• Αναζήτηση
  • Καρλ-Ούβε Κνάουσγκορντ: Πώς το μπανάλ γίνεται λογοτεχνία

    Σε ένα βιβλιοπωλείο του Λονδίνου πλήρως ενημερωμένο για τις λίστες των εφημερίδων πλησίασα πέρυσι τον πωλητή και τον ρώτησα

    ΚΑΡΛ-ΟΥΒΕ ΚΝΑΟΥΣΓΚΟΡΝΤ
    Ενας θάνατος στην οικογένεια
    Πρώτος τόμος της εξαλογίας «Ο αγώνας μου»
    Μετάφραση από τα νορβηγικά Σωτήρης Σουλιώτης
    Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 543

    Σε ένα βιβλιοπωλείο του Λονδίνου πλήρως ενημερωμένο για τις λίστες των εφημερίδων πλησίασα πέρυσι τον πωλητή και τον ρώτησα: Μπορείτε να μου δώσετε το βιβλίο του νορβηγού συγγραφέα που τον αποκαλούν «ο νέος Προυστ»; Γνώριζα βεβαίως το όνομά του, το ψέλλισα κιόλας με εντελώς λανθασμένη προφορά, αλλά ήμουν σίγουρη ότι ο ενημερωμένος υπάλληλος θα καταλάβαινε αμέσως για ποιον του μιλούσα. Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, όπως έμαθα αργότερα ότι μπορείς να τον αποκαλέσεις, μονοπωλούσε από καιρό τα πρωτοσέλιδα στα ένθετα των βιβλίων αλλά και στα περιοδικά των εφημερίδων. Ηταν το μεγάλο εκδοτικό φαινόμενο στη χώρα του, τη Νορβηγία, όπου ο ένας στους δέκα κατοίκους της αδημονούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να διαβάσει το επόμενο απόσπασμα από κάποιο από τα έξι βιβλία του. Λίγες σελίδες από τις 3.600 στις οποίες απλώνεται το πόνημά του με τον γενικό τίτλο «Ο αγώνας μου». Σίγουρα είναι πολύ δύσκολο να αντισταθείς στη γοητεία της κλειδαρότρυπας σε ένα βιβλίο όπου η κατηγορία «αυτοβιογραφία» ή «ημερολόγιο» αποδεικνύεται πολύ στενή για να περιγράψει τι ακριβώς είχε αποτολμήσει ο 47χρονος σήμερα Σκανδιναβός. Την περιγραφή μιας ζωής, της δικής του, με όλο το ιδιοσυγκρασιακό δράμα της αλλά και με κάθε εξαντλητική λεπτομέρεια της οικουμενικής banalité της.

    Από τα συναισθήματά του για τον εντελώς άδοξο θάνατο του πατέρα του από αλκοολισμό ως τη διεξοδική λίστα των απορρυπαντικών που χρησιμοποίησε για να καθαρίσει την αθλιότητα που εκείνος αποκαλούσε «σπίτι» – αν μιλήσουμε για το πρώτο βιβλίο, το «Ενας θάνατος στην οικογένεια», το οποίο θα κυκλοφορήσει σύντομα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη. Οταν ο πωλητής ξετρύπωσε το βιβλίο από ένα μακρινό ράφι στο βιβλιοπωλείο – οι διθυραμβικές κριτικές των βρετανών κριτικών δεν είχαν κατορθώσει να κατευθύνουν τη συγκεκριμένη προτίμηση του αναγνωστικού κοινού -, ήμουν σίγουρη ότι θα δυσανασχετούσα με την εξονυχιστική αυτοαναφορικότητά του. Αλλά όπως πολύ εύστοχα γράφτηκε: «Αν θέλεις να είσαι ακριβοδίκαιος, θα βρεις πολλά παραδείγματα που κάνουν τον «Αγώνα μου» ένα μέτριο λογοτεχνικό ανάγνωσμα. Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα: είναι καταπληκτικό».

    To «Ενας θάνατος στην οικογένεια» ξεκινάει με ένα δοκιμιακό κείμενο για τον θάνατο. Εχοντας ακούσει τόσο πολλά για τη δουλειά σας, περίμενα να διαβάσω απευθείας την ωμή, αυτοβιογραφική γραφή που χαρακτηρίζει τις υπόλοιπες σελίδες του.
    «Ξόδεψα πάρα πολύ χρόνο, ώρες και ώρες για να γράψω αυτό το μικρό εισαγωγικό, δοκιμιακό κείμενο. Ηθελα να είναι τέλειο. Και έπειτα προσπάθησα να ξεφύγω από αυτή την εμμονή μου σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο. Ηθελα να είναι πιο απλό, πιο άμεσο, πιο ευθύ. Πιο «ωμό», όπως λέτε. Δεν ήθελα να είναι καλοδουλεμένο, εύστροφο, «όμορφο»».
    Γιατί να σας ενδιαφέρει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα μόνο για ένα κομμάτι του βιβλίου;
    «Είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω. Υπάρχει κάτι μέσα μου από το οποίο προσπαθώ επίμονα να ξεφύγω. Είναι η επιθυμία να δείχνω ότι είμαι έξυπνος, η τάση να επιδεικνύω την ανωτερότητά μου. Οταν όμως αφήνω τον εαυτό μου να γράφει αδιαμεσολάβητα αυτά που σκέφτομαι, η αφέλεια και η έλλειψη ευφυΐας αναπόφευκτα παρεισφρέουν στα γραπτά μου. Είσαι απροστάτευτος σε ένα κείμενο που δεν το έχεις επεξεργαστεί για να το γυαλίσεις ή να το ακονίσεις. Μπορείς αν προσπαθήσεις πολύ να γράψεις τα πιο ανόητα πράγματα και να τα κάνεις να μοιάζουν υπέροχα. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της ακαδημαϊκής γραφής. Ο συγγραφέας είναι πολύ προστατευμένος από το είδος της γλώσσας που χρησιμοποιεί. Δεν μπορεί να ρισκάρει».
    Εσείς γιατί επιλέξατε να ρισκάρετε; Θέλατε να προχωρήσετε τη λογοτεχνία ένα βήμα μπροστά;
    «Περισσότερο θα έλεγα ότι προσπάθησα να βγω ένα βήμα έξω από το μονοπάτι που ακολουθούσε. Aυτό επιχειρεί να κάνει κάθε συγγραφέας. Προσπαθείς να κατανοήσεις και να αποτυπώσεις κάτι που αφορά την εποχή σου και αν το κάνεις χρησιμοποιώντας μια παλιά φόρμα καταλήγει και το βιβλίο σου παλιό, αναχρονιστικό. Είναι η υποχρέωση που έχεις ως συγγραφέας να αποδεσμευτείς πρώτα απ’ όλα από το δικό σου ύφος και τον δικό σου τρόπο σκέψης, όπως και από το ύφος της παράδοσης, και ταυτόχρονα να βρεις τον δικό σου δρόμο μέσα στο χάος. Η συγκρότηση του ορίζοντα του κόσμου μας γίνεται βάσει των αντιλήψεών μας για τη ζωή. Πρέπει να τις θέτουμε υπό αμφισβήτηση γιατί πρόκειται για ιδεολογικές απόψεις και όχι για τον κόσμο τον ίδιο. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν γράφεις κείμενα με έντονο πολιτικό προσανατολισμό. Τότε χρειάζεσαι οπωσδήποτε μια νέα προσέγγιση προκειμένου να αναδείξεις μια νέα πτυχή μιας παλιάς ή παγιωμένης κατάστασης».
    Ενα εντυπωσιακό στοιχείο του βιβλίου είναι η ψυχολογική διορατικότητα που επιδεικνύετε. Συνέβη κάτι καθοριστικό που προκάλεσε την αφύπνισή της ή απλώς ανακαλύπτατε τον εαυτό σας καθώς γράφατε;
    «Ολα συμβαίνουν καθώς γράφω. Αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία που βίωσα ως συγγραφέας όταν έγραφα το πρώτο μου βιβλίο γύρω στα 27 μου: εμφανίζονταν πράγματα πάνω στη σελίδα τα οποία δεν είχα σκεφθεί ποτέ πριν, ήταν εντελώς καινούργια για μένα. Οταν απλώς κάθομαι και προσπαθώ να σκεφθώ κάτι, διαπιστώνω ότι δεν είμαι καθόλου καλός στο να σκέφτομαι. Δεν έχω φαντασία, δεν κάνω σκέψεις που έχουν κάποια αξία. Οταν όμως γράφω όλα αλλάζουν. Αυτή είναι η μαγεία της συγγραφής. Αυτό που γράφεις μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από εσένα τον ίδιο γιατί η λογοτεχνία και η φόρμα της διαθέτουν τη δική τους αντικειμενικότητα. Αν ρίξεις τον εαυτό σου πάνω τους, τον βλέπεις να μεταμορφώνεται και να σου γυρίζει πίσω σε μια άλλη μορφή. Είναι ένας τρόπος να δεις τον εαυτό σου σαν να βρίσκεσαι έξω από αυτόν».
    Πιάνετε τον εαυτό σας να παρατηρεί τη ζωή σαν να βρίσκεται εκτός της προκειμένου να τη μεταφέρει αργότερα στο χαρτί και να τη ζήσει μέσα από τη συγγραφή;
    «Δεν παρατηρώ τα πράγματα όταν μου συμβαίνουν. Μόνο όταν γράφω γι’ αυτά μπορώ πραγματικά να δω αυτό που κοίταζα και να το παρατηρήσω. Η γυναίκα μου συνήθιζε να λέει ότι δεν καταλαβαίνω τίποτε αν δεν γράψω γι’ αυτό. Μπορεί να μαλώνουμε και μόνο αν τύχει να προκύψει αργότερα σε ένα κείμενο ο καβγάς μας μπορώ να στοχαστώ και να κατανοήσω γιατί συνέβη. Τα πάντα είναι στη συγγραφή».

    Υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα σε εσάς και στον κόσμο, χρειάζεστε «ωκεανούς μοναξιάς», όπως λέτε, και έχετε μια διάθεση σχεδόν μυστικιστική στον τρόπο που προσπαθείτε να τον κατανοήσετε. Ενας φίλος σας στο δεύτερο βιβλίο σάς χαρακτηρίζει μάλιστα «άγιο». Είναι «Ο αγώνας μου» μια μορφή εξομολόγησης και με τη θρησκευτική έννοια του όρου;
    «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι έχει δίκιο ο φίλος μου. Με ταλανίζουν πολλά υπαρξιακά ερωτήματα διαρκώς και αυτά προσπαθώ να διερευνήσω. Τι σημαίνει να είσαι, τι θα έπρεπε να είμαι; Ολοι βιώνουν αυτού του είδους τα συναισθήματα, κάνουν αυτές τις σκέψεις, απλώς οι περισσότεροι δεν τα διερευνούν. Η θρησκεία είναι ένα μυστήριο για μένα, ιδίως η θρησκευτική έκσταση και όλα τα συναισθήματα που δεν μου φανερώνονται. Δεν έχω θρησκευτικές εμπειρίες, δεν συνδέομαι με κάποια ανώτερη δύναμη, αλλά με ενδιαφέρουν πάρα πολύ αυτές οι περιοχές της ζωής. Νομίζω ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή και ασήμαντη και αναλωνόμαστε στον μικρόκοσμό μας. Δεν υπάρχει πλέον παράδεισος που να μας υπερβαίνει, εγώ όμως ενδιαφέρομαι πολύ για αυτόν τον χαμένο παράδεισο».
    Είναι διάχυτη στο βιβλίο σας η νοσταλγία για την εποχή όπου το θείο ή, αν θέλετε, «εκείνο που δεν μας «μιλάει», το αδιανόητο» συνδεόταν αν όχι με τον τρόπο ζωής, σίγουρα με την τέχνη. Είστε έξω από τα νερά σας στην εποχή μας;
    «Αυτό είναι και δεν είναι αλήθεια. Αισθάνομαι νοσταλγία. Δεν αφορά όμως το πρόσφατο παρελθόν αλλά το πιο μακρινό. Νιώθω μια ατέλειωτη νοσταλγία. Δεν ξέρω γιατί. Δεν λαχταρώ το μέλλον, λαχταρώ μόνο το παρελθόν».
    Μετανιώνετε για την έκθεση, το απόλυτο ξεγύμνωμα της προσωπικής σας ζωής;
    «Οχι, δεν το μετανιώνω. Η έκθεση είναι κάτι το οποίο δεν με αφορά, είναι έξω από μένα. Εγώ νιώθω ότι κανείς δεν ξέρει τίποτα για μένα και όταν βγαίνω στον κόσμο και αντιλαμβάνομαι ότι συμβαίνει το αντίθετο, το ξεχνάω ή πιο σωστά αρνούμαι ότι συμβαίνει».

    Δεν σας απασχόλησε καθόλου η ηθική ευθύνη που είχατε απέναντι στα συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα για τα οποία γράφατε; Στην ουσία ήταν ανυπεράσπιστα απέναντι στα γραπτά σας.
    «Οταν έγραφα δεν είχα επίγνωση των συνεπειών που θα είχε το βιβλίο μου. Οταν το έδωσα σε ανθρώπους για τους οποίους είχα γράψει, από τις αντιδράσεις τους κατάλαβα ότι τα κείμενά μου τους πλήγωσαν, ενδεχομένως να τους έβλαψαν κιόλας. Τότε άρχισε να με απασχολεί το ζήτημα της ηθικής ευθύνης. Ωστόσο, οι άνθρωποι οι οποίοι εκθέτω αποκαλύπτοντας μυστικά τους στο πρώτο βιβλίο είναι ο πατέρας μου και η γιαγιά μου. Είναι και οι δυο τους νεκροί, οπότε δεν μπορούν να μου το απαγορεύσουν αλλά ούτε και να επηρεαστούν από όσα γράφω. Οσον αφορά τους υπολοίπους, δεν περιγράφω αποκρουστικές πράξεις τους, απλώς εκφράζω ορισμένες απόψεις μου για αυτούς. Ορισμένοι μπορεί να πληγώθηκαν αλλά δεν συνετρίβησαν. Δεν ισοπέδωσα τον κόσμο τους».
    Πώς θυμόσασταν όμως το παρελθόν που ισχυριζόσασταν ότι συνέβη, και μάλιστα με τόσες λεπτομέρειες, από τη στιγμή που δεν έχετε κρατήσει ημερολόγια για να τα συμβουλευτείτε;
    «Γράφω για το πώς θυμάμαι εγώ τα πράγματα. Ακόμη και όταν άνθρωποι που συμμετείχαν τα γεγονότα έλεγαν: «Οχι, δεν συνέβησαν έτσι τα πράγματα», δεν άλλαξα τη δική μου εκδοχή στο βιβλίο γιατί ήταν η μνήμη καθαυτή που με ενδιέφερε και όχι τα ίδια τα γεγονότα. Αυτό είναι ένα βιβλίο για ό,τι απέμεινε από το παρελθόν στη μνήμη και στην ψυχή ενός ανθρώπου».

    Αποσπάσματα από το βιβλίο


    «Για την καρδιά τα πράγματα είναι απλά: χτυπάει όσο μπορεί. Μετά σταματάει. Αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή, αυτή η παλμική κίνηση παύει από μόνη της και το αίμα αρχίζει να τρέχει προς το χαμηλότερο σημείο του σώματος, όπου μαζεύεται σε μια μικρή λιμνούλα, εξωτερικά ίδια με μια σκουρωπή μελανιά στο δέρμα που γίνεται όλο και πιο λευκό, ενώ η θερμοκρασία πέφτει, τα μέλη κοκαλώνουν και τα έντερα αδειάζουν. Οι μεταβολές αυτών των πρώτων ωρών συμβαίνουν τόσο αργά και εκτελούνται με τόση σιγουριά που αποκτούν, θαρρείς, έναν τελετουργικό χαρακτήρα, σαν να παραδίνεται η ζωή σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες, ένα είδος «συμφωνίας κυρίων», το οποίο αναγνωρίζουν και οι εκπρόσωποι του θανάτου, καθότι πάντα περιμένουν να αποχωρήσει η ζωή πριν αρχίσουν την εισβολή τους στην καινούργια περιοχή που πάνε να κατακτήσουν».
    «Καθαρίζω το πάτωμα, πλένω ρούχα, μαγειρεύω, πλένω πιάτα, ψωνίζω, παίζω με τα παιδιά στην παιδική χαρά, τα φέρνω σπίτι και τους βγάζω τα ρούχα, τα κάνω μπάνιο, τα προσέχω μέχρι να πάνε για ύπνο, τα βάζω για ύπνο, κρεμάω τα ρούχα να στεγνώσουν, διπλώνω τα ρούχα και τα βάζω στα συρτάρια, σκουπίζω, καθαρίζω το τραπέζι, τις καρέκλες, τα συρτάρια. Είναι ένας αγώνας και, παρ’ όλο που δεν έχει τίποτα ηρωικό, ο αντίπαλος είναι δυνατότερος, γιατί άσχετα με το πόσες δουλειές κάνω στο σπίτι, τα δωμάτια είναι μες στην ακαταστασία και στη βρομιά και τα παιδιά, που τα φροντίζουμε κάθε λεπτό του χρόνου όσο είναι ξύπνια, είναι πιο βρόμικα από άλλα παιδιά που έχω δει μέχρι τώρα στη ζωή μου, κάπου κάπου είναι σωστό τρελοκομείο εδώ, ίσως επειδή δεν είχαμε ποτέ την απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στην απόσταση και την εγγύτητα, που είναι πιο σημαντική όσο περισσότερο ταμπεραμέντο υπάρχει».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk