Άγριο παιδί

Ο Αντίνοος Αλμπάνης είναι όμορφος. Και, δικαιολογημένα, η σκέψη που κάνει καθένας όταν τον αντικρίζει για πρώτη φορά είναι ότι η εμφάνισή του έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στην πορεία της καριέρας του.

Ο Αντίνοος Αλμπάνης είναι όμορφος. Και, δικαιολογημένα, η σκέψη που κάνει καθένας όταν τον αντικρίζει για πρώτη φορά είναι ότι η εμφάνισή του έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στην πορεία της καριέρας του. Εκείνος όμως δεν συμφωνεί. Χαμηλών τόνων και στα όρια του «ξινού» ορισμένες φορές, όπως παραδέχεται χαμογελώντας, δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια να γοητεύσει το συνομιλητή του. Ίσως γιατί ξέρει ότι δεν θα τον κερδίσει μόνο με τον τόνο της φωνής του και το εκφραστικό βλέμμα του αλλά με τα λόγια του και τη δουλειά του. «Αν κάποιος ενδιαφέρεται μόνο για την εμφάνισή μου, μπορεί πολύ απλά να μπει στο instagram, να δει πέντε φωτογραφίες μου και να είναι ok με αυτό. Ή να βάλει να δει μια ταινία μου, ένα επεισόδιο στο you tube από κάποιο σίριαλ και να μείνει ικανοποιημένος. Δεν θα σηκωθεί από τον καναπέ του για να έρθει στο θέατρο να με δει», εξηγεί για να μην αφήσει περιθώριο αμφισβήτησης.

Ο 32χρονος ηθοποιός αποφάσισε να ακολουθήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα σε ηλικία 17-18 ετών, ενώ στόχος του μέχρι τότε ήταν να ασχοληθεί με τον τομέα της διαφήμισης. Τελικά κατάλαβε ότι θα ήταν πιο ευτυχισμένος χρησιμοποιώντας τα εκφραστικά του μέσα. «Ήταν μια ανάγκη που είχα να αφηγούμαι ιστορίες και να νιώθω ότι με έναν τρόπο κάνω κι εγώ τον κόσμο να περνάει καλά, ότι τον ψυχαγωγώ, τον συγκινώ». Από τότε το ένα από τα πιο «Άγρια παιδιά» της ελληνικής τηλεόρασης, ανάμεσα σε άλλα, έζησε σε ένα «Γυάλινο κόσμο» στο Θέατρο Δημήτρης Χορν, χόρεψε με επιτυχία το «Τανγκό των Χριστουγέννων» στη μεγάλη οθόνη, δήλωσε με χιούμορ «I will survive» στη «διαδραστική» σκηνή του Θεάτρου Θησείον και έπαιξε στο πλευρό του Άρη Σερβετάλη στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» – σε μια παράσταση που εκτός από το εύρος των δυνατοτήτων του είχε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει και το εύρος των κοιλιακών του.

Kοστούμι Hackett και πουκάμισο Calvin Klein, όλα Attica

Σήμερα ζει στο Λυκαβηττό ενώ πρόσφατα, όπως δήλωσε, έγινε και «πατέρας» – αμέσως μετά έβγαλε το κινητό του για να δείξει τις φωτογραφίες της «κόρης» του Blu, ενός μικρού γαλλικού μπουλντόγκ με μπλε μάτια. Η Αθήνα του φαίνεται ερωτεύσιμη, ενώ ένα από τα αγαπημένα του σημεία στο κέντρο είναι η Κολοκοτρώνη και τα γύρω στενά: «Εντάξει, μάθαμε να λέμε ότι είναι η χίπστερ γειτονιά. Είναι όμως μια περιοχή που έχει παλμό, ενέργεια, νέο και όμορφο κόσμο, ωραία μαγαζιά, πάρτι. Οι άνθρωποι εκεί έρχονται κοντά, ανταλλάσσουν απόψεις, ερωτεύονται, μαλώνουν. Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα και για κάποιο λόγο τα θεωρούμε δεδομένα. Ας κάνουμε μια βόλτα στη Γλασκόβη, ας πούμε, να δούμε πώς είναι ο κόσμος μια Πέμπτη βράδυ. Θα είναι κάπως στενάχωρο». Στη συνέχεια αναρωτιέται για ποιο λόγο δεν εγκαταλείπουν την πόλη οι άνθρωποι που γκρινιάζουν καθημερινά: «Εγώ έτσι έχω μάθει, όταν κάτι με πιέζει, με ζορίζει, με ταλαιπωρεί απλά φεύγω γιατί δεν μπορώ να το χειριστώ. Καταλαβαίνω ότι δεν είναι εύκολο αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο στη ζωή, πόσω μάλλον σε αυτά τα χρόνια της βαθιάς ύφεσης. Το θέμα όμως είναι εμείς τι στάση κρατάμε απέναντι σε όλο αυτό», λέει. Ένα ακόμα πράγμα που του αρέσει στην Αθήνα είναι η θεατρική σκηνή της, ενώ δεν πιστεύει ότι υπάρχει «υπερπροσφορά». «Καθετί που γεννιέται έχει λόγο να γεννηθεί και αν πρέπει να σταματήσει να υπάρχει, θα σταματήσει. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει ένα θέατρο, ένας παραγωγός που θα δει μία σεζόν, δεύτερη σεζόν, τρίτη σεζόν την αίθουσα άδεια και θα επιμείνει», εξηγεί με την ασφάλεια της επιτυχίας που ανεβαίνει για δεύτερη φορά.

Αυτή την περίοδο τον απασχολούν και άλλα ζητήματα. Συχνά καλείται να παλέψει με το φάντασμα της ματαιότητας: στη ζωή, στο lifestyle, στις σχέσεις και στη δουλειά. «Θα ήθελα να είναι πολύ πιο απλά τα πράγματα στις ζωές μας. Ξεκινάω το πρωί και λέω “ok, τι ρόλο πρέπει να παίξω σήμερα;” Πρέπει να πάω σε αυτή την εταιρία, να συναντήσω αυτόν το διαφημιστή. Έχω, δεν έχω διάθεση, έχω, δεν έχω όρεξη πρέπει να βάλω ένα “κοστουμάκι” και να πάω στη δουλειά. Και αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο», λέει πριν παραδεχτεί: «Το πρωί που ξυπνάω και κοιτάζομαι στον καθρέφτη δεν είμαι και το καλύτερό μου. Δεν είναι δηλαδή ότι τα έχω βρει με τον εαυτό μου και περνάμε φανταστικά». Να κάτι που δεν θα περίμενε να ακούσει ποτέ κανείς από τον Αντίνοο Αλμπάνη.

Από το Φεβρουάριο ο Αντίνοος Αλμπάνης θα συμμετέχει στην «Όπερα της πεντάρας», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στο Παλλάς.

Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk