Ας πάμε τον χρόνο πίσω στο 1985. Ο Νίκος Πορτοκάλογλου (στίχοι, μουσική, ερμηνεία) υπογράφει το κομμάτι «Υπάρχει λόγος σοβαρός» και γράφει για «φοιτητάκια της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά», άποψη και πολλών άλλων ακόμη. Αλλωστε πάντα οι φοιτητές, είτε για τους αριστερούς πρόκειται είτε για τους δεξιούς, κάνουν ό,τι κάνουν με τα λεφτά του μπαμπά ή της μαμάς ή της γιαγιάς στην καλύτερη. Το τραγούδι τα έχωνε και συνεχίζει να τα χώνει σε μια μεγάλη και σημαντική μερίδα του κοινωνικού ιστού που αποτελεί την αιχμή του δόρατος για ό,τι νέο και ριζοσπαστικό έρχεται στην κοινωνία. Απολιτίκ θέση σε μια Ελλάδα που τότε είχε εξέλθει από τη χούντα μόλις μετά έντεκα χρόνια. Νωπές οι μνήμες των αγώνων αλλά: «Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία / της Μεταπολίτευσης καημένη γενιά / άχρωμα όλα και λειψά, γι’ αυτό σου λέω / Υπάρχει λόγος σοβαρός που ήμουν νέος χλιαρός». Δικαίωμά του να είναι «νέος χλιαρός». Δικαίωμά του να προσεγγίζει τον κόσμο, την κοινωνία, μέσα από το προσωπικό του πρίσμα, να είναι «χλιαρός», ερωτικός, ευαίσθητος ή όπως θέλει κανείς να τον χαρακτηρίσει. Αλλά δεν θα του επιβάλουμε εμείς τι θα είναι.
Εκεί, στο μακρινό 1985, τα social media δεν υπήρχαν και, αν εξαιρέσει κανείς τις καλλιτεχνικές στήλες των εφημερίδων, η όποια άλλη κριτική γινόταν σε επίπεδο παρέας. Τριάντα χρόνια μετά τα social media είναι παρόντα, δυνατά, έχουν λόγο, άποψη και γνώμη. Μπορούν να σε αποθεώσουν ή να σε ρίξουν στον «τάκο», να αρχίσουν από κάτω τα like ή τα μηνύματα, και μετά τρέχα να μαζέψεις τα ασυμμάζευτα. Θα μου πείτε, έτσι λειτουργεί η Δημοκρατία. Κατ’ αρχάς δεν θα διαφωνήσω, αλλά εδώ υπάρχει μια λεπτή διαφορά με αφορμή τον «σάλο» που ξέσπασε στο Διαδίκτυο για το νέο τραγούδι του Νίκου Πορτοκάλογλου «Θα περάσει κι αυτό».
Ενας σάλος που αγγίζει τα όρια της λογοκρισίας. Επειδή δεν κρίθηκε αυτό καθαυτό το κομμάτι, είτε κοινωνικά – πολιτικά είτε καλλιτεχνικά, αλλά ουσιαστικά με τον δείκτη προτεταμένο να του υποδεικνύεται τι πρέπει να γράψει και τι όχι. Ξαφνικά τα τελευταία χρόνια ανακαλύφθηκε το… αριστερόμετρο. Ποιος είναι περισσότερο και ποιος λιγότερο αριστερός. Ποιος τα χώνει και τα βάζει με όλους και ποιος όχι. Αλλά ποια είναι η σταθερά του… αριστερόμετρου; Υπάρχει, δηλαδή, κάποια μονάδα μέτρησης που ορίζει τον αριστερό; Δεν νομίζω. Οπως, από την άλλη, δεν θεωρώ ότι το «Θα περάσει κι αυτό» αποτελεί τραγούδι-τομή στην πολιτική – κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα του Μνημονίου.
Το συγκεκριμένο τραγούδι κατηγορείται ότι υποστηρίζει τη ρήση του Θόδωρου Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε» και συγκεκριμένα σε αυτό το σημείο: «Είναι η πόλη μου καμένη, είναι η χώρα μου μισή / νικητές και νικημένοι, όλοι χάσαμε μαζί. / Θα περάσει κι αυτό, θα περάσει η ζωή / θα περάσεις κι εσύ, θα περάσω κι εγώ». Σαφώς και η ήττα δεν μοιράζεται με τα ίδια ποσοστά ανάμεσα σε νικητές και νικημένους. Τουλάχιστον αυτό έχει δείξει η πρόσφατη ελληνική ιστορία από το 1944 και μετά. Σαφώς και δεν χάνουμε όλοι μαζί και δεν χάνουμε με τον ίδιο τρόπο. Αλλά αυτό, αν θέλετε, είναι πολιτική θέση του δημιουργού. Οπως και ότι θα περάσει. Σαφώς και θα περάσει. Τι θα έχει αφήσει όμως πίσω του…
Ο Νίκος Πορτοκάλογλου υπέστη αυτό το bullying επειδή δεν ήταν τόσο αριστερός όσο θα ήθελε μια μεγάλη μερίδα ακροατών του. Από την άλλη, όμως, για να ακολουθήσουμε το αριστερόμετρο, τον Οκτώβρη του 2014 είχε βάλει την υπογραφή του μαζί με άλλους 57 σε μανιφέστο σε μια προσπάθεια ανασυγκρότησης του χώρου της Κεντροαριστεράς μέσα από τη δημιουργία ενός πολιτικού φορέα. Αρα, κεντροαριστερός, άρα το «Θα περάσει κι αυτό» είναι πιστό στην ιδεολογία του. Ο ίδιος εξάλλου συνόδευε στο YouTube το τραγούδι του γράφοντας: «Αφιερωμένο από καρδιάς σε όλους μας με την ευχή να θυμόμαστε πιο συχνά ότι και “εμείς” και οι “άλλοι” είμαστε όλοι ταξιδιώτες στο ίδιο καράβι… Καλό καλοκαίρι. Ν.Π.».
Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα… περάσει κι αυτό. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Και τελικά πέρα από το διαδικτυακό bullying διαδικτυακά θα το κρίνει το κοινό. Αν και η όλη ιστορία θα ξεχαστεί τόσο γρήγορα όσο ανέβηκε από τα social media.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



