Αμλετ

Η συγχρονική εκδοχή ενός θεατρικού έργου, στη μετάφραση, στα κοστούμια και στη σκηνογραφία, παρεμβατική στην πρωτότυπη γνησιότητά του

Αμλετ | tovima.gr
Η συγχρονική εκδοχή ενός θεατρικού έργου, στη μετάφραση, στα κοστούμια και στη σκηνογραφία, παρεμβατική στην πρωτότυπη γνησιότητά του, δικαιολογείται υπό όρους. Επιτρέπεται κάθε φορά που η ουσία του δράματος διατρέχει τις Εποχές ώστε να συναντηθεί με διερωτήματα και άγχη ιδιαίτερα ανθεκτικά. Ενα τέτοιο έργο δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν αιώνα ή σε έναν τόπο. Αρκεί βέβαια να ξέρεις – «από εμπειρία και γνώση» – «πώς» θα εκσυγχρονίσεις τη μορφή του για να αναδείξεις τη διακαιρικότητα και τη διατοπικότητά του.
Το να εκδικείσαι τη δολοφονία του πατέρα-βασιλιά έχει άραγε μια τέτοια ισχύ; Μας αφορά ακόμη και σήμερα; Και να αναθέτεις στη ζωή σου όλη αυτή την αποστολή; «Να είσαι ή να μην είσαι;», τι σημαίνουν όλα αυτά;
Η καταφυγή στην τρέλα δείχνει να είναι η διαχρονική, η συσσωματωμένη μάσκα, για να ειπωθούν οι καίριες αντιρρήσεις για το πώς υπάρχουμε στον κόσμο. Και έρχεται εδώ η Οφηλία να ενσαρκώσει την επιλογή, με μια παράκρουση ακόμη πιο ανόθευτη από εκείνη του Αμλετ. Αρτιώνεται έτσι η θέση ότι από εμάς τους δύο, από τον Αμλετ και εμένα, η αλήθεια μπορεί να διαφανεί.
Αυτά τα βράδια στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και μέσα σε μια μουσική θανάτου μια μεταφραστική επίδοση συναντάται με μια εφευρετικότατη σκηνοθεσία και σκηνογραφία. Η σχεδόν γλυπτική εικόνα, επιτήδειας λιτότητας – όλοι οι Καιροί και οι Τόποι στο ίδιο μονόχωρο σπίτι συγκατοικούν. Και παρέχουν στον Λόγο την πρωταρχία που επιβάλλεται.
Το σχήμα ενεργοποιείται από μια πλειάδα υποκριτών όπου το έξοχο ταλέντο του καθενός αναδεικνύει εκείνο του άλλου. Οι δύο κυρίως παραστασιοποιούν ρόλους αντιτιθέμενους. Η μία, η κυρία Αμαλία Μουτούση, με απέριττες αργές – la silhouette hésitante – κινήσεις και με φωνή αντίστοιχης επιτήδειας φαυλότητας, σωματοποιεί τον παρακείμενο κρατικό θεσμό. Και η άλλη, η κυρία Αλκηστις Πουλοπούλου, με ένα σπαστικό ιδίωμα που προαναγγέλλει ύστερη την αντιρρητική ψυχοπάθεια – le corps enfin liberé -, παρέχει στον υπέροχο Χρήστο Λούλη (le narrateur des siècles et des lieux) τη δυνατότητα να διερωτάται, άλλοτε λογικά και άλλοτε παραλογικά, για το «ποιος είναι και ποιος δεν είναι».
Ενα τέτοιο σκηνοθετικό επίτευγμα υποστηριγμένο από τα κοστούμια της Εύας Μανιδάκη διεθνοποιεί, ακόμη μία φορά, τη συνολική επίδοση του Γιάννη Χουβαρδά. Οπου το βάθος της προσωπικής του καλλιέργειας δείχνει πόσο η τελευταία είναι απαραίτητη για να αποδοθεί το δράμα. Και η μετάφραση; Εδώ η αισθητική διακλαδικότητα του Διονύση Καψάλη δείχνει στην έξοχη γραφή της πόσο η γενική παιδεία παραμονεύει μήπως και δεν γίνουν σεβαστά ο ρυθμός και το πνεύμα του δραματουργού. Καμιά φορά μάλιστα, όλοι το ξέρουμε αυτό, επειδή ένα έργο τέχνης ούτε μέσα στην παράδοσή του δεν τελειώνει, η πλαστική μετάφραση αυτοαδειοδοτείται για να παρεκτείνει ό,τι ίσως και ο συγγραφέας θα δεχόταν. Αυτά.
Ο κ. Γιάννης Μεταξάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk