Βασίλης Κατσικονούρης: «Δεν σπεκουλάρω πάνω στο συναίσθημα»

«Πιστεύω ότι έχω μια συνέχεια και μια συνέπεια, μια σταθερή παρουσία, κι αυτό είναι ζητούμενο από έναν θεατρικό συγγραφέα.

«Πιστεύω ότι έχω μια συνέχεια και μια συνέπεια, μια σταθερή παρουσία, κι αυτό είναι ζητούμενο από έναν θεατρικό συγγραφέα. Εχω ευτυχήσει σε αυτό το θέμα. Δεν δέχομαι παραγγελίες – κι όταν μου ζητάνε, αρνούμαι. Η μόνη παραγγελία ήταν να κάνω το «Γάλα» σενάριο. Γράφω και αναλόγως, όταν κάποιος μου ζητήσει συνεργασία, του προτείνω έργα ή απευθύνομαι κι εγώ σε όποιους θα ήθελα να συνεργαστώ. Τα έργα μου είναι μέσα στον χώρο του θεάτρου». Ειλικρινής και άμεσος, ο Βασίλης Κατσικονούρης επιβεβαιώνει ότι αποτελεί μια δεδομένη και υπολογίσιμη μονάδα για το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο. «Από την άλλη, πιστεύω ότι μέσα τους οι θεατές έχουν δημιουργήσει την αντίληψη ότι με τα έργα μου μπορούν να βιώσουν ένα είδος συναισθηματικής περιπέτειας – κάτι που λείπει και από την καθημερινότητά τους. Αισθάνονται μια εγγύτητα, μια οικειότητα, ένα είδος τιμιότητας από μέρους μου: δεν σπεκουλάρω πάνω στο συναίσθημα. Οταν κάνεις θέατρο, είναι εύκολο να πέσεις στη μαύρη τρύπα του θεάτρου και αντί της τέχνης της υποκριτικής να υπηρετήσεις την τέχνη της υποκρισίας. Το ελάχιστο που μπορώ να πω για τη δική μου δουλειά είναι ότι το έχω αποφύγει αυτό. Και πρέπει να γίνεται αντιληπτό από τον κόσμο».
Θέμα προσωπικής αισθητικής


Το «Καγκουρό», το πιο πρόσφατο έργο του, παίζεται αυτή την εποχή στο Εθνικό και ο ίδιος συνεχίζει να δίνει το παρών του. «Ο καθένας έχει το δικό του μέτρημα όταν γράφει. Κατά πόσο αφήνεται σε οτιδήποτε φτιάχνει. Για μένα είναι θέμα, κυρίως, προσωπικής αισθητικής. Πολλά από τα έργα του σύγχρονου ξένου ρεπερτορίου έχουν μια διάθεση να μας σοκάρουν εσκεμμένα, έχουν έναν κυνισμό. Κι αυτό προσωπικά με ενοχλεί και με υποτιμά. Γι’ αυτό και το αποφεύγω στα δικά μου έργα» λέει και παρομοιάζει τη συγγραφική του πορεία με μια σκάλα στριφογυριστή, «που την ανεβαίνεις σκαλί-σκαλί… Το «Καλιφόρνια ντρίμιν» ήταν ένα σκαλί, το «Γάλα» το επόμενο, και μαζί πήρα μια στροφή της σκάλας. Θέλω να πιστεύω ότι η δραματουργία μου έχει πάρει από τότε δύο-τρεις στροφές ακόμα».
Παραδέχεται ότι με την εμπειρία απέκτησε μια ευκολία στο γράψιμο και με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να γίνεται πιο αφαιρετικός: «Βρίσκω αυτό που θέλω να πω χωρίς πολλά-πολλά, οπότε κόβω δρόμο». Και εξηγεί: «Πριν αρχίσω να γράφω έχω σκεφτεί ένα-δύο βασικά για κάθε χαρακτήρα. Ολα τα άλλα έρχονται στο γράψιμο. Εχω ένα πρωτόλειο σκίτσο. Την ανάπτυξη του έργου προωθούν και οι χαρακτήρες. Οσο για το τέλος, το σκέφτομαι σαν ένα τρικ για τον εαυτό μου».
Πριν από έναν χρόνο έγραψε το «Καγκουρό», ένα έργο για τη σχέση πατέρα – γιου, για την ήττα, για τη ματαίωση. «Δεν με ενδιαφέρει τα έργα μου να είναι καθρέφτης της εποχής – αυτό είναι δουλειά του δημοσιογράφου. Προτιμώ να δείχνω τι γίνεται από πίσω και από πριν. Αυτή είναι η δουλειά του συγγραφέα – να βάζει το χέρι του πάνω σε άλλους μηχανισμούς».
Η «αγία» τετράδα


«Δεν ξέρω ποιοι με έχουν επηρεάσει. Ξέρω ποιοι συγγραφείς μού αρέσουν και αυτοί φαντάζομαι ότι θα έχουν επιρροή πάνω μου. Είναι η τετράδα του ελληνικού θεάτρου, δηλαδή Λούλα Αναγνωστάκη, Κεχαΐδης – Χαβιαρά, Διαλεγμένος, Καμπανέλλης. Από το ξένο ρεπερτόριο, Τσέχοφ, Πίντερ, Μπέκετ, Μίλερ, Γουίλιαμς και φυσικά Σαίξπηρ. Ειδικά ο Τσέχοφ που έχει αυτή τη συμπόνια, την ειρωνεία, που δεν είναι όμως κυνική».
Και εξηγεί: «Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι τέσσερις κινούνται γύρω από τη δεκαετία του ’60. Τότε είχαμε βέβαια μια γενικότερη άνθηση του ελληνικού πολιτισμού (Ποντίκας, Μουρσελάς, Σκούρτης, Τσικληρόπουλος – κι ας έδρασαν αργότερα). Ηταν όλοι θραύσματα που βγήκαν από τη δεκαετία του ’60. Εναπόκειται σε εμάς τους νεότερους να κρατήσουμε κάτι από εκείνη τη σπίθα της έκρηξης».
Γι’ αυτό και συνδέει το σήμερα με την πρόσληψη του παρελθόντος: «Ολοι οι μεγάλοι του ’60 είχαν προσλαμβάνουσες από τη Γενιά του ’30. Από το ’80-’90 και μετά έγινε ένα γκαπ… Στραφήκαμε στο να ακολουθήσουμε πράγματα που έρχονταν απ’ έξω, κάτι που είναι καλό, αλλά πρέπει να πατάς σε κάτι δικό σου. Αλλιώς θα σε παρασύρει. Κι ίσως αυτό εξηγεί την έλλειψη σταθερής και συνεπούς παρουσίας και δημιουργίας. Και πάλι δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι: Ακης Δήμου, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Γιάννης Τσίρος, Λένα Κιτσοπούλου… Το θέμα είναι τα έργα μας να έχουν αντοχή στον χρόνο, να μπορούν να ανεβαίνουν και να ξανανεβαίνουν». Κάτι που ο ίδιος πιστεύει ότι πέτυχε. Και προσθέτει: «Κρατώ από τον Καμπανέλλη κάτι που μου είχε πει ο ίδιος: Οταν γράφεις ένα έργο, πρέπει να πιστεύεις ότι μόνο με θεατρικό λόγο θα μπορούσες να το εκφράσεις». Και αυτή την εποχή ετοιμάζεται να σκηνοθετήσει δύο μονολόγους του («Πανηγυρικός» και «Επικήδειος») στο θέατρο Αλεξάνδρεια, στα Πατήσια, στη γειτονιά του Καμπανέλλη.

«Με ενδιαφέρει η καθαρότητα στο μάτι των νέων»
Ο 55χρονος σήμερα θεατρικός συγγραφέας εξακολουθεί να διδάσκει αγγλικά στη Μέση Εκπαίδευση (σε δημόσιο σχολείο της Αθήνας), οπότε και η επαφή του με τους εφήβους και τους νέους αποτελεί σταθερή πηγή ερεθισμάτων: «Κοιτάξτε» λέει «από τη στιγμή που έχεις αυτή την κλίση, την ιδιότητα, το ψώνιο, να είσαι ή να θέλεις να είσαι δραματουργός, ερεθίσματα παίρνεις από παντού. Από ανήλικους και ενήλικους, από σκηνές στον δρόμο. Νομίζω ότι σε όποιο περιβάλλον κι αν ήμουν, θα σκάλιζα τα πράγματα για να δω τη φόδρα και την υφή των πραγμάτων».
Οσο για τους μαθητές του, «μου δημιουργεί μια διαρκή παραβολή με τη δική μου ηλικία όταν ήμουν νεότερος και από εκεί παράγονται συγκρίσεις κι ένα είδος συμπόνιας, με την τσεχοφική έννοια. Τα νέα παιδιά έχουν όνειρα, ελπίδες, σχέδια, κι εσύ είσαι λίγο παραπέρα». Τι χαρακτηρίζει αυτή τη γενιά; «Η αφοπλιστική τους καθαρότητα. Είναι πέρα από δίπολα και διλήμματα. Κάποιος θα μπορούσε να το πει άγνοια. Αλλοι θα πουν ότι δεν είναι καλλιεργημένα, δεν διαβάζουν, δεν κάνουν διάφορα που εμείς θα περιμέναμε… Εμένα με ενδιαφέρει αυτή η καθαρότητα στο μάτι τους. Από την άλλη, δυστυχώς σύντομα, πολύ σύντομα, προβλέπω να τη χάνουν». Και καταλήγει: «Βασικό τους ζητούμενο παραμένει η αναζήτηση της επικοινωνίας».

πότε & πού:

To «Καγκουρό» θα παίζεται στη Σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου ως τις 6.12.2015.

Ταυτότητα

Ξεκίνησε να γράφει το 1990 («Εντελώς αναξιοπρεπές»). Ακολούθησαν πολλά θεατρικά ως το 2002 που ξεχώρισε με το «Καλιφόρνια ντρίμιν» και στη συνέχεια με το ιστορικό πλέον «Γάλα», 2006, το οποίο ανέβηκε από το Εθνικό (στο Χώρα) σε σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη και ύστερα, επί μία πενταετία, από την Αννα Βαγενά στο θέατρο Μεταξουργείο και σε περιοδεία. «Το γάλα» έγινε ταινία το 2011 (σκηνοθεσία Γιώργος Σιούγας). Μεταξύ άλλων έγραψε τους «Αγνοούμενους» και το «Πήρε τη ζωή της στα χέρια της».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk