• Αναζήτηση
  • Κογκρέσο:«Η επανένωση της Κύπρου αποδεικνύεται απατηλή»

    ΤοΒΗΜΑ Team

    Η αναστολή των διαπραγματεύσεων αφήνει αβέβαιο το μέλλον των συνομιλιών στο Κυπριακό, οδηγώντας πολλούς να αναρωτηθούν υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσαν αυτές να επαναληφθούν, σημειώνει μεταξύ άλλων η έκθεση που ετοίμασε η ανεξάρτητη Ερευνητική Υπηρεσία του Αμερικανικού Κογκρέσου, χαρακτηρίζοντας το μέλλον των συνομιλιών αβέβαιο. 

    Στην περιοδική έκθεσή της που δόθηκε στη δημοσιότητα στην Ουάσιγκτον υπό τον τίτλο «Κύπρος: η επανένωση αποδεικνύεται απατηλή», σύμφωνα με το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΚΥΠΕ) οι προεδρικές εκλογές, παρουσιάζονται σαν μία ακόμα εμπλοκή με αναφορές στη Νέα Στρατηγική του Νικόλα Παπαδόπουλου, αλλά και σε δηλώσεις του Μαρίνου Σιζόπουλου και του Γιώργου Λιλλήκα.

    Στην εκτενή έκθεση (καλύπτει τις συνομιλίες της τελευταίας δεκαετίας και ανανεώνεται τακτικά) σημειώνεται ότι και οι δύο πλευρές, αν και συνεχίζουν να κατηγορούν η μία την άλλη για την αποτυχία του Crans Montana, έχουν περιπέσει σε μια περίοδο προβληματισμού, πιθανότατα μέχρι «μετά τις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου / Φεβρουαρίου τόσο στο βορρά όσο και στο νότο». Ωστόσο, υπογραμμίζει, το επόμενο βήμα εκείνη τη χρονική περίοδο αντιμετωπίζει αρκετές επιπλοκές, απαριθμώντας συγκεκριμένα τρεις.

    Οι τουρκοκύπριοι ζητούν αλλαγή πλαισίου συνομιλιών

    «Πρώτον, αν και ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ εισηγήθηκε ότι τα Ηνωμένα Έθνη ήταν έτοιμα να φιλοξενήσουν νέες συνομιλίες στο πλαίσιο των δομών των προηγούμενων διαπραγματεύσεων, οι Τουρκοκύπριοι δήλωσαν ότι οι διαπραγματεύσεις δεν μπορούν να επαναληφθούν εκτός εάν τα Ηνωμένα Έθνη συμφωνήσουν να αλλάξει το πλαίσιο των συνομιλιών».

    Ο Αμερικανός αναλυτής αναφέρει πως αν το καινούργιο αφήγημα που έρχεται από τη «βόρεια Κύπρο», δεν είναι απλά «δοκιμαστικά μπαλόνια» που απευθύνονται στη διεθνή κοινότητα, η έναρξη οποιουδήποτε νέου γύρου διαπραγματεύσεων μετά τις εκλογές του 2018 φαίνεται δυσοίωνη.

    Σημειώνει ότι αυτό το υπαινίχθηκε αρχικά σε συνέντευξη Τύπου μετά το τέλος της συνόδου κορυφής των G20, ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, λέγοντας ότι είναι ίσως το τέλος του διζωνικού, δικοινοτικού μοντέλου επίλυσης του κυπριακού προβλήματος και ότι η Τουρκία θα συνεχίσει τις προσπάθειες για επίλυση αλλά όχι εντός των σημερινών παραμέτρων του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών. Είπε ακόμα ότι η Άγκυρα θα αρχίσει να σκέφτεται σύμφωνα με το Σχέδιο Β.

    Αυτό, προσθέτει, έχει επαναληφθεί και από «ηγέτες της τουρκοκυπριακής κυβέρνησης», όπως ο κ. Ερτουγρούλογλου, που είπε ότι «οι προσπάθειες για την επίτευξη ομοσπονδίας έχουν λήξει και ότι η τουρκική Κύπρος πρέπει να αναζητήσει τρόπους να ζήσουν δίπλα ο ένας στον άλλο ως γείτονες».

    Αναφορά Ακκιντζί σε δύο χωριστά κράτη

    Ο κ. Μορέλι παραθέτει αναφορά του Τ/κ ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί τον Αύγουστο, με την οποία «έθεσε την ιδέα δύο χωριστών κρατών που θα ζουν μαζί στο νησί ως μέλη της ΕΕ. Το μέλλον μιας ‘ομοσπονδιακής’ Κύπρου έχει εγερθεί και από πολλούς οι οποίοι αμφισβητούν πολιτικά τον Αναστασιάδη, οι οποίοι έχουν επίσης προτείνει ότι μια ομοσπονδιακή λύση μπορεί να μην είναι πλέον αποδεκτή από πολλούς στο νότο».

    Για τον Ακιντζί επιπρόσθετα αναφέρει ότι δήλωσε πως «δεν θα επιστρέψει σε ατέρμονες διαπραγματεύσεις, υποδεικνύοντας ότι θα πρέπει να συμφωνηθεί μια προθεσμία για την ολοκλήρωση των συνομιλιών προτού αυτές επαναληφθούν, μια άλλη προϋπόθεση που ο Αναστασιάδης απορρίπτει σταθερά».

    Ο ρόλος των εκλογών στην Κυπριακή Δημοκρατία

    Ως δεύτερη πιθανή επιπλοκή καταγράφει τις επικείμενες προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία (και τις «εκλογές» στα κατεχόμενα), σημειώνοντας ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ήδη επικρίθηκε από τους αντιπάλους του «ως μέρος της αιτίας που απέτυχαν οι συνομιλίες του Κραν Μοντανά».

    «Παρά το επιχείρημα του Αναστασιάδη ότι ήταν έτοιμος να επαναλάβει τις συνομιλίες και ότι η προεκλογική εκστρατεία δεν θα είχε αντίκτυπο στην ουσία παρόμοιων συνομιλιών, πολλοί παρατηρητές συμφώνησαν ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην τραπέζι των διαπραγματεύσεων μετά από δύο αποτυχημένες διασκέψεις και χωρίς αυτό που οι Ελληνοκύπριοι θα θεωρούσαν ως ισχυρό και δημόσιο μήνυμα από την Άγκυρα ότι οι Τούρκοι θα ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν σοβαρά τα ζητήματα της ασφαλείας. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, η οποία δεν θα προέκυπτε από την Άγκυρα, η επανάληψη των συνομιλιών κατέστη απίθανη για την ελληνοκυπριακή ηγεσία».

    Ο Αμερικανός αναλυτής παραθέτει δηλώσεις του υποψήφιου Νικόλα Παπαδόπουλου, ο οποίος ανακοίνωσε νέα στρατηγική για την επίλυση του Κυπριακού, βάσει των οποίων είναι θέμα εισβολής και κατοχής και όχι δικοινοτική σύγκρουση και πως «οι επικίνδυνοι συμβιβασμοί Αναστασιάδη θα πρέπει να αποσυρθούν». Γράφει επίσης ότι οι εγγυήσεις στην ασφάλεια, τα επεμβατικά δικαιώματα και τα τουρκικά στρατεύματα πρέπει να αποσυρθούν και η Τουρκία να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Επίσης, να μην επιτρέπεται στους Τούρκους έποικους να περνούν στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση περιοχές, «να αφαιρεθούν τα διαβατήρια της Δημοκρατίας από υπουργούς και αξιωματούχους του βορρά και να κηρυχθεί παράνομη η δραστηριότητα ξένων επιχειρήσεων στο βορρά».

    Παραθέτει επίσης δηλώσεις των κ.κ. Σιζόπουλου και Λιλλήκα, που ανέφεραν ότι «ο στόχος για λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας στην Κύπρο ίσως δεν είναι πλέον επιθυμητός».

    Αναφέρει ότι αυτά τα ζητήματα αντιμετωπίζει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στην προεκλογική εκστρατεία και οι Τουρκοκύπριοι αναμένουν να ακούσουν τι θα πει ή δεν θα πει στην τηλεοπτική αναμέτρηση των υποψηφίων, αλλά και παρακολουθούν στις δημοσκοπήσεις την ισχύ των αντιπάλων του. Παρομοίως σε σχέση με τις «εκλογές» στα κατεχόμενα, γράφει ότι ίσως το αποτέλεσμα φέρει τον κ. Ακιντζί σε δυσκολότερη θέση για να επαναρχίσει τις συνομιλίες.

    Οι έρευνες για τους υδρογονάνθρακες

    Ως τρίτη πιθανή επιπλοκή ο Αμερικανός αναλυτής κατονομάζει τις έρευνες για υδρογονάνθρακες.

    «Αν και η Άγκυρα είχε προειδοποιήσει προφανώς τις εταιρείες ενέργειας, και έμμεσα τη Γαλλία και την Ιταλία, να μην προχωρήσουν στη γεώτρηση, καθώς θα κινδύνευαν «να χάσουν έναν φίλο», η γεώτρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς περιστατικό. Αναφέρθηκε επίσης ότι μια τουρκική ναυτική φρεγάτα εμφανίστηκε στα διεθνή ύδατα στα ανοικτά των ακτών της νότιας Κύπρου. Η Ελλάδα απάντησε λέγοντας ότι ήταν «έτοιμη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα», που ήταν ένδειξη εντάσεων μεταξύ των δύο μελών του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τουρκία έστειλε τα δικά της πλοία στα κυπριακά ύδατα στα τέλη του 2017 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για περαιτέρω ερευνητικές δραστηριότητες και δήλωσε ότι θα ξεκινήσει τη δική της εξερεύνηση σε περιοχές που διεκδικούν τόσο η Τουρκία όσο και η Δημοκρατία. Αυτό θα μπορούσε να καταστήσει δύσκολο για τον Αναστασιάδη, ή για όποιον εκλεγεί πρόεδρος, να συμφωνήσει να ξεκινήσει εκ νέου τις συνομιλίες».

    Ο Ακκιντζί και το Σχέδιο Β’

    Ο κ. Μορέλι βλέπει για την άνοιξη μια νέα διάσταση στην πολιτική σκακιέρα της διευθέτησης του Κυπριακού και κάνει μία σειρά υποθέσεων.

    «Η περίοδος από τώρα μέχρι τότε (την άνοιξη) παρουσιάζει ένα σημαντικό σημείο λήψης αποφάσεων για τον Ακιντζί και για όσους στο βορρά έχουν αυξήσει τις προϋποθέσεις τους για την επανάληψη των συνομιλιών. Από τη μία πλευρά, ορισμένοι παρατηρητές πιστεύουν ότι αν επανεκλεγεί ο Αναστασιάδης, μπορεί να έχει μεγαλύτερη ευελιξία για να δηλώσει ότι μπορεί να είναι πρόθυμος να απομακρυνθεί από τη θέση του «όχι στρατεύματα, όχι εγγυήσεις», αν αυτό θα φέρει πίσω τον Ακιντζί στο τραπέζι με το υφιστάμενο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Με βάση αυτό, θα μπορούσε ο Ακιντζί να πιστέψει ότι ο Αναστασιάδης είναι σοβαρός και να συμφωνήσει να δοκιμάσει μια ακόμη φορά, ή θα ήταν πολύ αργά;»

    Εάν, αντιθέτως, συνεχίζει ο αναλυτής, οι Τουρκοκύπριοι και η Άγκυρα διαισθάνονται ότι η προεκλογική εκστρατεία είχε αρνητική επίδραση όχι μόνο στην αντίληψη του Αναστασιάδη για τις παραχωρήσεις που θα μπορούσε να προσφέρει στους Τουρκοκύπριους, αλλά και για τη γενική στάση των Ελληνοκυπρίων προς τις παραχωρήσεις αυτές, «θα συμφωνούσαν οι Τουρκοκύπριοι να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ακόμη και υπό διαφορετικές συνθήκες; Εάν και οι δύο πλευρές διαφωνήσουν για το πλαίσιο στο οποίο θα επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις, θα ήταν η απογοήτευση και οι απειλές του Ακιντζί ότι θα ακολουθήσει ένα Σχέδιο Β υπερβολικά ισχυρές για να ξεπεραστούν; Τι θα συμβεί αν η αρχική πρόταση του Σερντάρ Ντενκτάς για διεξαγωγή δημοψηφίσματος στο βορρά στο οποίο θα ζητηθεί από τους Τουρκοκύπριους εάν ήθελαν να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις, πραγματοποιηθεί από τη νέα κυβέρνηση και οδήγησε σε ένα ηχηρό «όχι»;»

    Ο αναλυτής παραδέχεται ότι δεν είναι ξεκάθαρο τι σημαίνει για τους Τ/κ ένα Σχέδιο Β. Κάποιοι αναφέρουν ότι μπορεί να περιλαμβάνει μια τουρκοκυπριακή κίνηση προς έναν μόνιμο διαχωρισμό, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι «ένα Σχέδιο Β μπορεί να είναι μια προσφορά από τις δύο πλευρές να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις μόνο με τα κεφάλαια διακυβέρνησης που βρίσκονται στο τραπέζι και να μην συζητήσουν τα ζητήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια έως ότου συμφωνηθούν τα άλλα κεφάλαια για την ικανοποίηση κάθε πλευράς. Η προσέγγιση «τίποτα δεν συμφωνείται μέχρις ότου επιτευχθεί συμφωνία» θα εφαρμοζόταν μόνο στα ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης. Ακόμα και αν οι δύο διαπραγματευτές ήταν διατεθειμένοι να αποκλείσουν τα αντι-ομοσπονδιακά συναισθήματα που επικρατούν και στις δύο κοινότητες αλλά δεν θα μπορούσαν να μετατρέψουν τις αποκαλούμενες συγκλίσεις των κεφαλαίων διακυβέρνησης και να συμφωνήσουν σε μια νέα δομή διακυβέρνησης για το νησί μέσα σε εύλογη προθεσμία, το ζήτημα των στρατευμάτων και της ασφάλειας θα είχε ελάχιστες συνέπειες».

    Συνεχίζοντας την υπόθεσή του, ο κ. Μορέλι αναφέρει πως εάν οι δύο πλευρές καταλήξουν σε συμφωνία για τη μελλοντική δομή και διακυβέρνηση μιας νέας ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ο κ. Ακιντζί θα πρέπει να καθορίσει εάν η συμφωνία αυτή θα επαρκούσε για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες του για την πολιτική και οικονομική ισότητα των Τουρκοκυπρίων και τη συνεκτικότητα ως εταίρος στην Κύπρο.

    «Εάν ναι, θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων υπό τη νέα ομοσπονδιακή δομή και με τις εγγυήσεις του δικαίου της ΕΕ θα μπορούσε να είναι αρκετή για να υπολογίσει εκ νέου το αίτημά του ή την ανάγκη τουρκικών στρατευμάτων ή μόνιμη τουρκική εγγύηση ασφάλειας. Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσε να συγκληθεί διεθνής πολυμερής διάσκεψη από τα Ηνωμένα Έθνη για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια».

    Ο Αμερικανός αναλυτής της ανεξάρτητης Ερευνητικής Υπηρεσίας του Κογκρέσου δεν λαμβάνει υπόψη ούτε στην παράθεση των γεγονότων, αλλά ούτε και στις εκτιμήσεις του, τις προϋποθέσεις που έθεσε για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων, ο ΓΓ του ΟΗΕ, στην έκθεση για τις καλές του υπηρεσίες, στις 28 Σεπτεμβρίου 2017.

    Οι συνομιλίες στο Κραν Μοντανά

    Τέλος, σε ό,τι αφορά τη διάσκεψη στο Κραν Μοντανά, σημειώνει ότι «αν και η Τουρκία ήταν έτοιμη να συζητήσει την απομάκρυνση των περισσότερων στρατευμάτων αμέσως μετά την επίτευξη συμφωνίας, η Άγκυρα απέρριψε την επιλογή «μηδέν στρατεύματα και μηδενικές εγγυήσεις» και επέμεινε στη διατήρηση μικρού αριθμού δυνάμεων στο νησί για τουλάχιστον 15 χρόνια, όταν το θέμα θα επανεξεταστεί. «Η Τουρκία αρνήθηκε να συμφωνήσει για οποιεσδήποτε αλλαγές στο δικαίωμά της να επεμβαίνει στο βορρά, παρόλο που οι Τουρκοκύπριοι φαινόταν να δείχνουν ότι υπάρχει κάποια ευελιξία από την Άγκυρα σχετικά με αυτό, καθώς η παρουσία ενός τμήματος των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Τουρκοκύπριοι κατά την εφαρμογή της συμφωνίας».

    Για τους Ελληνοκύπριους και την Ελλάδα, γράφει ότι διατήρησαν τις θέσεις τους να καταργηθεί η Εγγυητική Συνθήκη, «αν και η Ελλάδα πρότεινε μια νέα «συνθήκη φιλίας» μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου, η οποία προφανώς θα επέτρεπε διαβουλεύσεις για καταγγελίες περί μη εφαρμογής της συμφωνίας από οποιαδήποτε κυπριακή πλευρά. Η Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι επέμειναν και πάλι να αποσυρθούν όλα τα τουρκικά στρατεύματα από το νησί, αν και ο Αναστασιάδης ήταν έτοιμος να δεχτεί ένα μικρό αριθμό στρατιωτών της Τουρκίας να παραμείνει στο νησί, αλλά μόνο εάν η διάταξη αυτή περιελάμβανε ημερομηνία για την οριστική αποχώρηση των υπολοίπων τουρκικών στρατευμάτων».

    Αναμονή έως την άνοιξη

    Καταλήγοντας, η 40σέλιδη έκθεση σημειώνει πως όλα τα ζητήματα που εγείρονται σ’ αυτή «θα πρέπει να περιμένουν μέχρι την άνοιξη του 2018, μετά την αξιολόγηση και εφαρμογή των εκλογικών αποτελεσμάτων και στις δύο κοινότητες και ανάλογα με το αν οι δύο πλευρές μπορούν πραγματικά να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Σε αυτό το σημείο, μια τελική διευθέτηση για την Κύπρο παραμένει απατηλή».

    Πολιτική