• Αναζήτηση
  • Νεφέλη Κουρή: «Στην Ελλάδα σήμερα το να είσαι νέος τιμωρείται»

    Η Νεφέλη Κουρή συνδέεται με έναν κάπως ιδιαίτερο τρόπο με το περιοδικό αυτό.

    Η Νεφέλη Κουρή συνδέεται με έναν κάπως ιδιαίτερο τρόπο με το περιοδικό αυτό. Πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, προτού ακόμη αρχίσει τις σπουδές της ως ηθοποιός, την είχαμε φιλοξενήσει, εντελώς συμπτωματικά και τυχαία, σε ολοσέλιδη φωτογραφία στο πλαίσιο ρεπορτάζ για τη διαδικασία των εισαγωγικών εξετάσεων στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης (αποφοίτησε τελικά από τη Σχολή του Ωδείου Αθηνών). Το 18χρονο τότε κορίτσι δεν είχε ιδέα αν θα κατάφερνε να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα. Η νεαρή Αθηναία έγινε όμως γρήγορα γνωστή από τη συμμετοχή της στην τηλεοπτική σειρά «Το Νησί», κέρδισε τις εντυπώσεις του θεατρόφιλου κοινού ως Αρετούσα στον κατά Στάθη Λιβαθινό «Ερωτόκριτο» και εδώ και μερικές ημέρες παίζει, πλάι στην Μπέττυ Αρβανίτη και στη Μαρία Κεχαγιόγλου, στο βραβευμένο έργο «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Εντουαρντ Αλμπι, με το οποίο ο σημαντικός συγγραφέας πέρασε από το θέμα των διαπροσωπικών σχέσεων, όπως το ανέπτυσσε σε προηγούμενα έργα του («Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;»), σε ένα ζήτημα πιο καίριο και δομικό: την αυτογνωσία. Ολα αυτά λαμβάνουν χώρα στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, σε μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ και με σκηνοθέτη τον Αρη Τρουπάκη.
    «Οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» αφορούν τη συνάντηση μιας 91χρονης με δύο άλλες, που η καθεμιά ενσαρκώνει μια νεότερη ηλικία της, εκείνη των 52 και εκείνη των 26 χρόνων» περιγράφει ο σκηνοθέτης και
    συνεχίζει: «Παρά τα όσα θα περίμενε κανείς, δεν υπάρχει καμιά ατμόσφαιρα απολογισμού, αναπόλησης ή νοσταλγίας. Η ηλικιωμένη έρχεται αντιμέτωπη με τα αναπάντητα ερωτήματα της ζωής της, παλεύοντας λυσσαλέα μέχρι τέλους να δώσει νόημα σε κάθε παράλογη ή φρικτή πράξη της, να φέρει πίσω σχεδόν με κυριολεκτικούς όρους όσα της γλίστρησαν μέσα από τα χέρια και επιμένοντας να αποκρύπτει άλλα που θα μείνουν για πάντα άγνωστα».
    Η 28χρονη Νεφέλη, η οποία υποδύεται, όπως είναι τελείως φυσικό και αναμενόμενο, τη νεαρότερη της παρέας, πώς αντιμετωπίζει άραγε τα ερωτήματα που η παράσταση θέτει; «Προσπαθώ ακόμη να καταλάβω τι θέλει να πει το έργο, νομίζω πως το βασικό θέμα του είναι η ίδια η ζωή: Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει ο καθένας στη ζωή του; Πώς αντιμετωπίζει κάθε περίοδό της; Aμα καταφέρει να ζήσει πολλά χρόνια πώς βλέπει το παρελθόν και τις πράξεις του; Πότε φτάνει κανείς στην αυτογνωσία; Εκεί μπαίνουν και διάφορες σκέψεις για την ευτυχία: Tι σημαίνει ευτυχία; Πότε είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι στη ζωή μας; Γίνεται να είμαστε ευτυχισμένοι και να μην το καταλαβαίνουμε;».
    Τη ρωτάω αν η ευτυχία είναι τελικά θέμα προσέγγισης. Αν ξέρει ανθρώπους που θα τους χαρακτήριζε ευτυχείς επειδή μπορούν να αντλήσουν εύκολα χαρά ακόμη και από τα απλά στην καθημερινότητά τους. «Είναι ένα χάρισμα αυτό, συχνά με διάφορα μικροπροβλήματα ξεχνιόμαστε και ξεχνάμε ότι ίσως και να είμαστε πραγματικά τυχεροί και να μην το βλέπουμε, γκρινιάζουμε πιο πολύ από όσο θα έπρεπε και έχουμε την τάση να εστιάζουμε στα αρνητικά. Βέβαια, στην εποχή μας και στη χώρα που ζούμε, υπάρχει ούτως ή άλλως ένα αρνητικό πρόσημο τα τελευταία χρόνια σε όλα. Σπάνια γνωρίζω ανθρώπους που είναι καλοπροαίρετοι απέναντι στη ζωή, οι πιο πολλοί είμαστε αχάριστοι, μέχρι φυσικά να μας συμβεί κάτι πραγματικά σοβαρό και να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε».
    Αυτό το έργο μπορεί εύκολα να σε βάλει στη διαδικασία να κάνεις προβολές στο μέλλον. Της έχει συμβεί; Πώς φαντάζεται τον εαυτό της σε μερικά χρόνια; «Ναι, έχω μπει πολύ σε αυτή τη διαδικασία, πιο πολύ από όσο θα περίμενα, όμως είμαι άνθρωπος του τώρα, άντε του αύριο. Αυτό που ξέρω είναι πως θα ήθελα να συνεχίσω να κάνω αυτό που αγαπάω. Γενικές σκέψεις κάνω περισσότερο, ότι θα ήθελα να δω τον τόπο μου να προοδεύει κάποια στιγμή. Σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου, θα επιθυμούσα να είμαι καλά και να συνεργάζομαι και να συνυπάρχω με ανθρώπους που εκτιμώ». Προς το παρόν αυτό το ζήτημα είναι λυμένο. «Την Μπέττυ Αρβανίτη τη θαύμαζα από μικρή, ερχόμουν με τους γονείς μου εδώ στο θέατρο και την έχω δει σε πολλές παραστάσεις. Οταν έπαιζα στον «Ερωτόκριτο», εκείνη έκανε τη «Φόνισσα» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού και είχαμε γνωριστεί τότε. Χαίρομαι πολύ που συνεργαζόμαστε. Τη Μαρία Κεχαγιόγλου την ήξερα μόνο ως μια πολύ καλή ηθοποιό, την είχα δει στο θέατρο, δεν γνωριζόμασταν προσωπικά, τώρα είδα πως είναι και ένας υπέροχος άνθρωπος. Εχουμε δεθεί πολύ και οι τρεις και το έργο βοήθησε να αναπτύξουμε μια ιδιαίτερη σχέση. Νιώθω ελεύθερη στη σκηνή μαζί τους και αισθάνομαι πολύ τυχερή – είναι σπουδαία πλάσματα».
    Η συνύπαρξη με δύο γυναίκες στη σκηνή δεν της φαίνεται δύσκολη. Είναι προπονημένη. «Εχω άλλες τρεις αδελφές, μία μικρότερη και δύο μεγαλύτερες, είμαστε πολύ δεμένες και αγαπημένες, έχουμε μεγαλώσει μαζί, είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχω η οικογένειά μου, οι γονείς και οι αδελφές μου. Πιστεύω πως οι γυναίκες καταλαβαίνουν αρκετά καλά η μία την άλλη. Σίγουρα προκύπτουν κόντρες, ζήλιες, όμως μπορεί να υπάρξει μια δυνατή σχέση μεταξύ τους και στις δύσκολες καταστάσεις μπορούν να στηρίξουν η μία την άλλη βαθιά και αληθινά. Εχω και κάποιες πολύ καλές φίλες». Την ημέρα που μιλήσαμε είχαν μόλις ανακοινωθεί οι υποψήφιες για το βραβείο Μελίνα Μερκούρη, μια διάκριση που και η ίδια έχει διεκδικήσει στο παρελθόν. «Ενα βραβείο είναι σημαντικό και σου δίνει ώθηση, και την αυτοπεποίθησή σου τονώνει και βοηθάει να σε μάθει ο κόσμος καλύτερα. Θα χαιρόμουν αν κάποια στιγμή το κέρδιζα, αλλά δεν είναι κάτι που σκέφτομαι πολύ».
    Η Νεφέλη σού δίνει την αίσθηση πως δεν θα χάσει ποτέ τη συνεσταλμένη, κοριτσίστικη εμφάνισή της. Εχει σπουδάσει Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έπαιζε φέτος στην τηλεοπτική σειρά «Η λέξη που δε λες». Υποδυόταν μια έφηβη. Το ίδιο χρειάστηκε να κάνει και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της κινηματογραφικής ταινίας «Χρόνια πολλά» του Χρίστου Γεωργίου, στην οποία θα συμπρωταγωνιστεί με τον Δημήτρη Ημελλο και τη Μυρτώ Αλικάκη. Τη δική της καρδιά έκλεψε φέτος το φιλμ «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» του Κεν Λόουτς. «Το σινεμά είναι διαφορετικό από την τηλεόραση, και το λέω παρόλο που έχω δουλέψει δύο φορές με τον Θοδωρή Παπαδουλάκη, ο οποίος προσεγγίζει αρκετά κινηματογραφικά το μέσο της τηλεόρασης.Ομως οι ρυθμοί των τηλεοπτικών παραγωγών είναι άλλοι, με άλλον τρόπο γυρίζεται μια σειρά και με άλλον μια ταινία. Θα ήθελα να αναφερθώ στις συνεργασίες μου με τον Παπαδουλάκη γιατί πρόκειται για δύο πολύ σημαντικές σειρές με πολύ αξιόλογους ηθοποιούς. Στη «Λέξη που δε λες», που είναι και η πιο πρόσφατη, παίζουν ηθοποιοί που δεν έχουν εμφανιστεί πολύ στην τηλεόραση, όπως ο Δημήτρης Καταλειφός και η Μαρία Πρωτόπαππα. Ηθοποιοί που θαυμάζω και περάσαμε πέντε ωραίους μήνες στην Κρήτη. Χαίρομαι πολύ για κάποιες από τις δουλειές που έχω κάνει και μέχρι έναν βαθμό αισθάνομαι πλήρης. Είμαι κάπως ήσυχη, οι προσπάθειες και ο κόπος μου έχουν, έως τώρα, ανταμειφθεί».
    Την Κουρή μπορεί να τη γνωρίζετε κάποιοι και με την ιδιότητα της τραγουδίστριας, αφού έχει εμφανιστεί αρκετές φορές σε εκπομπές όπως το «Στην υγειά μας, ρε παιδιά». Στο YouTube υπάρχουν επίσης τραγούδια από θεατρικές παραστάσεις που έχει ερμηνεύσει η ίδια, τα οποία μάλιστα δεν έχουν ακουστεί όσο θα τους άξιζε (αν σας ενδιαφέρει, ψάξτε το «Βήμα εκτός» σε στίχους και μουσική του Σπύρου Παρασκευάκου). Στο ίδιο μέσο υπάρχει και ένα βίντεο όπου πρωταγωνιστεί και το οποίο πλησιάζει τα 6 εκατομμύρια views. Πρόκειται για μια πρόσφατη διαφήμιση της κάμερας του iPhone7, ενός προϊόντος του κολοσσού της τεχνολογίας Apple, η οποία γυρίστηκε σε χωριό της Πελοποννήσου. «Δεν κάνω συχνά διαφημίσεις», εξηγεί, «πριν από αυτήν είχα κάνει άλλη μία για μεγάλη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Ενα από τα πρακτορεία κάστινγκ με τα οποία συνεργάζομαι με πήρε και μου είπε ότι ψάχνουν από το εξωτερικό μια νέα κοπέλα με ελληνική ομορφιά, δεν μου ανέφεραν τίποτε άλλο, υπάρχει μεγάλη μυστικότητα όποτε προκύπτουν τέτοιες δουλειές. Η διαδικασία της επιλογής κράτησε μεγάλο διάστημα, πήρε καιρό μέχρι να μάθω ότι θα έπαιζα τελικά εγώ». Το σποτ υποδέχθηκαν με γκρίνια κάποιοι στη χώρα μας, θεωρώντας ότι παρουσιάζει μια παρωχημένη εικόνα της ελληνικής επαρχίας. «Η διαφήμιση αυτή είναι κάτι σαν καρτ ποστάλ της Ελλάδας για τους δημιουργούς» εξηγεί. «Επέλεξαν ένα χωριό, εκεί έτσι είναι τα πράγματα, και αυτοί που συμμετείχαν ήταν ντόπιοι, η φουρνάρισσα, ο ψαράς, δεν ήταν ότι πήραν ηθοποιούς να τους υποδυθούν για να δημιουργήσουν μια λανθασμένη εικόνα, απλώς υπάρχει μια μικρή δόση υπερβολής επειδή έπρεπε να χτιστεί μια ιστορία».
    Η Νεφέλη δεν είναι ιδιαιτέρως ενεργή στα social media: «Εχω Instagram, αλλά δεν έχω Facebook. Με αγχώνει, μου δημιουργεί την αίσθηση ότι θα πρέπει να ασχολούμαι πάρα πολύ με αυτό, και φοβάμαι ότι εύκολα σε σπρώχνει στην υπερβολή, έχω δει πολύ κόσμο να ξεπερνάει τα όρια. Η σύγχρονη τεχνολογία έχει ωστόσο πολλά καλά, η ευκολία που σου παρέχει στην επικοινωνία, ακόμη κι αν ο άλλος είναι μακριά, είναι μεγάλη υπόθεση, ειδικά σήμερα που τόσα νέα παιδιά ζουν στο εξωτερικό. Νομίζω πως είναι μεγάλη παρηγοριά για πάρα πολύ κόσμο». Θεωρεί τη γενιά της αδικημένη λόγω της κρίσης; «Oχι απλά αδικημένη, της έχουν κόψει τα φτερά, τα πόδια, τα πάντα. Στην Ελλάδα σήμερα το να είσαι νέος τιμωρείται. Γι’ αυτό και τόσοι συνομήλικοί μου ψάχνουν την τύχη τους έξω από τα σύνορα της πατρίδας τους». Η ίδια θα σκεφτόταν ποτέ να φύγει από εδώ; «Φυσικά θα το σκεφτόμουν, και ειδικά αν έκανα κάποια άλλη δουλειά θα το αποφάσιζα πολύ εύκολα. Είμαι πολύ απογοητευμένη. Εχει χαθεί η αξιοπρέπεια». l
    «Τρεις ψηλές γυναίκες»: Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη), έως 09/04.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 12 Μαρτίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino