Οι δύο ζωές του νεοκεϊνσιανού, φιλέλληνα καγκελάριου Χέλμουτ Σμιτ

Ο Χέλμουτ Σμιτ έζησε δύο ζωές. Οχι ταυτόχρονα, σαν διχασμένη προσωπικότητα, αλλά διαδοχικά, τη μία μετά την άλλη. Την πρώτη ως ενεργός πολιτικός, τη δεύτερη, από το 1983, ως «δημόσιος διανοούμενος», χρονικογράφος και σχολιαστής των μεγάλων γεγονότων του καιρού του.

Βερολίνο, Ανταπόκριση

Ο Χέλμουτ Σμιτ έζησε δύο ζωές. Οχι ταυτόχρονα, σαν διχασμένη προσωπικότητα, αλλά διαδοχικά, τη μία μετά την άλλη. Την πρώτη ως ενεργός πολιτικός, τη δεύτερη, από το 1983, ως «δημόσιος διανοούμενος», χρονικογράφος και σχολιαστής των μεγάλων γεγονότων του καιρού του.

Και στις δύο ζωές άφησε αποτυπώματα που αντέχουν στον χρόνο. Αρχικά, ως καγκελάριος (1974-1982), που εφάρμοζε μια συνεπή σοσιαλδημοκρατική πολιτική. Και ύστερα, ως εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας του Αμβούργου «Die Zeit», που δίνει τον τόνο στη δημόσια συζήτηση στη Γερμανία.
Η καγκελαρία του Σμιτ έτυχε να συμπέσει με την ίσως πιο τραγική περίοδο της μεταπολεμικής Γερμανίας, το «γερμανικό φθινόπωρο» του 1977, κατά το οποίο κορυφώθηκε η πολιτική τρομοκρατία της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF). Ετσι έγινε και ο ίδιος τραγικό πρόσωπο. Η μοίρα θέλησε να γίνει τότε η απαγωγή του προέδρου των γερμανών εργοδοτών Χανς Μάρτιν Σλάιερ τον Σεπτέμβριο από έναν κομάντο της RAF, καθώς και, έναν μήνα αργότερα, η αεροπειρατεία σε ένα αεροσκάφος της Lufthansa από έναν άραβα κομάντο. Ο Σμιτ αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση με τους απαγωγείς.
Αισθανόταν προσωπική ενοχή για τη δολοφονία του Σλάιερ

Αντ’ αυτού διέταξε στις 18 Οκτωβρίου την κατάληψη του αεροσκάφους από γερμανικές ειδικές αστυνομικές δυνάμεις GSG 9 στο Μογκαντίσου, κάτι που έγινε με επιτυχία. Η αντίδραση σε αυτό, αμέσως μετά, ήταν η αυτοκτονία των ηγετών της Φράξιας Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Εσλιν και Γιαν-Καρλ Ράσπε στη φυλακή Σταμχάιμ, και, λίγο αργότερα, η δολοφονία του Σλάιερ από τους απαγωγείς του. Ακολούθησε ένα ανελέητο κυνηγητό των τρομοκρατών από την αστυνομία, που θύμιζε εμφύλιο πόλεμο. Επόμενο έτσι να κατηγορηθεί ως ο δημιουργός ενός αστυνομικού κράτους.
Ο ίδιος δικαιολόγησε τη σκληρή στάση του με την ανάγκη υπεράσπισης του κράτους δικαίου, αισθανόταν όμως προσωπική ενοχή για τη δολοφονία του Σλάιερ.
Στα «μελανά» σημεία της καγκελαρίας του ανήκει και η επιμονή του στη «διπλή απόφαση» του ΝΑΤΟ, στο στήσιμο δηλαδή νέων ατομικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς στη Δυτική Γερμανία ως αντίβαρο σε αντίστοιχα βαλλιστικά όπλα στην Ανατολική Γερμανία. Αυτό προκάλεσε σύντομη έξαρση του Ψυχρού Πολέμου, η οποία δεν αλλοίωσε όμως στα σοβαρά την πολιτική της ύφεσης.
Κατά τα άλλα, εχθροί και φίλοι τον επαινούν για την οικονομική πολιτική του, που ήταν καθαρά νεοκεϊνσιανή, στηριζόταν δηλαδή στην ανάπτυξη.

Συνέχισε να λειτουργεί και στη δεύτερη ζωή του ως «καγκελάριος»

Η πλήρης αναγνώριση στο πρόσωπό του ήλθε όμως όταν ανέλαβε την έκδοση της «Zeit». Μέσω αυτής σχολίαζε όλα τα μεγάλα θέματα της εποχής μας – τώρα πιο ελεύθερα, πιο εύστοχα, πιο «αριστερά».
Οι δηλώσεις του είχαν τον χαρακτήρα «χρησμού», ο οποίος λαμβανόταν υπόψη από όλα τα πολιτικά στρατόπεδα – αν και, όπως λέει ο πολιτικολόγος Χάγιο Φούνκε (βλ. συνέντευξη), είναι αμφίβολο αν επηρέαζαν πραγματικά την τρέχουσα πολιτική.
Ο Σμιτ συνέχισε έτσι να λειτουργεί, εικονικά, ως «καγκελάριος» και στη δεύτερη ζωή του. Σε αντίθεση όμως με τον Χέλμουτ Κολ, ο οποίος ασχολείται αποκλειστικά με την υστεροφημία του, και τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος μιλάει πολιτικά μόνο όταν το θυμάται (ή τον συμφέρει), ο Σμιτ ήταν ο μοναδικός επιζών καγκελάριος που συνέχισε να μιλάει καθημερινά για όλα.
Η δεύτερη ζωή του ήταν έτσι συνέχεια της πρώτης. Από αυτή την άποψη έζησε τρεις ζωές: τις δύο διαδοχικές και τη μία συνεχόμενη και αδιαίρετη.
«Ο Διάολος να τους πάρει αν αφήσουν την Ελλάδα να χρεοκοπήσει»

Ο Χέλμουτ Σμιτ είχε τρεις αθεράπευτες συνήθειες: το κάπνισμα, το σκάκι και την αγάπη προς την αρχαία ελληνική σκέψη. Η τελευταία ήταν και ο λόγος που τον έκανε να εξεγείρεται όταν άκουγε πως η Ελλάδα συνεχίζει να απειλείται με χρεοκοπία. «Ο Διάολος να τους πάρει αν οι ευρωπαίοι πρωθυπουργοί δεν καταφέρουν να σώσουν την Ελλάδα» είχε δηλώσει τον Οκτώβριο του 2011 στην εφημερίδα «Handelsblatt». Παράλληλα είχε ταχθεί υπέρ του «κουρέματος» του ελληνικού χρέους και ενός ευρωπαϊκού σχεδίου Μάρσαλ για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας.

Η αρχαιοπληξία του δεν τον εμπόδιζε όμως να βλέπει με κριτικό μάτι τους Νεοέλληνες. Ως το 1975 έλεγε ότι «θα πρέπει να περάσουν πρώτα πάνω από το πτώμα μου…» για να μπουν στην Κοινή Αγορά. Δύο πολιτικοί όμως τον ώθησαν να κάνει στροφή 180 μοιρών. Ο πρώτος ήταν ο γάλλος τότε πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ο οποίος τόνιζε ότι για να μπορέσει να παραμείνει η Ελλάδα δημοκρατική ύστερα από την πτώση της δικτατορίας το 1974 πρέπει να ενταχθεί και θεσμικά στην ενωμένη Ευρώπη. Και ο δεύτερος ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος σε επίσκεψή του στη Βόννη το 1975 κατέστησε σαφές ότι οι Ελληνες θεωρούν κατάρα τον αποκλεισμό τους από αυτήν. Ο Σμιτ συναίνεσε αλλά δεν πείστηκε εντελώς. Αργότερα έλεγε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν μπήκαν οι Ελληνες αλλά μόνο ο Καραμανλής.

Παραλίγο να τα «σπάσουν»

Η σχέση των δύο ανδρών δεν ήταν πάντοτε ανέφελη. Ο Σμιτ τον πίεζε για την επάνοδο της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και για συμβιβασμό με την Τουρκία. Το 1976 μάλιστα παραλίγο να τα «σπάσουν», όταν ο γερμανός πρέσβης στην Αθήνα Ντίτερ Ονκεν επέδωσε στον πρωθυπουργό επιστολή με την οποία ο καγκελάριος του ζητούσε – κατά παραβίαση της ελληνικής νομοθεσίας – την έκδοση στη Γερμανία του «τρομοκράτη» Ρολφ Πόλε. «Ο κύριος πρωθυπουργός είπε στον κ. Ονκεν ότι ευρίσκει ατυχές το ύφος της επιστολής αυτής και συνεπώς δεν προτίθεται να απαντήση εις αυτήν, προτιμών να την θεωρήση ως μη υφισταμένη» αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά. Ο από μηχανής θεός ήταν τελικά ο Αρειος Πάγος, ο οποίος αποφάνθηκε υπέρ της έκδοσης, θυσιάζοντας έτσι τον Πόλε στον βωμό της σχέσης Σμιτ – Καραμανλή.
«Προσπαθούσε να βάλει φρένο στον αχαλίνωτο καπιταλισμό του καζίνου»

O Σμιτ «είχε μια ηθική της ευθύνης» λέει στο «Βήμα» ο Χάγιο Φούνκε, καθηγητής των Πολιτικών Επιστημών στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.


Ηταν ο Σμιτ ένας καγκελάριος σαν όλους τους άλλους;
«Οχι. Είχε δύο προσόντα που τον έκαναν να ξεχωρίζει: Πρώτον, ήταν οικονομολόγος που έβλεπε τη γενική εικόνα, έβρισκε όμως λύσεις και στα πρακτικά προβλήματα. Και, δεύτερον, ήταν συνεχιστής της πολιτικής της ύφεσης του Βίλι Μπραντ».

Πόσο σοσιαλδημοκρατική ήταν η οικονομική του πολιτική;
«Ο Σμιτ ήταν κεϊνσιανός και προσπαθούσε να βάλει φρένο στον αχαλίνωτο καπιταλισμό του καζίνου. Η πολιτική οικονομία του στηριζόταν στην αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό αφορούσε και την Ελλάδα – ήταν αντίθετος στην πολιτική του Σόιμπλε».

Ποιος ήταν ο ρόλος του στο «γερμανικό φθινόπωρο»;
«Ο Σμιτ αντιπροσώπευε τότε το κράτος και έπρεπε να το υπερασπιστεί. Πιθανόν να υπήρχαν και πιο ήπιες εναλλακτικές λύσεις από εκείνες που εφάρμοσε, ήταν όμως δύσκολο να τις βρει σε μια τόσο παροξυμένη κατάσταση».

Ποια ήταν η στάση του σε θέματα εξωτερικής πολιτικής;
«Είχε μια ηθική της ευθύνης. Αυτό απαιτεί και τη συνομιλία με τους αντιπάλους ώστε να προωθηθούν οι στόχοι της ειρήνης. Γι’ αυτό και απαιτούσε από την Ανγκελα Μέρκελ να μιλήσει με τον Πούτιν λόγω της Ουκρανίας».

Ποιος ήταν ο καλύτερος Σμιτ: ο πολιτικός ή ο εκδότης;
«Αναμφισβήτητα ο δεύτερος. Στη «Zeit» έβγαζε ως δημοσιολόγος τον καλύτερο εαυτό του και επηρέαζε έτσι θετικά τη γερμανική δημοσιότητα».

HeliosPlus

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk