• Αναζήτηση
  • Στο Μουσείο Μπενάκη «As one» με την Αμπράμοβιτς

    Κάναμε ασκήσεις και διατάσεις για να ξυπνήσουν οι μύες του προσώπου και του σώματος

    Κάναμε ασκήσεις και διατάσεις για να ξυπνήσουν οι μύες του προσώπου και του σώματος.

    Φορέσαμε τα θηριώδη ακουστικά που απομονώνουν πλήρως τον ήχο και καθοδηγηθήκαμε στα ενδότερα από τους, αξιοθαύμαστης θετικής ενέργειας καθοδηγητές μας (facilitators). Βρεθήκαμε σε έναν βουβό κόσμο ο οποίος θα ήταν εντελώς απόκοσμος και ανοίκειος αν δεν εισχωρούσε από τα ακουστικά ο ανεπαίσθητος ήχος του τριξίματος από τα βήματα των συμμετεχόντων στο πάτωμα. Εκανα έναν νεαρό facilitator να κλάψει καθώς κοιταζόμασταν στα μάτια για κάμποση ώρα. Θα ήθελα να τον βρω και να τον ρωτήσω τι ήταν αυτό στο βλέμμα μου που του προκάλεσε τόσο δυνατά συναισθήματα. Από τη μεριά μου, δεν συμμερίστηκα την έντονη αντίδρασή του και αυτό που κατάφερα, ήταν να αισθανθώ μια μικρή νίκη που κατάφερα επιτέλους να μην κατεβάσω πρώτη τα μάτια σε μία αναμέτρηση βλεμμάτων.

     Ένα δροσερό χέρι με οδήγησε πάνω σε μια ξύλινη πλατφόρμα. Κόντρα σε κάθε προκατάληψη και κυνική πρόβλεψή μου, όταν έκλεισα τα μάτια ένιωσα να βυθίζομαι σε μια μαύρη τρύπα και αισθάνθηκα την απόλυτη απομόνωση, έτοιμη να κοιμηθώ κυριολεκτικά όρθια εάν το επιθυμούσα. Μια κυρία δίπλα μου, πρέπει σίγουρα να το κατάφερε αν κρίνω από τη μάσκα νύχτας που φορούσε στα μάτια της και την απόλυτη ακινησία της όση ώρα βρισκόμουν στην αίθουσα.

    Εν τέλει πλήρως χαλαρωμένη, με άδειο μυαλό από ό,τι με απασχολούσε προτού κλείσω σε ένα ντουλαπάκι στην είσοδο το κινητό και το ρολόι μου, αλλά και με μια αίσθηση δυσφορίας, λες και όλη αυτή η απόλυτη συγκέντρωση ανάγκαζε ένα κύμα συμπιεσμένης αρνητικής ενέργειας να βγει από μέσα μου, κατευθύνθηκα στο τραπέζι με το ύστατο τεστ, τουλάχιστον για τη δική μου, ανυπόμονη ψυχοσύνθεση. Προσπάθησα να μετρήσω ρύζι και φακές, αλλά μέσα σε πέντε λεπτά είχα εγκαταλείψει την αίθουσα. «Καλά εσύ περίμενες την Αμπράμοβιτς και τη μέθοδό της για να καταλάβεις ότι δεν έχεις υπομονή;» μου είπε μια φίλη η οποία θεωρεί το εγχείρημα ως αχρείαστη new age φιλολογία για ευκολόπιστους. Δεν ήξερα τι να περιμένω είναι η αλήθεια, και μολονότι ορισμένες ασκήσεις δεν με άγγιξαν καθόλου, αισθάνθηκα παρ’ όλα αυτά να «αδειάζω», έτοιμη να παρακολουθήσω τα τεκταινόμενα στο υπόλοιπο Μουσείο Μπενάκη. Κάποια στιγμή ένιωσα και μια κάποια έξαψη. Είχα πολύ καιρό να δω τόσον κόσμο σε ένα μουσείο ή σε μια γκαλερί. Να συμμετέχει, να παρατηρεί, να ενθουσιάζεται ή να προβληματίζεται, να συμφωνεί και να διαφωνεί με ένταση αλλά να είναι παρών πέρα από κάθε αμφιβολία.

     

    Οι performances των ελλήνων καλλιτεχνών

    Προχώρησα στα ενδότερα, περίεργη να δω εξάλλου πώς θα εξελίσσονται οι performances των ελλήνων καλλιτεχνών διάρκειας επτά εβδομάδων, στο αίθριο του μουσείου και στον δεύτερο όροφο. Πόσο θα αντέξει, και κυρίως πώς θα αντέξει η Βιργινία Μαστρογιαννάκη να μετράει τον χρόνο επί οκτώ ώρες καθημερινά στην «Ασυνάρτητη ομιλία (Jargon)» της και να δίνει έτσι τον τόνο στις υπόλοιπες performances που πραγματοποιούνται γύρω της;

    Εκνευριστική στην αρχή αυτή η διαρκής καταμέτρηση, την ένιωσα σαν νανούρισμα όταν έγινα ο καθρέφτης της Γιώτας Αργυροπούλου στην μόνη διαδραστική performance, «Ένα άτομο τη φορά». Καθώς την ακολούθησα στον εγκλεισμό της μέσα από ένα δωμάτιο πανομοιότυπο με το δικό της και έγινα ο καθρέφτης και των πιο παράλογων παραινέσεών της, αδιαφόρησα τελικά, εγώ η φοβική της διάδρασης, ότι έγινα κι έκθεμα στο έλεος της παρατήρησης των επισκεπτών του μουσείου. Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω τον «πνευματικό εγκλεισμό» της Νάνσυς Σταματοπούλου στη «Λευκή Σπηλιά» της, αλλά ούτως ή άλλως υποτίθεται ότι μετά την πρώτη εβδομάδα θα προβάλλεται στη μία από τις επτά οθόνες δίπλα της, η διαρκής καταγραφή των αντιδράσεών της σε αυτή την απόλυτα μοναχική συνύπαρξή της με τη χελωνίτσα της.

    Βρήκα το «Corner Time» της Δέσποινας Ζαχαροπούλου πολύ σκληροπυρηνικό για τα γούστα μου, κυρίως εξαιτίας την βασανιστικά αργής εξέλιξης των δράσεών της. Βέβαια αν η αδυναμία συγκέντρωσης για την καταμέτρηση ρυζιού και οσπρίων είναι μια ένδειξη, μάλλον δεν είμαι το κατάλληλο κοινό για να ακολουθήσω μια καλλιτέχνιδα στην κατάθεση της βασανιστικής αυτοπειθαρχίας της.

    Με τράνταξε, και κυριολεκτικά, η δουλειά του Λάμπρου Πηγούνη, «Μικροπολιτικές θορύβου» βασισμένη στη μελέτη του για τον ηχητικό θόρυβο ως μορφή βίας. Δεν ξέρω αν ο Θανάσης Ακκοκαλίδης, καθισμένος στην ταράτσα ενός κτιρίου απέναντι από το Μπενάκη θα καταφέρει να νικήσει την υψοφοβία του, όπως είναι ο στόχος της δικής του performance «Μην κοιτάς κάτω» (ως τις 13/3), όμως η μορφή του ως μοναχικού βιγλάτορα είχε μια απροσποίητη δύναμη.

    Θα επιστρέψω, για να δω και τους υπόλοιπους αλλά και γιατί θέλω να συμμετέχω ως θεατής σε αυτή την κοινότητα καλλιτεχνών που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από συναδέλφους τους στο εξωτερικό. Κυρίως όμως για να πέσω σε αυτό το καζάνι της ανήσυχης, δημιουργικής και θετικής ενέργειας και αν είμαι τυχερή και τα καταφέρω να κρατήσω ένα μπουκαλάκι με αυτό το μαγικό φίλτρο. Τι ωραία που θα ήταν…

    Πολιτισμός