούδια που έχουμε αγαπήσει. Μερικές τέτοιες μικρές ιστορίες θα πούμε σε αυτό το αφιέρωμα σε συνέχειες του «Βήματος», όπου σήμερα δημοσιεύεται το τρίτο μέρος.
    «Μικρές νοθείες» / «Του χρόνου τα σκυλιά» 1999-2000
    Τρία χρόνια ξεχασμένο
    Την άνοιξη του 1996, λίγες μέρες πριν παρουσιαστώ στην Αεροπορία, ο Σωκράτης Μάλαμας μου ζήτησε να του γράψω ένα τραγούδι για τον δίσκο που ετοίμαζε. Εγραψα τις «Μικρές νοθείες». Κυκλοφόρησε ο δίσκος του, το τραγούδι δεν υπήρχε μέσα, χαθήκαμε για αρκετό καιρό, δεν ξαναμιλήσαμε για το συγκεκριμένο τραγούδι, το είχαμε σχεδόν ξεχάσει και οι δύο.
    Το φθινόπωρο του 1999, ετοιμάζοντας τον δίσκο «Θάλασσα στη σκάλα» με τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, έγραψα δεκατρία καινούργια τραγούδια και κάπου στα χαρτιά μου βρήκα και τις «Μικρές νοθείες». Το έδωσα στον Θάνο, του άρεσε, το μελοποίησε και ολοκληρώνοντας την ηχογράφηση του δίσκου συμφωνήσαμε όλοι πως ήταν το πιο δυνατό κομμάτι του δίσκου και εκείνο που ίσως τραβούσε και τα υπόλοιπα.
    Επέστρεψα σπίτι μου από το στούντιο και βρήκα μήνυμα από τον Σωκράτη στον τηλεφωνητή μου. «Οδυσσέα, θυμάσαι εκείνο το τραγούδι που μου είχες δώσει πριν από κάποια χρόνια; Το ξανασκάλισα και νομίζω πως έχω γράψει μία από τις καλύτερες μελωδίες μου. Θα μπει στον δίσκο που ετοιμάζω, τηλεφώνησε μου να βρεθούμε να το ακούσεις!».
    Πάγωσα, είναι η αλήθεια. Του τηλεφώνησα, του είπα πως θεωρούσα πως το είχε ξεχάσει ή πως δεν του άρεσε, πως το είχαμε μόλις ηχογραφήσει με τον Βασίλη, σε μουσική του Θάνου, και δεν γινόταν τώρα πια να το πάρω πίσω, όταν μάλιστα το είχαμε αγαπήσει τόσο.
    Στενοχωρήθηκε μία, στενοχωρήθηκα δύο, και το ίδιο βράδυ κάθισα και του έγραψα το «Του χρόνου τα σκυλιά» σε μια προσπάθειά μου να «ρεφάρω». Του το έστειλα, το μελοποίησε και το τραγούδι μπήκε στον δίσκο του «Ο φύλακας κι ο βασιλιάς» έναν χρόνο μετά.
    Τις «Μικρές νοθείες» στον δίσκο «Θάλασσα στη σκάλα» τις αφιέρωσα στον αγαπημένο μου Αλκη Αλκαίο. Ζήτησα από τον Σωκράτη να μη μου αποκαλύψει ποτέ ποια μελωδία έγραψε για τις «Μικρές νοθείες», θεωρώντας πως εφόσον τη θεωρούσε μία από τις καλύτερές του, κάπου, σε κάποιον δίσκο, θα την έχει ηχογραφήσει με διαφορετικούς στίχους».
    «Λέξεις» 2007
    «Το πρώτο μου «πολιτικό» τραγούδι»

    Ενα κείμενο που έγραψε για «Το Βήμα» ο Φοίβος Δεληβοριάς, για το πώς προέκυψε η ανάγκη του να γράψει ένα τραγούδι για μια Ελλάδα που άλλαζε γρήγορα:

    «Από μικρός είχα μια δυσπιστία απέναντι στο λεγόμενο «πολιτικό» τραγούδι, όπως άλλωστε και στο «ερωτικό», στο «λαϊκό», στο «ελαφρό» κ.λπ. Κι αυτό γιατί πιστεύω πως ένα τραγούδι δεν πρέπει να προκαθορίζεται. Ενα ζωντανό σώμα είναι κι αυτό με την αμηχανία του, τη στάση του, τη φιλοσοφία του, τον τρόπο του να είναι ερωτευμένο, την ιδεολογία του που διαμορφώνεται εκείνη τη στιγμή. Κι έτσι πάντα ξεκίναγα να γράφω κάτι για μια εικόνα ή μια λέξη που μου άρεσε κι από ‘κεί ξέφευγα. Εφτανα σε κάτι που άγγιζε με έναν πολύ προσωπικό τρόπο και τον έρωτα και το χιούμορ και τη λαϊκότητα και φυσικά την πολιτική στάση. Δεν είναι τρόπος που τον συνιστώ, σε μένα όμως έτσι έβγαινε. Η κατάσταση όμως στην Ελλάδα της φούσκας, λίγο μετά τους Ολυμπιακούς, μου έφερνε καθημερινά ένα είδος ζάλης, που μαζευόταν μέσα μου και γινόταν κάτι πηχτό που ήθελε να βγει. Γύριζα από Ανδρο λοιπόν τον Σεπτέμβριο του 2005 και στο καράβι άκουσα δύο νέα παιδιά γύρω στα 30 να μιλάνε για την «αστική δημοκρατία» και μάλιστα με αρκετά έντονο και «μελετημένο» τρόπο. Μετά από λίγο μιλούσαν για το ποια Ριβιέρα είναι καλύτερη, η Ιταλική ή η Γαλλική, μετά για τον Ρέμο και το τελευταίο του πρόγραμμα, μετά για τη συλλογή βυνιλίων τζαζ του ενός, μετά για την επόμενη μορφή του Playstation, μετά για πολιτικούς της τότε μόδας. Για πρώτη φορά σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα να γράψω ένα «πολιτικό» τραγούδι. Και είχα και τον πρώτο στίχο έτοιμο: «Ακόμα υπάρχουν λέξεις όπως δημοκρατία». Θα ήταν ένα τραγούδι για τις λέξεις – και το νόημα που τρεμοσβήνει στην αγκαλιά τους. Το 2015 οι δύο νέοι που συνάντησα θα μιλούσαν ακόμα πιο πολύ για δημοκρατία. Ο ένας θα στήριζε ίσως το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, ο άλλος πιθανότατα το ΝΑΙ, ανάλογα με το πού τους είχε πάει η ζωή. Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά μέσα σε 10 χρόνια. Η Ελλάδα άλλη χώρα. Κάτι όμως υπήρχε που το «πολιτικό» μου τραγουδάκι το έκανε να μιλάει και για τη μία και για την άλλη συγκυρία. Ισως να ήταν η φτιαξιά του, το σώμα που του έδωσα. Ισως να είναι απλώς η χώρα – και η γλώσσα – στην οποία γεννήθηκε».
    «Πηνελόπη» 1998
    Ένα απρόσμενο ντουέτο
    Το 1997 ο Μίλτος Πασχαλίδης ξεκίνησε την ηχογράφηση του δεύτερου προσωπικού του δίσκου με τίτλο «Κακές συνήθειες». Αγαπώντας πολύ τις κέλτικες και ιρλανδέζικες μπαλάντες, έγραψε ένα τραγούδι με αυτόν τον ήχο, την «Πηνελόπη». Αποφάσισε να το προτείνει στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να το πει στον δίσκο. Ο Βασίλης, αφού άκουσε όλον τον δίσκο, του αντιπρότεινε να πει ένα τραγούδι «δεύτερης ακρόασης», το «Σαν των ματιών σου τις βαφές» θεωρώντας πως η «Πηνελόπη» είναι ένα πολύ δυνατό τραγούδι που θα ακουστεί πολύ, δεν χρειαζόταν κάποιον γνωστό ερμηνευτή να το βοηθήσει και πως έπρεπε να το πει ο Μίλτος.
    Δέκα χρόνια μετά, στην επετειακή συναυλία του στο Θέατρο Βράχων στον Βύρωνα, ο Μίλτος κάλεσε και τον Βασίλη ανάμεσα σε άλλους για να πουν ορισμένα τραγούδια του. Πρότεινε στον Βασίλη να πει έστω με δέκα χρόνια καθυστέρηση την «Πηνελόπη» γιατί ήθελε να καταγραφεί και με τη δική του φωνή, εφόσον η συναυλία θα κυκλοφορούσε σε CD.
    Σε αυτή την ηχογράφηση προέκυψε ένα ντουέτο των δυο τους που δεν ήταν προγραμματισμένο, άλλα φρόντισε γι’ αυτό μια μικρή αδεξιότητα.
    Ξεκίνησε να τραγουδάει ο Βασίλης και μόλις έφτασε στο δεύτερο κουπλέ κατά λάθος χτύπησε το αναλόγιο με τους στίχους που είχε μπροστά του και έπεσαν κάτω όλα τα χαρτιά. Ο Μίλτος, που ήταν δίπλα του στη σκηνή, καταλαβαίνοντας πως ο Βασίλης δεν θυμόταν τα λόγια απ’ έξω πλησιάζει στο μικρόφωνο και λέει εκείνος το δεύτερο κουπλέ και το ρεφρέν για να σώσει την κατάσταση. Ετρεξαν οι τεχνικοί μάζεψαν τα χαρτιά, τα τοποθέτησαν ξανά στο αναλόγιο και ο Παπακωνσταντίνου είπε το τρίτο κουπλέ μόνος του. Αποφάσισαν να κρατήσουν αυτό το μικρό «ατύχημα», να μην κάνουν κάποια διόρθωση στο στούντιο εκ των υστέρων – όπως συνηθίζεται στους δίσκους ζωντανών ηχογραφήσεων – και έτσι προέκυψε αυτή η δισκογραφική τους συνάντηση.

    «Άγιος ο έρωτας» 2000
    Μια εξ ανάγκης ερμηνεία
    Σε έναν δίσκο με εξαιρετικές συμμετοχές πολύ γνωστών ερμηνευτών, ο Γιώργος Ανδρέου «αναγκάστηκε» να πει ο ίδιος το τελευταίο τραγούδι του δίσκου και κατάφερε να γίνει ένα από τα πλέον αγαπημένα τραγούδια εκείνης της δεκαετίας. Ο ίδιος μας αφηγείται την ιστορία του:
    «Ερωτεύτηκα την Oρχήστρα Nυκτών Eγχόρδων του Δήμου Πατρέων (που σήμερα έχει και το πρόθεμα «Αθανάσιος Τσιπινάκης», μια και ο ιδρυτής, μαέστρός της, καλλιτεχνικός της διευθυντής και αγαπημένος φίλος μου Θανάσης δεν ζει πια).
    Νέα παιδιά με μαντολίνα, μαντόλες, κιθάρες. Και μια ευλογημένη ηχώ «κλασικής» και «λαϊκής» καταγωγής στον ήχο τους. Αποφασίζουμε με τον Τσιπινάκη να ηχογραφήσουμε έναν δίσκο τραγουδιών δικών μου καινούργιων για την Ορχήστρα, σε στίχους του εξαιρετικού πατρινού ποιητή Διονύση Καρατζά. Εχουμε σχεδόν τελειώσει με το σύνολο των τραγουδιών, αλλά εγώ νιώθω πως κάτι «λείπει». Γράφω το ορχηστρικό «Σαν παιχνίδι», φωνάζω στο στούντιο τον Καρατζά. Διαβάζει πάνω στη μουσική τρία ποιήματά του. Κι εγώ (σκέφτομαι την ώρα της ηχογράφησης), εγώ δεν πρέπει να δείξω πώς από το ποίημα φθάνω στο τραγούδι; Ζητώ έναν ακόμη στίχο από τον Διονύση, ένα ποίημα έστω που να εκπληρώνει την ανάγκη μου αυτή. Εχω εξαντλήσει το υλικό του, απαντάει ευγενικά. Αδιέξοδο. Ξάφνου θυμάμαι το πείραμα του Eλύτη με συρραφή αποσπασμάτων από ποιήματα του Kάλβου (ένα κολλάζ φαινομενικά άσχετων στίχων που οδηγεί σε ένα θαυμαστό νέο νόημα – όπως δίδαξαν και έπραξαν τολμηροί ντανταϊστές και σουρεαλιστές).
    Πιάνω όλες τις ποιητικές συλλογές του Καρατζά. Στην αρχή ανοίγω σελίδες και ακουμπώ το δάχτυλο στην τύχη: «Ξεροί καημοί και νερό θαλασσινό…». Στη συνέχεια ψάχνω πιο «συνειδητά» και διαλέγω από αγαπημένα ποιήματα του Kαρατζά «κομμάτια κι αποσπάσματα», τα βάζω στη δική μου αυθαίρετη σειρά – και να ο «Αγιος ο έρωτας»!
    Ειδοποιώ τον Τσιπινάκη πως υπάρχει καινούργιο τραγούδι, τηλεφωνώ και στον Διονύση να παραστεί στην πρόβα. Κάποτε τελειώνει το τραγούδι (που απήγγειλα και ερμήνευσα δοκιμαστικά, για την πρόβα, εγώ). Σιωπή ηλεκτρισμένη. Ο Καρατζάς με αγκαλιάζει: «Τι έκανες; Χώρεσες όλη μου την ποιητική σε ένα τραγούδι!». Αν εσένα σου αρέσει, Διονύση, εγώ πετώ τη σκούφια μου. Η Γιούλη (εξάρχουσα – πρώτο μαντολίνο) σηκώνεται: «Μπορούμε να το ξαναπαίξουμε;».
    Υστερα από λίγες μέρες ρώτησα τα παιδιά της Ορχήστρας ποιον θα ήθελαν ως ερμηνευτή του τραγουδιού. Ζήτησαν τη Χαρούλα (Αλεξίου). Της έστειλα μια δοκιμαστική ηχογράφηση κι ένα γράμμα των παιδιών. Η ζωή το έφερε να μην πει το τραγούδι (προς μεγάλη της απογοήτευση, όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα). Αποφάσισα να το πω εγώ».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk