Το 2018 είναι έτος καμπής για την ελληνική επιχειρηματικότητα, τέλος και αφετηρία μαζί. Τερματίζεται μια δεκαετής περίοδος χαμηλών επιδόσεων και συνεχών αξιολογήσεων από τους δανειστές, που δημιουργούσαν τα περασμένα χρόνια μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις προοπτικές της οικονομίας, τη λήψη πρόσθετων περιοριστικών μέτρων, με υπέρογκες αυξήσεις στη φορολογία και καθυστερήσεις στην αποπληρωμή υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις. Από την άλλη πλευρά, τερματίζεται ταυτόχρονα και μια περίοδος όπου η χρηματοδότηση του Δημοσίου ήταν εξασφαλισμένη, ενώ διασφαλιζόταν ο αποτελεσματικός προσανατολισμός της οικονομικής πολιτικής προς την κατεύθυνση βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και τήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Με την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου, οι αγορές θα είναι πλέον ο μηχανισμός που θα αξιολογεί τυχόν αποκλίσεις της οικονομικής πολιτικής, επηρεάζοντας αναλόγως το κόστος δανεισμού λόγω κινδύνου χώρας, με αντίστοιχες επιπτώσεις στις επενδύσεις και στην οικονομική δραστηριότητα.
Το 2018 θα είναι όμως και η αφετηρία μιας νέας πορείας, με την τραπεζική χρηματοδοτική στενότητα να υποχωρεί, καθώς οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις θα μπορούν να δανείζονται με καλύτερους όρους, με τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων να αίρονται, καθώς εδραιώνεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα και αρχίζουν να αυξάνονται οι καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και με τις αναδιαρθρώσεις υπερχρεωμένων επιχειρήσεων να προχωρούν πιο γρήγορα απελευθερώνοντας παραγωγικούς και χρηματοδοτικούς πόρους που μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη των υγιών επιχειρήσεων. Από την άλλη πλευρά, για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην οικονομία, η αγορά εργασίας πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί ευέλικτα, ώστε να μην μπαίνουν εμπόδια στην αναπτυξιακή διαδικασία. Τυχόν παλινόρθωση πρακτικών του παρελθόντος όσον αφορά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, με δεδομένη την απαρχαιωμένη και αναποτελεσματική διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας, θα ανακόψει άρδην την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την απορρόφηση της κοινωνικά απαράδεκτης υψηλής ανεργίας που μαστίζει την ελληνική οικονομία. Ο ΣΕΒ, ως κοινωνικός εταίρος, προκρίνει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχείρησης, κάτω από την ομπρέλα κλαδικών συμφωνιών γενικών κατευθύνσεων, με τον κατώτατο μισθό στην οικονομία να προσδιορίζεται από την κυβέρνηση, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους. Το επίπεδο του κατώτατου μισθού πρέπει να διασφαλίζει ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για τους εργαζομένους, χωρίς όμως η μεταβολή του να καθορίζει τα επίπεδα μισθολογικών αναπροσαρμογών στο επιχειρησιακό επίπεδο.
Τέλος, η επόμενη ημέρα για την ελληνική οικονομία επιβάλλει να ξεπεράσουμε τη βαριά κληρονομιά που αφήνει πίσω της η πολυετής ύφεση, ειδικά στους πιο αδύναμους κρίκους της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις χτυπήθηκαν σκληρά από την κρίση. Ιδιαίτερα οι μικρότερες εξ αυτών. Ωστόσο υπάρχουν μεσαίες και μικρές που άντεξαν και αντέχουν, και αυτές οφείλουμε να τις αναδείξουμε. Για τον ΣΕΒ, οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις είναι αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού παραγωγικού συστήματος. Βρισκόμαστε δίπλα τους και σύντομα θα παρουσιάσουμε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων για τη μεγέθυνση, τη χρηματοδότηση, τη φορολόγηση και τη συνεργασία τους με τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Το στοίχημα του παραγωγικού μετασχηματισμού είναι πιο επίκαιρο από ποτέ και θα κερδηθεί από τις επιχειρήσεις που βασίζονται στην καινοτομία, στην εξωστρέφεια και στην υψηλή παραγωγικότητα, και που είναι ανοιχτές σε συνεργασίες και συμπράξεις. Κάνοντας τώρα τη στροφή που απαιτείται ώστε να αντιμετωπίσουμε με ομοψυχία και μεθοδικότητα τις μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, μπορούμε να προσβλέπουμε στο μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Σε μια Ελλάδα που διευκολύνει τις επιχειρήσεις που μπορούν να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν νέες, παραγωγικές θέσεις εργασίας. Δικαιούμαστε μια Ελλάδα των επενδυτικών ευκαιριών και της δημιουργικής ανάταξης, όπου η οικονομική ευημερία συμπλέει με την κοινωνική δικαιοσύνη, μια Ελλάδα που προσφέρει ευκαιρίες στα παιδιά της και δεν τα υποχρεώνει να μεταναστεύουν. Μια Ελλάδα που επιτέλους δημιουργεί τις προϋποθέσεις εκείνες ώστε κάθε πολίτης του κόσμου να θέλει να επισκεφθεί, να εργασθεί και να επενδύσει σε αυτήν.
Ο κ. Θεόδωρος Φέσσας είναι πρόεδρος του ΣΕΒ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ