Μιχαήλ Μαρμαρινός: «Ο Αριστοφάνης είναι ποιητικός και όχι κωμικός»

Πρώτα ήταν η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (1998), μετά ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη (2011) και τώρα η «Λυσιστράτη».

Πρώτα ήταν η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (1998), μετά ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη (2011) και τώρα η «Λυσιστράτη». Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στην τέταρτη κάθοδό του στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου (συνυπολογίζοντας την περυσινή «Νέκυια») σκηνοθετεί Αριστοφάνη μέσα από ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς, γυναίκες και ποίηση.
Αλήθεια, κ. Μαρμαρινέ, ήταν δική σας επιλογή η «Λυσιστράτη»;
«Ναι. Η «Λυσιστράτη» ήταν η δική μου επιλογή στην πρόταση του Εθνικού Θεάτρου για συνεργασία. Και είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετώ Αριστοφάνη. Και ίσως η «Λυσιστράτη» να είναι η αφορμή για το τι μπορεί να είναι ο Αριστοφάνης. Είχα ένα ισχυρό ερέθισμα από μια φοιτήτριά μου στη Θεσσαλονίκη που έκανε μια δουλειά πάνω στην ενδυματολογία τoυ συγκεκριμένου έργου. Μια δουλειά που αποκάλυπτε τον δραματουργικό πυρήνα του έργου».
Και ποιος είναι ο πυρήνας;
«Αυτό θα το δείτε στην παράσταση».
Αλλος ένας Αριστοφάνης. Τι έχετε εσείς να προσθέσετε με τη σκηνοθεσία σας;
«Εχω αισθανθεί έναν κορεσμό στον τρόπο αντιμετώπισης του Αριστοφάνη εξ αφορμής ενός προσήμου, πραγματικού και λογικού, που λέγεται λαϊκό θέατρο, όπως και στο αρχαίο δράμα. Προσωπικά δεν ξεχωρίζω το δράμα από την κωμωδία. Είναι δύο ποιητικά και πολιτικά γεγονότα με συγκεκριμένη στόχευση όσον αφορά τη διαμόρφωση γνώμης της κοινωνίας. Για μένα στον Αριστοφάνη το βασικό χαρακτηριστικό είναι το ποιητικό, όχι το κωμικό. Ποιητικό όχι με την έννοια της λογοτεχνίας αλλά της ψυχικής του έκφρασης, που δεν μπορώ να ανιχνεύσω με τις τρέχουσες μεταφράσεις».
Εξ ου και η επιλογή του Δημήτρη Δημητριάδη στη νέα μετάφραση;
«Κοιτάξτε, το αρχαίο έχει μια ωμότητα και μια ευθυβολία στην αμεσότητά του που το γκροτέσκο των μεταφράσεων, σπρωγμένο από την παραστασιακή ανάγκη του κωμικού, το κάνει να χάνεται ή να μετατοπίζεται σε ένα μη πραγματικό επίπεδο. Ο συνδυασμός πραγματικότητας και ποίησης στον Αριστοφάνη και ειδικότερα στη «Λυσιστράτη» είναι συνταρακτικός».
Με την έννοια της προσαρμογής στο σήμερα;


«Με ενοχλεί η εξαναγκαστική προσπάθεια να βρούμε εις τα καθ’ ημάς μεταφορές και αντιστοιχίες. Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Στο αρχαίο δράμα δεν το κάνουμε, αποδεχόμαστε τη μεταφορά. Αυτά τα έργα αποτυπώνουν τεράστιες φυσικές κοινωνικές δυνάμεις. Είναι συνταρακτικό να βλέπεις πόσο δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα».
Θα δούμε τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη ή του Μαρμαρινού;
«Θα σας απαντήσω αλλιώς: προ ετών, με αφορμή την παράσταση του «Εθνικού Υμνου» στην Κέρκυρα, ένας γυμνασιάρχης θέλησε να μου πει τι ήταν αυτό που κατάλαβε. Μου έφερε λοιπόν ένα παράδειγμα για έναν τοπικό ζωγράφο που ανάμεσα στους πίνακές του είχε φτιάξει και έναν με δύο ελιές που η μία στηριζόταν στην άλλη. Τότε ο γυμνασιάρχης ρώτησε τον ζωγράφο πώς σκέφτηκε αυτό το θέμα και εκείνος του απάντησε ότι δεν το σκέφτηκε αλλά απλώς το είδε και το ζωγράφισε. Πήρε τότε ο ζωγράφος τον γυμνασιάρχη και τον πήγε στο κτήμα με τις δύο ελιές όπως στον πίνακα. Μόνο που το κτήμα ήταν του γυμνασιάρχη και δεν τις είχε ποτέ προσέξει».
Ωραία ιστορία, αλλά τελικά ποιο έργο θα δούμε;
«Μα αυτό είναι η τέχνη: να φωτίζει κάτι που είναι δίπλα μας και δεν το έχουμε δει. Ναι, έχω παρέμβει στο κείμενο, έχω κάνει αφαιρέσεις».
Η επιλογή του θιάσου έγινε με συγκεκριμένα κριτήρια;
«Ναι, βέβαια. Δεν υπάρχει ρόλος ερήμην του ηθοποιού που θα τον ερμηνεύσει. Μέσα από τη συνεργασία με ενδιαφέρει να σκάβονται πτυχές άγνωστες ακόμη και για τα ίδια τα πρόσωπα. Η «Λυσιστράτη» είναι από τα πλέον χορικά έργα – έχει μέσα σχεδόν τέσσερις Χορούς… Ολο το γυναικείο επιχείρημα βγαίνει μέσα από την εξατομικευμένη κατάθεση του γυναικείου επιχειρήματος. Κάθε ηθοποιός κι ένα επιχείρημα. Εγώ καλούμαι να συνδέσω όλο αυτό το επιχείρημα που αρθρώνεται και είναι αποκαλυπτικό. Να το συνδέσω και να το διευθύνω. Παίρνεις ένα πρόσωπο, το πετάς μέσα στο χωράφι της δραματουργίας της «Λυσιστράτης» και το πρόσωπο αυτό λειτουργεί σαν χαμένο κυνηγόσκυλο. Ολες αυτές οι προσωπικότητες του θιάσου αρθρώνουν ένα γυναικείο επιχείρημα. Δεν είναι ούτε φεμινιστικό έργο ούτε αντιπολεμικό. Η γυναίκα αρθρώνει το δικαίωμά της μέσα σε μια ανδρική κοινωνία».
Τότε τι είναι;
«Το έργο είναι ενάντια στον εμφύλιο πόλεμο. Γραμμένο μετά την πανωλεθρία της Σικελικής Εκστρατείας εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου. Δεν μπορείς να πιάσεις από πουθενά τον Αριστοφάνη. Η παγίδα με την κωμωδία είναι ότι δημιουργούμε δισδιάστατα πρόσωπα, ίσως και καρτούν, αλλά δεν είναι πουθενά έτσι. Είναι τρισδιάστατα».
Γιατί επιλέξατε τη Λένα Κιτσοπούλου για τον επώνυμο ρόλο;
«Αγαπάω πολύ τη Λένα Κιτσοπούλου. Αγαπάω την ηφαιστειακή έκρηξη που συμβαίνει σε ένα πρόσωπο πάρα πολύ σιωπηλό, αισχυντηλό, βαθιά ντροπαλό».
«Εχουμε κάνει δεδομένο το ανώμαλο»
«Συνεργάστηκα τη σεζόν 2014-2015 με το ΚΘΒΕ. Ακόμα μας χρωστάει. Είχα έναν συνεργάτη από τη Γερμανία που δούλεψε στην παραγωγή στη Θεσσαλονίκη και για να πληρωθεί χρειάστηκε να περάσει όλη τη λαίλαπα της γραφειοκρατίας για να φέρει τα χαρτιά που χρειάζονταν ώστε να τον πληρώσει το ελληνικό κράτος. Πήρε ένα μέρος των χρημάτων και για τα υπόλοιπα του λένε ότι έληξε η ισχύς των χαρτιών που έφερε, γιατί οι ίδιοι καθυστερούν, και του ζητάνε εκ νέου να τα ξαναστείλει…
Αυτή η άνοια απέναντι στην ατασθαλία και στην αναταραχή μοιάζει σαν να μας οδηγεί όλους σε κάτι αντίστοιχο. Εχουμε κάνει δεδομένο το ανώμαλο. Τόσοι άνθρωποι, τόσοι εργαζόμενοι επιχορηγούν κρατικούς οργανισμούς. Αν δεν μπορούν, ας το κλείσουν. Ας κάνουμε reset από την αρχή για να δούμε τι υπάρχει. Δεν είναι δυνατόν να ανακηρύσσονται και να οργανώνονται νέες παραγωγές στου κασίδη του κεφάλι. Γιατί; Με ποιο δικαίωμα; Πώς πας παρακάτω αν δεν έχεις τακτοποιήσει τα προηγούμενα; Και αυτό δεν είναι ευθύνη των διευθυντών. Είναι πολιτική ευθύνη. Οι θεσμικοί προϊστάμενοι πετούν το πρόβλημα κάτω από το χαλάκι. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα κάνουν τη δουλειά τους και οι καλλιτέχνες αυτό κάνουν, σαν ηλίθιοι – και καλά κάνουν. Είναι άλλωστε κομμάτι της υπερβατικότητάς τους. Αλλά έχει κι αυτό το όριό του».

πότε & πού:

Πρεμιέρα στην Επίδαυρο, 5 & 6 Αυγούστου (21.00).

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός.
Σκηνικά: Γιώργος Σαπουντζής.
Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη.
Φωτισμοί: Thomas Walgrave.
Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος.
Καλλιτεχνική συνεργάτις: Εφη Θεοδώρου.
Παίζουν: Λένα Κιτσοπούλου, Λένα Παπαληγούρα, Λένα Δροσάκη, Αθηνά Μαξίμου, Αγλαΐα Παππά, Μαρία Σκουλά, Ελενα Τοπαλίδου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Γιάννης Βογιατζής, Αιμίλιος Χειλάκης, Γιώργος Μπινιάρης, Θέμης Πάνου κ.ά.
Πιάνο: Λενιώ Λιάτσου.

Διαβάστε επίσης συνέντευξη των πρωταγωνιστριών Λένας Δροσάκη, Λένας Κιτσοπούλου, Λένας Παπαληγούρα και Μαρίας Σκουλά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk