Κρίση στο ζενίθ της νιότης της

Εχει γενέθλια και συμπληρώνει 25 χρόνια ζωής. Αν και διανύει τη νιότη της, δέχεται ταυτόχρονα σφοδρή κριτική αλλά και εκδηλώσεις λατρείας.

Εχει γενέθλια και συμπληρώνει 25 χρόνια ζωής. Αν και διανύει τη νιότη της, δέχεται ταυτόχρονα σφοδρή κριτική αλλά και εκδηλώσεις λατρείας. Ετσι ήταν πάντα. Στο ανάθεμα και στην αποθέωση ταυτόχρονα. Στην πορεία αυτών των ετών χιλιάδες εργαζόμενοι, τεχνικοί, παρουσιαστές, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες δούλεψαν στα κανάλια, έζησαν τη μεγάλη δόξα, τις υπερπαραγωγές, τον πλούτο και στη συνέχεια την κρίση, τις περικοπές, τη δραματική αλλαγή σκηνικού. Αυτό ήταν και είναι όμως η ιδιωτική τηλεόραση: οι άνθρωποί της.
Παρά τις δυσκολίες, παρά τη μείωση του προϋπολογισμού σε ποσοστό 80%, η ιδιωτική τηλεόραση αντιστέκεται. Επενδύει σε νεότερα μυαλά, σε εμπειρία, σε φαντασία, σε όρεξη και επιμένει να ψάχνει ένα παράθυρο στον κόσμο. Και όλα αυτά παρέα με λάθη άλλοτε σοβαρά κι άλλοτε πταίσματα.
Ομως το πολυτιμότερο, έτσι όπως το σημειώνει και στην ανακοίνωσή της η Ενωση Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας, με αφορμή τα γενέθλια, είναι το γεγονός ότι η ιδιωτική τηλεόραση «συνέβαλε στην πολυφωνία δίνοντας βήμα σε πολλά διαφορετικά κοινά, προήγαγε τον πολιτισμό μέσα από ιστορικές παραγωγές και εκπομπές, κράτησε συντροφιά σε πολλούς συνανθρώπους μας σε δύσκολες στιγμές. Και κατήργησε μια μονοδιάστατη θέαση των πραγμάτων που μέχρι τότε υπήρχε».
Στο πλαίσιο της συμπλήρωσης αυτών των 25 χρόνων, μεταξύ των δράσεων που γίνονται είναι και η καμπάνια #giatitv, που θέτει στο επίκεντρό της τον τηλεθεατή και τον κάνει πρωταγωνιστή της, ζητώντας του να πει γιατί βλέπει τηλεόραση και γιατί επιλέγει να περνά χρόνο μαζί της.
«Το Βήμα της Κυριακής» ζήτησε από τέσσερα πρόσωπα από διαφορετικούς τομείς της τηλεόρασης να απαντήσουν στο ερώτημα #giatitv, κάνοντας ταυτόχρονα απολογισμό, κριτική και μια πρόβλεψη για το μέλλον.
Λοΐζος Ξενόπουλος
Διευθυντής Προγράμματος Mega
TV: love to hate
«Η ιδιωτική τηλεόραση είναι ένας τόπος συνάντησης πολλών διαφορετικών μεταξύ τους προσωπικοτήτων με την κοινωνία. Ενδιαφέροντες άνθρωποι, υγιή και «διαστροφικά» μυαλά, συνδιαλέγονται με τον έξω κόσμο σε μια σχέση love and hate ή ακόμη και σε μια σχέση love to hate. Σε αυτή τη σχέση το κοινό της τηλεόρασης επιβραβεύει, κατακρίνει, αποθεώνει, απορρίπτει. Μέσα από αυτή τη σχέση απελευθερώνεται κάθε συναίσθημα: συγκίνηση, χαρά, αποστροφή, ένταση, αδιαφορία… τα πάντα. Οπως πολύ συχνά στη ζωή, σε μια πρώτη ανάγνωση μας είναι πιο έντονα τα αρνητικά, τελικά, σε βάθος χρόνου, νιώθουμε τυχεροί με τα όμορφα. Το σημαντικό είναι πως πρόκειται για μια ζωντανή σχέση όπου ο κανόνας είναι η ποικιλομορφία, η πολυμορφία. Σε έναν αυθαίρετο ίσως παραλληλισμό, ο τόπος της ιδιωτικής τηλεόρασης θυμίζει τον τόπο κάποιου εκθεσιακού χώρου. Ενας επισκέπτης της Tate Modern συναντά πολλά έργα και μπαίνει σε έναν κόσμο συνεχούς διαλόγου. Ερχεται αντιμέτωπος με τις ιδέες πολλών διαφορετικών ανθρώπων. Του αρέσουν ή τις απεχθάνεται. Τον συγκινούν ή τον αφήνουν παγερά αδιάφορο. Ομως έχει απέναντί του έναν ολόκληρο κόσμο από πολλά διαφορετικά στοιχεία με τα οποία αλληλεπιδρά. Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε αν η Tate είχε εκθέσει μονάχα τρία έργα εγκεκριμένα από κάποιον διευθυντή στα 15 χρόνια λειτουργίας της».
Τζώνης Καλημέρης
Διευθυντής Προγράμματος ΑΝΤ1
Το πρώτο social media που μάθαμε

«Η άποψή μου είναι ότι η τηλεόραση είναι το πρώτο social media που μάθαμε. Παραμένει κοινωνικό μέσο παρά την έλευση των υπολοίπων. Γιατί το Internet αλλά και τα facebook, twitter, instagram σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνουν το ότι η τηλεόραση ήταν το πρώτο μέσο. Αλλωστε, παρά την εξατομικευμένη θέση και την πληροφορία στα μεγάλα θεάματα, κακά τα ψέματα, είναι πρωταγωνίστρια, θα τα δεις παρέα με φίλους. Είναι πιο κοινωνικό, πιο μαζικό μέσο, η τηλεόραση πουλάει πίτσες και μπίρες. Οι ειδήσεις είναι αυτές που έχουν υποστεί μεγάλη φθορά από τα άλλα μέσα. Στο Internet όλα γίνονται πιο άμεσα, πιο γρήγορα γιατί εκεί δεν πρέπει να υποστηρίζουμε το κείμενο με εικόνα, εκεί ως τομέας έχουμε υποστεί μικρή ήττα κυρίως ως προς την ταχύτητα αλλά και στο γεγονός ότι πλέον έχουμε γίνει μέρος της και όχι ο ταχυδρόμος. Η τηλεόραση έχει το πλεονέκτημα της ομαδικής θέασης και όχι της ατομικής. Βλέποντας προς τα πίσω από τον Απρίλιο του ’89 που μπήκα σε αυτή τη δουλειά, στα «χρόνια της αθωότητας», καταλήγω στο ότι ισχύει ότι το 2000 ήταν η δεκαετία που απέκτησε τον όγκο η τηλεόραση. Τα σόου, την υπερεπιλογή, το φαινόμενο-φούσκα, και η οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει τόσο πολύ. Εκεί χάθηκε η μπάλα.
Σήμερα πλέον είναι προφανές ότι η τηλεόραση έχει χτυπηθεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον από την κρίση. Με τα έσοδα μείον 80% είναι φυσικό κι επόμενο ότι θα επηρεαστεί. Παρά την γκρίνια και το αίσθημα ότι δεν είναι αρκετό αυτό που γίνεται, η τηλεόραση κάνει πράγματα, είναι εδώ. Εχουμε αναπροσαρμοστεί, κάνουμε πιο φτηνά πράγματα, αλλά κάτι γίνεται, αντιστέκεται. Η τηλεόραση είναι εδώ και θα είναι για πάντα εδώ. Θα τα βλέπουμε όλα μέσα από την οθόνη».
Νίνο Ελματζιόγλου
Παραγωγός
Μπορεί να προσφέρει
«Μέσα στα 25 χρόνια λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης έχουν μεταδοθεί πάνω από 500 προγράμματα πλοκής – σίριαλ, ένας αντιστοίχως εντυπωσιακός αριθμός τηλεπαιχνιδιών και ψυχαγωγικών σόου και ένας καθόλου ευκαταφρόνητος αριθμός ενημερωτικών εκπομπών, χωρίς επίσης να ξεχνάμε και τις μεταδόσεις ξένων ταινιών και σειρών. Ολα αυτά εκτόξευσαν, τουλάχιστον από την πλευρά της παραγωγής, την ελληνική τηλεόραση στις πρώτες θέσεις της ευρωπαϊκής, αν όχι της παγκόσμιας τηλεοπτικής σκηνής.
Πέρα όμως από τα «εύσημα» της θέσης στη διεθνή σκηνή, στο εσωτερικό της χώρας δημιουργήθηκε μια εύρωστη και δυναμική αγορά που ευνοούσε τον υγιή ανταγωνισμό και την πολυφωνία. Πρόσφερε καινούργιες δυνατότητες σε καταξιωμένους δημιουργούς αλλά και ανέδειξε πολλά αξιόλογα νέα ταλέντα σε όλους τους τομείς. Δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και χιλιάδες εργαζόμενοι κάλυψαν τις ανάγκες της ιδιωτικής τηλεοπτικής βιομηχανίας. Ωστόσο αυτή η ανοδική πορεία ανακόπηκε από την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών.
Η εφετινή σεζόν βρίσκει τον χώρο της ιδιωτικής τηλεόρασης οικονομικά αποδυναμωμένο και πολλαπλά «χτυπημένο». Διαλέγοντας όμως το αισιόδοξο σενάριο, μπορούμε να δούμε την κρίση ως ευκαιρία για μια νέα αρχή.
Αφήνοντας πίσω τις γκρίνιες για την «ποιότητα» των ελληνικών παραγωγών, αντιπαρερχόμενοι τους προβληματισμούς για την απαξίωση του μέσου – για τους οποίους ευθύνεται εν μέρει και η λεγόμενη «trash TV», παλεύοντας ηρωικά με τα χαμηλά budjet και με φαντασία, ευρηματικότητα, στροφή σε νέα πρόσωπα και δημιουργούς η ιδιωτική τηλεόραση, όπως άλλωστε και η δημόσια – η οποία έχει την «πολυτέλεια» αλλά και την υποχρέωση να προχωρά σε λιγότερο εμπορικούς δρόμους -, μπορεί να προσφέρει πολλά».
Μαρία Χούκλη
Δημοσιογράφος, παρουσιάστρια κεντρικού δελτίου ειδήσεων ΑΝΤ1
Tηλεόραση γιατί;

Τα αυτονόητα. Μόνον όταν αφαιρέσεις ένα πρόσωπο, ένα πράγμα, μια κατάσταση από τη ζωή σου μπορείς να αντιληφθείς την αξία του. Προσπαθήστε να σκεφτείτε την ελληνική δημόσια σφαίρα αλλά και τον προσωπικό μικρόκοσμο του καθενός μας χωρίς την ιδιωτική τηλεόραση. Ακόμη και αν πιστεύετε ότι τα στερνά δεν τιμούν τα πρώτα, αναρωτηθείτε με νηφαλιότητα και εντιμότητα πώς θα ήταν η ενημέρωση και η ψυχαγωγία τις τελευταίες δυόμισι δεκαετίες δίχως την ιδιωτική τηλεόραση. Επιχειρήστε να απαλείψετε από το κάδρο δελτία ειδήσεων, εκπομπές λόγου και έρευνας, σίριαλ, ταινίες και shows.
Τη συνηθίσαμε, την καταναλώνουμε και τη λιθοβολούμε. Ομως ο πλουραλισμός, ακόμη και αν χωλαίνουν οι συνιστώσες του, στερεώνει τη δημοκρατική λειτουργία μιας κοινωνίας.
Ζητούμε τέλεια ιδιωτική TV σε μια χώρα που πάσχει οριζοντίως και καθέτως, με δομές, πολιτικό προσωπικό και πολίτες να αρνούνται πεισματικά να μεταρρυθμιστούν.
Το ερώτημα λοιπόν ίσως πρέπει να τεθεί αλλιώς: όχι «Γιατί TV» αλλά «TV γιατί;». Ετσι, για να κάνουμε και την αυτοκριτική μας».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Media
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk