Ο ΟΠΑΠ στηρίζει τη «ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας»

Με την κρίση να έχει επιφέρει σοβαρότατα τραύματα -τα στοιχεία είναι σοκαριστικά- στην ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και τις μελέτες να επιβεβαιώνουν ότι, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού οικονομικού μοντέλου, χωρίς στήριξη και ανάπτυξη των επιχειρήσεων αυτών δεν πρόκειται να υπάρξει βιώσιμη ανάκαμψη, ο ΟΠΑΠ μπαίνει στο παιχνίδι.

Με την κρίση να έχει επιφέρει σοβαρότατα τραύματα -τα στοιχεία είναι σοκαριστικά- στην ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και τις μελέτες να επιβεβαιώνουν ότι, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού οικονομικού μοντέλου, χωρίς στήριξη και ανάπτυξη των επιχειρήσεων αυτών δεν πρόκειται να υπάρξει βιώσιμη ανάκαμψη, ο ΟΠΑΠ μπαίνει στο παιχνίδι. Μέσω προγράμματος για την Απασχόληση προσφέρει ολοκληρωμένη υποστήριξη αναπτυσσόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων ανοίγοντας τους το δρόμο ακόμη και για διεθνή καριέρα. Άλλωστε όπως -ευτυχώς- αποδεικνύεται η κρίση όχι μόνο δεν έπληξε, αλλά ενίσχυσε το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα…

Βεβαίως από μόνο του δεν είναι αρκετό, απαιτείται και η κρατική υποστήριξη με την κυβέρνηση να κάνει κάποια βήματα προόδου μέσω του νέου αναπτυξιακού νόμου, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων χρηματοδότησης και των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση. Η Ελλάδα πάντως εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των πολιτικών για την ενίσχυση των ΜμΕ.

Η ζωτική σημασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για την ελληνική οικονομία και η ευστοχία του χαρακτηρισμού τους ως «ραχοκοκαλιά» της είναι αυταπόδεικτη δεδομένου ότι αποτελούν το 99,9% των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, απασχολώντας περίπου το 87% του συνόλου των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα (εξαιρείται ο χρηματοπιστωτικός) και παράγοντας το 74,8% του ΑΕΠ [σύμφωνα με την τελευταία (2015) μελέτη της Κομισιόν για τις ΜμΕ].

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι το 96,7% είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις (με προσωπικό έως 9 άτομα και κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ), το 2,9% μικρές (με 10 έως 49 άτομα και τζίρο έως 10 εκατ. ευρώ) και το 0,4% μεσαίες (με 50 έως 249 άτομα και τζίρο έως 50 εκατ. ευρώ). Κοινώς μόνο το 0,1% των εγχώριων επιχειρήσεων είναι μεγάλες απασχολώντας προσωπικό 250 και άνω ατόμων. Η εικόνα στην υπόλοιπη Ευρώπη των 28 είναι κοινή σε ό,τι αφορά τη συμβολή των ΜμΕ στην οικονομία (αποτελούν το 99,8% των επιχειρήσεων), αλλά διαφοροποιείται ως προς το μεγαλύτερο ποσοστό των μικρών (6,1%) και μεσαίων (1%) επιχειρήσεων. Αυξημένο, 0,2%, είναι στην υπόλοιπη Ευρώπη και το ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ακριβώς η τεράστια συμβολή των ΜμΕ στην απασχόληση, ζήτημα εξαιρετικά κρίσιμο με την ανεργία να επιμένει τα τελευταία χρόνια σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα, καθιστά επιτακτική την ανάγκη υποστήριξης τους, στην κάλυψη της οποίας επιδιώκει να συμβάλει και ο ΟΠΑΠ.

Η στήριξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική και πολύπλευρη, καθώς η πρωτοφανής για περιόδους ειρήνης ύφεση των τελευταίων επτά χρόνων επέφερε σοβαρότατο πλήγμα στις ΜμΕ αποδεκατίζοντας σχεδόν το 1/5 αυτών. Η επιδείνωση όλων των δεικτών αποδοτικότητας και κερδοφορίας των ΜμΕ από το 2008 και μετά ήταν ραγδαία. Αποτέλεσμα, η μείωση της προσφοράς τους στο ΑΕΠ κατά 33% και δραματικές συνέπειες στην απασχόληση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αν είχε βρεθεί ένα μαγικός τρόπος να μην επηρεαστούν από την κρίση το ποσοστό ανεργίας θα ήταν κάτω από το μισό, καθώς κατά την περίοδο 2008-2014 τα εκατοντάδες λουκέτα και η δυσπραγία στις ΜμΕ στοίχισαν περίπου 500.000 θέσεις εργασίας. Εγχώριες μελέτες, όπως αυτή του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) ανεβάζουν μάλιστα τον αριθμό των θέσεων εργασίας που χάθηκαν από ΜμΕ στις 700.000, μιλώντας για 230.000 λουκέτα στην περίοδο 2008-2014.

Σημαντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως τονίζουν οι ειδικοί, είναι και η καλή ποιότητα των θέσεων εργασίας (από άποψη κλίματος, συνθηκών και ασφάλειας) που προσφέρουν -τουλάχιστον οι σοβαρές και έντιμες ΜμΕ-, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό αποδίδεται στις προσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων, κάτι που στις περισσότερες περιπτώσεις συμβάλει εκτός των άλλων και στη χρήση των απολύσεων ως πραγματικά έσχατο μέσο. Από την άλλη βέβαια, συμπληρώνουν οι ειδικοί, οι θέσεις εργασίας σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις κατά μέσο όρο είναι λιγότερο παραγωγικές, με μικρότερες αμοιβές και λιγότερο συνδικαλισμένες από ό,τι οι θέσεις στις μεγάλες.

Το ελπιδοφόρο δε μήνυμα ότι η παροχή στήριξης στις ΜμΕ μπορεί να αποφέρει άμεσα αποτελέσματα στη μάχη για την επιστροφή της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά και τη μείωση της ανεργίας, προκύπτει από το στοιχείο ότι ακόμη και μέσα στην κρίση και σε συνθήκες πρωτοφανούς ύφεσης και αβεβαιότητας το ισοζύγιο μεταξύ συστάσεων και διαγραφών επιχειρήσεων παρέμεινε, έστω και με μικρή διαφορά, θετικό, με τις ΜμΕ να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι κάποιες από τις νέες κυρίως πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν μεσούσης της κρίσης έχουν να επιδείξουν αξιόλογα επιτεύγματα, με εξαγωγές σε απαιτητικές ξένες αγορές και αναπτυξιακό πλάνο που θα δώσει σε αρκετούς ανθρώπους δουλειά. Καμπανάκι κινδύνου, ωστόσο, χτυπά, επιβάλλοντας άμεσες δράσεις από τους αρμόδιους φορείς για τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, το γεγονός ότι το πρώτο εξάμηνο του 2016 εμφανίζεται για πρώτη φορά αρνητικό ισοζύγιο μεταξύ συστάσεων-διαγραφών.

Οι ΜμΕ «κλειδί» για τη μείωση της ανεργίας

«Την κρίσιμη αυτή στιγμή για την ευρωπαϊκή οικονομία, βλέπουμε τις μικρές επιχειρήσεις να διαδραματίζουν και να επιβεβαιώνουν τον ρόλο τους ως κύριων δημιουργών νέων θέσεων εργασίας. Το σημαντικό μερίδιό τους στη δημιουργία θέσεων εργασίας υπογραμμίζει τη μεγαλύτερη από ποτέ οικονομική σημασία των ΜμΕ και την ανάγκη υποστήριξής τους σε όλα τα επίπεδα. Οι μικρές και οι νέες επιχειρήσεις είναι σαφώς το κλειδί για την αποκατάσταση της οικονομικής ανάπτυξης», αναφέρεται, προς επίρρωση των παραπάνω, σε έγγραφο της Κομισιόν, που από το 2011 αναθεώρησε την πολιτική της για τις ΜμΕ (Small Business Act –SBA) με στόχο την ενσωμάτωσή της στην αναπτυξιακή στρατηγική της για την περίοδο μέχρι το 2020, «Ευρώπη 2020», βασικό συστατικό της οποίας είναι πλέον και η αειφόρος ανάπτυξη των ΜμΕ.

Εξειδικεύοντας τα παραπάνω για την ελληνική οικονομία, ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (cedefop), Τζέιμς Καλέγια προσυπογράφει ότι η βιώσιμη ανάκαμψη, που θα συνοδεύεται από τη δημιουργία ικανών θέσεων απασχόλησης για τη μείωση της ανεργίας σε ανεκτά και διαχειρίσιμα -από οικονομική και κοινωνική άποψη- επίπεδα, θα έλθει μέσα από τις ΜμΕ.

Απαντώντας σε πρόσφατη ομιλία του στο ζωτικό ερώτημα «ποιος μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας στην Ελλάδα, που υποφέρει από ανεργία της τάξης του 25%», εξήγησε ότι «υπάρχει μία πολύ μικρή μειοψηφία, της τάξης του 0,5% του συνόλου, που αντιστοιχεί σε 3.000 υφιστάμενες, ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις διαφόρων μεγεθών, οι οποίες έχουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά, ώστε να αναπτυχθούν ραγδαία και να απορροφήσουν μεγάλο αριθμό ανέργων».

Από αυτές, πρόσθεσε, περίπου οι 2.900 είναι μικρές και οι 100 μεγάλες. Παρόλα αυτά, αυτές οι επιχειρήσεις, δεν μπορούν από μόνες τους να καλύψουν τις 1.000.000 θέσεις εργασίας που λείπουν – ούτε καν τις 600.000 που απευθύνονται σε νέους ανέργους. Όλες μαζί μπορούν να δημιουργήσουν μέχρι 200.000 νέες θέσεις εργασίας, εκ των οποίων οι μισές θα μπορούσαν να αφορούν νέους, με την προσφορά άμεσης και έμμεσης απασχόλησης. Μάλιστα το 80% αυτών των θέσεων εργασίας εκτιμάται ότι θα δημιουργηθεί από αναπτυσσόμενες ΜμΕ, όχι από τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Αν αφαιρεθεί λοιπόν, συνέχισε ο ίδιος, η απασχόληση που εκτιμάται ότι μπορούν να προσφέρουν οι 3.000 εταιρείες, οι υπολειπόμενες θέσεις εργασίας για τη σταδιακή εξάλειψη της ανεργίας θα μπορούσαν να καλυφθούν μόνο μέσω της δημιουργίας 10.000 νέων επιχειρήσεων υψηλής ανάπτυξης, που θα έφταναν σταδιακά να απασχολούν 50 εργαζόμενους έκαστη.

«Αυτό είναι το σημείο, στο οποίο η ανάπτυξη γίνεται εκθετική, η δημιουργία θέσεων εργασίας αυξάνεται, οι απαιτούμενες δομές μπαίνουν στη θέση τους και η ικανοποίηση των εργαζομένων ενισχύεται. Είναι το μεταβατικό εκείνο στάδιο, όπου οι micro (πολύ μικρές) επιχειρήσεις εξελίσσονται σε μεσαίου μεγέθους ή και μεγαλύτερες. Αυτός είναι ο τομέας στον οποίο η Ελλάδα θα πρέπει να εστιάσει κατά κύριο λόγο», εκτίμησε ο κ. Καλέγια.

«Πιστεύω ισχυρά ότι ο δρόμος εξόδου από τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση για την Ελλάδα πρέπει να περάσει μέσα από την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την απασχόληση. Για να επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη, έχει γίνει ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα χρειάζεται να εστιάσει σε συγκεκριμένους τομείς -όπως η αγροτική επιχειρηματικότητα, τα τρόφιμα, ο τουρισμός, τα logistics και οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών- όπου κατέχει κάποιο στρατηγικό πλεονέκτημα», τόνισε ακόμη ο κ. Καλέγια.

O ΟΠΑΠ «στοιχηματίζει» στις αναπτυσσόμενες ΜμΕ

Ακριβώς αυτού του είδους επιχειρήσεις, αναπτυσσόμενες μικρομεσαίες που εστιάζουν τη δραστηριότητά τους σε τομείς όπου η Ελλάδα κατέχει συγκριτικό πλεονέκτημα, επιδιώκει να βοηθήσει ο ΟΠΑΠ, μέσω του προγράμματος του για την Απασχόληση, το οποίο σχεδιάστηκε για να τους δώσει μια μοναδική προοπτική.

Σημειώνεται ότι στην κατηγορία αυτή ανήκουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης τουλάχιστον 20% για τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια με πωλήσεις τουλάχιστον 1 εκατ. και δημιουργία πολλών θέσεων εργασίας.

Αποστολή του προγράμματος είναι η επιλογή και ολοκληρωμένη υποστήριξη αναπτυσσόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ώστε μέσα από την ανάπτυξή τους να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και κατ’ επέκταση να ενισχύσουν την ελληνική αγορά.

Οι επιχειρήσεις που θα συμμετάσχουν στο πρόγραμμα θα έχουν πρόσβαση σε δεδομένα και πληροφορίες, καθώς και σε σημαντικό επιχειρηματικό δίκτυο, εφόδια που θα τις βοηθήσουν να ξεπεράσουν τυχόν εμπόδια και δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και να εξελιχθούν σε μεγάλες και επιτυχημένες επιχειρήσεις που καινοτομούν, εξάγουν, αλλάζουν τα δεδομένα στον κλάδο τους, συμβάλλοντας στην αύξηση της απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα, μέσα από στρατηγικές συμβουλές και συμβουλευτική υποστήριξη, το πρόγραμμα φιλοδοξεί να δώσει στις συμμετέχουσες μικρομεσαίες επιχειρήσεις:

  • πρόσβαση σε αγορές,
  • πρόσβαση σε επενδύσεις και δανεισμό,
  • στρατηγικές συμβουλές σε θέματα οικονομικής διαχείρισης, διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, branding και επικοινωνίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μελέτη της Barcays Bank για τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες ΜμΕ στη Βρετανία, οι παραπάνω «παροχές» είναι κρίσιμες προκειμένου η επιχείρηση να εξασφαλίσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα την κατατάξει στις ταχέως αναπτυσσόμενες.

Τα σημαντικά αυτά «εργαλεία» λείπουν από τις ελληνικές ΜμΕ, τώρα μάλιστα που το ζητούμενο είναι η διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων τους, προκειμένου να μην επαναλάβουν λάθη του παρελθόντος, που μεταξύ άλλων τις έκαναν και ιδιαίτερα ευάλωτες. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το μέγεθος της ζημιάς που προκάλεσε η κρίση στις ΜμΕ οφείλεται και στα διαχρονικά δομικά προβλήματα της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, και δη τον μεγάλο βαθμό εξάρτησής της από την εγχώρια ζήτηση και την υποεπένδυση στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη να ανοίξουν τις δουλειές τους και πέρα των συνόρων, οι ΜμΕ πλέον αναζητούν πρόσβαση στους κατάλληλους συνεργάτες στις διεθνείς αγορές και ζητούν καθοδήγηση για να κατανοήσουν το πώς λειτουργούν οι αγορές αυτές. Σύμφωνα με μελέτες, οι ΜμΕ εκφράζουν πλέον την ανάγκη τους για πιο ουσιαστική δικτύωση σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο και ζητούν πρόσβαση σε mentors είτε εντός Ελλάδας (κυρίως σε παραδοσιακούς τομείς), είτε στο εξωτερικό (π.χ. στον τομέα της τεχνολογίας).

Εκ των ων ουκ άνευ βέβαια για να υλοποιηθεί το όποιο αναπτυξιακό πλάνο είναι η εξασφάλιση των αναγκαίων κεφαλαίων, τεράστιο θέμα για τις ΜμΕ, που τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζουν ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας.

Τις άμεσες ανάγκες των ελληνικών ΜμΕ συνοψίζει στην έκθεση της η Κομισιόν, τονίζοντας ότι στις πρώτες προτεραιότητες της εφαρμοζόμενης πολιτικής για τη στήριξή τους πρέπει να είναι η εξασφάλιση της πρόσβασής τους σε χρηματοδότηση (μέσω και των νέων χρηματοπιστωτικών εργαλείων που προσφέρονται), η διευκόλυνσή τους με μείωση της γραφειοκρατίας, το φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον και η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, και η διεθνοποίηση της δραστηριότητάς τους.

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τους νέους…

Το προφίλ του αναδυόμενου Έλληνα επιχειρηματία, όπως σκιαγραφείται σε μελέτη της Endeavor Greece δεν είναι αποκλειστικά το στερεότυπο του 20χρονου επιχειρηματία της Silicon Valley. Οι περισσότεροι επιτυχημένοι νέοι Έλληνες επιχειρηματίες είναι μεταξύ 25 και 45 ετών, διαθέτουν ουσιαστική επαγγελματική εμπειρία και δίκτυο, τα οποία αξιοποιούν για την επιτυχία της επιχείρησής τους. Στρέφονται προς την επιχειρηματικότητα από επιλογή και προς αξιοποίηση συγκεκριμένων ευκαιριών, και πολύ σπανιότερα από έλλειψη άλλων προοπτικών. Έχουν διεθνείς παραστάσεις και αντιλαμβάνονται την αξία της δικτύωσης, της στρατηγικής καθοδήγησης και της αναζήτησης έξυπνων τρόπων χρηματοδότησης. Βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης και αναζητούν νέο προσωπικό, κυρίως στους τομείς των πωλήσεων και της πληροφορικής.

Στα θετικά νέα είναι επίσης και η στροφή των ΜμΕ σε τομείς με σημαντική δυναμική ανάπτυξης (π.χ. τουρισμός, τρόφιμα, τεχνολογία). Αν και ακόμη η τάση αυτή αφορά μόνο το 10% του συνολικού αριθμού επιχειρήσεων, αυξήθηκε κατά 40% τα τελευταία χρόνια. Οι εταιρείες αυτές αξιοποιούν δομικά πλεονεκτήματα της χώρας (π.χ. στον τουρισμό και τα τρόφιμα), ευκαιρίες που έχουν προκύψει λόγω κρίσης (π.χ. στην ενέργεια ή στον χρηματοπιστωτικό τομέα), αλλά και διεθνείς ευκαιρίες (π.χ. στους τομείς της τεχνολογίας, της βιοτεχνολογίας, της νανοτεχνολογίας). Όπως εκτιμάται, τουλάχιστον το 1% των εταιρειών αυτών έχει όλες τις προϋποθέσεις για να «απογειωθεί» δημιουργώντας πολλές εκατοντάδες θέσεις εργασίας και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανάπτυξη.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk