• Αναζήτηση
  • Η Παιδεία, τα ΑΕΙ, οι προδότες

    Το πρόσφατο μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη είναι επίκαιρο, ωστόσο δεν αναφέρεται ευθέως στα μνημόνια και στην κρίση που πλήττει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

    Πέτρος Μάρκαρης
    Σεμινάρια φονικής γραφής
    Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018
    σελ. 332, τιμή 16,96 ευρώ
    Το πρόσφατο μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη είναι επίκαιρο, ωστόσο δεν αναφέρεται ευθέως στα μνημόνια και στην κρίση που πλήττει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Πάντως, στις πρώτες σελίδες του εμφανίζεται το λιμάνι της Πάτρας, στο οποίο συνωστίζονται μετανάστες που θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα, τρυπώνοντας σε κάποιο φορτηγό ή σε πλοίο, ενώ μια ηρωίδα εκφράζει έναν λανθάνοντα ρατσισμό. Η επικαιρότητα είναι παρούσα, ακόμα και στον τίτλο, όπου διαφαίνεται και η ειρωνική ή σατιρική διάθεση του συγγραφέα. Ο τίτλος Σεμινάρια φονικής γραφής παραπέμπει ασφαλώς στα σεμινάρια «δημιουργικής γραφής» που έχουν κατακλύσει τη χώρα και γίνονται σε πανεπιστήμια, σχολεία, δήμους, βιβλιοθήκες, ιδιωτικές σχολές, βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους. Υποτίθεται πως τα σχετικά σεμινάρια προσφέρουν στους «μαθητές» τα εφόδια για να γίνουν πεζογράφοι ή ποιητές, σεναριογράφοι ή στιχουργοί, ενώ στην πραγματικότητα τους βοηθούν να γίνουν καλύτεροι αναγνώστες.

    Μέσα κοινωνικής δικτύωσης

    Ο Μάρκαρης στο βιβλίο του κάνει λόγο για ένα διαφορετικό φαινόμενο της σημερινής εποχής, την ανάπτυξη και γιγάντωση των λεγόμενων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου παρατηρούνται παγκοσμίως σημεία και τέρατα. Σχολιάζοντάς το, ένας ήρωας λέει πως το φέισμπουκ και το τουίτερ προκαλούν έρωτα μεταξύ αγνώστων, τον οποίο, παραφράζοντας τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, χαρακτηρίζει «Ερωτα στα χρόνια της διαδικτυακής αερογαμίας». Προσεκτικός παρατηρητής, κοσμοπολίτης και κυρίως ευαίσθητος δέκτης των τεκταινομένων, ο συγγραφέας μεταφέρει τις εντυπώσεις του από την καθημερινότητα στο χαρτί και τις κάνει μυθιστόρημα, έστω και αν κάνει χρήση υπερβολών.
     
    Εδώ, ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος καλείται να εξιχνιάσει τη δολοφονία ενός υπουργού της κυβέρνησης, του Κλέαρχου Ραψάνη, ο οποίος δηλητηριάστηκε – μια κοπέλα του έφερε στο σπίτι μια τούρτα κι αυτός, έχοντας αδυναμία στα γλυκά, όντας λαίμαργος και βουλιμικός, την έφαγε. Το δηλητήριο ήταν παραθείο και όπως όλοι γνωρίζουν κάποτε οι γυναίκες δηλητηρίαζαν με αυτό τους άντρες από λόγους ζήλιας ή εκδίκησης. Ο χοντρός υπουργός όμως που ήταν πανεπιστημιακός, καθηγητής Φιλοσοφίας (οι φοιτητές τον έλεγαν Ολιβερ από τον Ολιβερ Χάρντι, τον χοντρό του κινηματογραφικού ζεύγους Χοντρός – Λιγνός), και άφησε τη θέση του για ν’ ασχοληθεί με την πολιτική, εγκαταλειμμένος από τη σύζυγό του λόγω του πάχους του και του πάθους του για το φαγητό, είχε αποκτήσει μια διαδικτυακή ερωμένη, τη λεγόμενη Λυσιστράτη, που γνώρισε στο φέισμπουκ. Αυτή τον σκότωσε ή κάποιος άλλος; Οταν σε τηλεοπτικό σταθμό φτάνει μια προκήρυξη με την οποία οι δράστες αναλαμβάνουν την ευθύνη, όλοι πιστεύουν πως πρόκειται για τρομοκρατική ενέργεια. Οι άγνωστοι ισχυρίζονται πως εκτέλεσαν τον καθηγητή επειδή πρόδωσε την αποστολή του ως Δασκάλου και μπήκε στην πολιτική από ιδιοτέλεια, για να εξασφαλίσει υπουργική καρέκλα, στερώντας από τους φοιτητές του τη γνώση.
     
    Κι ενώ ο Χαρίτος και οι συνεργάτες του στην αστυνομία αναρωτιούνται αν η προκήρυξη είναι γνήσια και ποιος κρύβεται πίσω της, δεύτερος καθηγητής (δίδασκε Επτανησιακή Λογοτεχνία και ήταν λάτρης του Σολωμού), ο εκ Κερκύρας Αριστοτέλης Αρχοντίδης, υφυπουργός Παιδείας, δολοφονείται με μαχαίρι. Η περίπτωσή του όμως είναι διαφορετική, καθώς έχει σπουδάσει στην Ιταλία, στο ίδιο πανεπιστήμιο με τον Σολωμό, όπου έγινε μέλος της επαναστατικής οργάνωσης (κατ’ άλλους τρομοκρατικής), Λότα Κοντίνουα. Δηλαδή, ίσως στην υπόθεση να είναι μπλεγμένη κάποια νεοσύστατη τρομοκρατική οργάνωση. Κι αυτός κατηγορείται με προκήρυξη από τους δράστες ως προδότης που άφησε το πανεπιστήμιο για να εξασφαλίσει την υπουργική καρέκλα. Κι ύστερα δολοφονείται (με ένεση που περιείχε δηλητήριο) ο τρίτος πανεπιστημιακός, ο Στέλιος Κωστόπουλος, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο που το άφησε για να γίνει υπουργός Οικονομίας. Οι δράστες τον κατηγορούν για το ίδιο «αδίκημα», την προδοσία προς τους φοιτητές του.

    Τα πανεπιστήμια

    Από τις σελίδες του μυθιστορήματος περνάνε τα συμβαίνοντα στην Αθήνα (και στην Ελλάδα), ιδίως όσα συνδέονται με την Παιδεία και τα πανεπιστήμια: οι καταλήψεις, η κλοπή υπολογιστών και το σκουπιδαριό των πανεπιστημιακών χώρων, οι κλίκες στις αίθουσες, οι πτυχιούχοι που φεύγουν στο εξωτερικό. Ακόμα, το πελατειακό σύστημα που δυναστεύει τη χώρα, οι μπαχαλάκηδες των διαδηλώσεων και οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες που κλείνουν τους δρόμους. Επίσης, εκφράζονται απόψεις για τους πνευματικούς ανθρώπους και τους διανοούμενους, δύο κατηγορίες υψηλής στάθμης πολιτών που όμως είναι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, σύμφωνα με τον συγγραφέα. Κυρίως, περνάνε οι περιπτώσεις των πανεπιστημιακών που φιλοδοξούν να γίνουν πολιτικοί κι όταν χάσουν την βουλευτική ή υπουργική τους καρέκλα ξαναγυρίζουν στο πανεπιστήμιο λες και είναι προσωπικό του τσιφλίκι.
     
    Οπως κάνει και στα προηγούμενα μυθιστορήματά του, ο Πέτρος Μάρκαρης αφηγείται με σκωπτικό τρόπο το μικροαστικό περιβάλλον του ήρωά του, ιδίως τη συμπεριφορά της συζύγου του Χαρίτου, της Αδριανής, μιας απαίδευτης γυναικούλας. Στην ουσία, το σατιρίζει. Η Αδριανή, άριστη μαγείρισσα – οι αναγνώστες του γνωρίζουν τα περίφημα γεμιστά της -, εδώ δείχνει πόσο τη γοητεύουν οι γυναίκες που ξέρουν να «διαβάσουν» το φλιτζάνι, ενώ παρουσιάζεται ενθουσιασμένη που η κόρη τους η Κατερίνα περιμένει παιδί και θα γίνει γιαγιά. Οι μικροαστικές αντιλήψεις κάθε είδους δεν περιορίζονται μόνο στο σπίτι του Χαρίτου, αλλά και στο επαγγελματικό του περιβάλλον – ο προϊστάμενος του, ο Γκίκας, πρόκειται να πάρει σύνταξη και ονειρεύεται ν’ αγοράσει μια βάρκα να βγαίνει για ψάρεμα, ενώ η σύζυγός του σταυροκοπιέται για να ευχαριστήσει τον Θεό που έτσι δεν θα μπλέκεται στα πόδια της. Η γραφή του Μάρκαρη είναι γοητευτική, καθώς καταφέρνει να μιλήσει για την ελληνική (ή καλύτερα την αθηναϊκή) κοινωνία τού σήμερα με τον δικό του ανάλαφρο προσωπικό τρόπο (που έχει γίνει αντικείμενο μίμησης), χρησιμοποιώντας ειδήσεις από τις εφημερίδες, λήμματα από το λεξικό του Δημητράκου, οικείες φράσεις της καθημερινότητας. Ισως σε αυτά τα στοιχεία να οφείλεται και η επιτυχία των βιβλίων του, τουλάχιστον η απήχησή τους στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό – για το ξένο κοινό δεν γνωρίζουμε, ούτε μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk