Γιατί ακόμα δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις?

Έχω ήδη σχολιάσει θετικά το άρθρο των ακαδημαϊκών κκ Αποστόλη Φιλιππόπουλου και Γιώργου Οικονομίδη με τίτλο «Ακόμη δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις», που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 23/09/2014.

Γιατί ακόμα δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις? | tovima.gr

Έχω ήδη σχολιάσει θετικά το άρθρο των ακαδημαϊκών κκ Αποστόλη Φιλιππόπουλου και Γιώργου Οικονομίδη με τίτλο «Ακόμη δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις», που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 23/09/2014. Επιθυμώ, όμως, ξεφεύγοντας από τα μακροοικονομικά πλαίσια, να θέσω ένα πρακτικό ερώτημα – ελπίζω να είναι από τα σωστά – το οποίο εντάσσεται στην σφαίρα άλλων επιστημών και είναι το γιατί δεν έχουμε ακόμα θέσει τις σωστές ερωτήσεις;

Είμαι από αυτούς που πρεσβεύουν ότι το πρόβλημα της Ελλάδας ουσιαστικά δεν είναι οικονομικό, αλλά βαθύτατα κοινωνικό και πολιτικό. Το οικονομικό πρόβλημα το οποίο βγήκε στην επιφάνεια με αφορμή την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου, που είναι ορατή. Έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα και χωρίς την παγκόσμια κρίση του ‘08, το οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας θα αποκαλυπτόταν σε όλη του την έκταση με κάποια άλλη ευκαιρία. Μία χώρα που καταναλώνει περισσότερο απ’ όσα παράγει είναι καταδικασμένη να οδηγηθεί σε πτώχευση. Το ερώτημα, λοιπόν, που θέλω να θέσω είναι το γιατί φτάσαμε ως εδώ, επιχειρώντας μια απλή, ιστορική – κοινωνική προσέγγιση.

Το νεότερο ελληνικό κράτος, για διάφορους ιστορικούς λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναφέρουμε, από της ιδρύσεώς του – πριν από περίπου 185 χρόνια – δεν γνώριζε αλλά ούτε και έχει μάθει ακόμα πως να είναι ανταγωνιστικό. Επί δύο περίπου αιώνες ασχολούμαστε με το πώς γράφεται η λέξη «ανταγωνιστικότητα», το «γω» με ωμέγα ή με όμικρον, και τελικά βλέποντας το δέντρο χάσαμε το δάσος. Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας, μετρημένη με συγκεκριμένα κριτήρια, είναι πολύ χαμηλή.

Το θέμα του γιατί δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις, αποτελεί φαύλο κύκλο. Δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις γιατί δεν γνωρίζουμε πως να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα. Και δεν γνωρίζουμε πως να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα γιατί δεν έχουμε μάθει να προγραμματίζουμε. Ούτε το Ελληνικό κράτος, ούτε οι Ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά ούτε και οι Έλληνες πολίτες γνωρίζουν πώς να προγραμματίζουν. Είμαστε ένας λαός ή του ύψους ή του βάθους. Στο παρελθόν έχουμε κερδίσει κάποιες μάχες με «αέρα» και με «γιούργια». Αν «τους πάρουμε φαλάγγι», μπορεί να τους κερδίσουμε. Αν όμως μας πάρουν αυτοί, τότε μπορεί να πάθουμε πανωλεθρία. Ο καλός στρατηγός δεν είναι αυτός που επιτυγχάνει «πύρρειο νίκη», που κερδίζει μεν αλλά με τεράστιες απώλειες. Κατά την γνώμη μας ο καλός στρατηγός είναι αυτός που γνωρίζει πότε και πως να υποχωρήσει, με τις ελάχιστες απώλειες, χάνοντας προσωρινά μια μάχη, αλλά επανέρχεται τροποποιώντας την στρατηγική ή και τακτικές του, αναλόγως των συνθηκών. Καλός στρατηγός – με την έννοια της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας – είναι αυτός ο οποίος δεν γίνεται ήρωας θυσιάζοντας την ζωή όλων, αλλά αυτός που γνωρίζει πότε και πως να ελίσσεται. Δεν υπάρχουν μόνο στρατηγικές και τακτικές επίθεσης, αλλά και άμυνας.

Όλα τα παραπάνω, όμως, προϋποθέτουν σχέδιο, δηλαδή προγραμματισμό. Και ένα πρόγραμμα περιλαμβάνει – αρχής γενομένης από το Όραμα που είναι το φωτεινό αστέρι που σε καθοδηγεί – τους Στόχους, την Στρατηγική και τις Τακτικές. Το γεγονός ότι χάσαμε ως χώρα το τρένο της βιομηχανικής επανάστασης, είχε ως συνέπεια να μην μάθουμε να προγραμματίζουμε και να τα κάνουμε όλα την τελευταία στιγμή. Διότι περάσαμε κατευθείαν από το Ησιοδικό άροτρο, δηλαδή από την φεουδαρχία, στην τούρμπο-μετανεωτερικότητα. Είναι γεγονός ότι σε αυτό διαθέτουμε ταλέντο ως λαός, δηλαδή παρόλο που δεν προγραμματίζουμε, είμαστε πολύ αποτελεσματικοί αντιδρώντας την τελευταία στιγμή. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004, όπου τα περισσότερα έργα έγιναν κυριολεκτικά στο «παρά πέντε», ενώ οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι έχουν μάθει να προγραμματίζουν, κόντεψαν να πάθουν εγκεφαλικό βλέποντας την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών να πλησιάζει και τα έργα να παραμένουν ανολοκλήρωτα.

Ο αείμνηστος, πρώην πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Θεόδωρος Καρατζάς, αναφερόμενος πριν από 20 χρόνια στις παθογένειες της Ελληνικής οικονομίας, είχε πει οτι το Ελληνικό κράτος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις τρέχουσες ανάγκες διότι «δεν έχει παραστάσεις για το σύγχρονο και δεν έχει φαντασία για το μέλλον». Σε έρευνα του World Economic Forum , με θέμα την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες, αποδείχθηκε ότι η χώρα μας υστερεί. Σύμφωνα με την έρευνα ο βασικός λόγος υστέρησης φαίνεται πως είναι «η αδυναμία της Ελλάδας στο μικροοικονομικό επιχειρηματικό πεδίο και ιδιαιτέρως στις ικανότητες, διαδικασίες και στρατηγικές των ελληνικών επιχειρήσεων».

Σε σχετικά πιο πρόσφατη έκδοση του Συλλόγου Ελλήνων αποφοίτων του London Business School σε συνεργασία με την εταιρία συμβούλων επιχειρήσεων Kantor, συμπεραίνεται ότι «προϋπόθεση για την ενίσχυση της συνολικής ανταγωνιστικότητας της χώρας είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων και δυσκολιών στο επίπεδο των εταιρικών λειτουργιών και στρατηγικής, αλλά και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η χώρα μας δεν είχε σχεδόν ποτέ ένα πλάνο πορείας, ούτε ακόμα και τώρα που βουλιάζει στην κρίση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι περισσότεροι Έλληνες δεν προγραμματίζουν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων βαδίζουν χωρίς ένα υποτυπώδες επιχειρηματικό σχέδιο. Αυτό συμβαίνει επειδή στην χώρα μας δεν έχουμε την κουλτούρα του προγραμματισμού και του σχεδιασμού. Ούτε στην πρωτοβάθμια, ούτε στην δευτεροβάθμια αλλά ούτε και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μαθαίνουμε να προγραμματίζουμε. Βεβαίως το πρόβλημα είναι γενικότερο και όχι μόνο θέμα εκπαίδευσης. Είναι θέμα κουλτούρας. Και η εκπαίδευση περιλαμβάνεται στην κουλτούρα. Το γεγονός ότι δεν έχουμε ένα σταθερό και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα, οφείλεται στο ότι δεν έχουμε κουλτούρα εκπαίδευσης, και όχι το αντίθετο. Με άλλα λόγια, το ότι δεν έχουμε κουλτούρα εκπαίδευσης δεν οφείλεται στο ότι έχουμε αναποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά έχουμε ένα τέτοιο σύστημα επειδή δεν έχουμε κουλτούρα εκπαίδευσης.

Η χώρα μας δεν έχει στρατηγικό πλάνο γιατί δεν γνωρίζει να κάνει τις σωστές ερωτήσεις. Και δεν γνωρίζει να κάνει τις σωστές ερωτήσεις γιατί ο Στρατηγικός Σχεδιασμός, τον οποίο οι «κουτόφραγκοι» εφαρμόζουν εδώ και πάνω από έναν αιώνα, δεν είναι μέσα στα πλάνα της. Προσφυής η ρήση «κανείς δεν προγραμματίζει να αποτύχει, απλά οι περισσότεροι αποτυγχάνουν στον προγραμματισμό». Για την χώρα μας, όμως, δεν ισχύει ούτε καν αυτό. Απλά η Ελλάδα δεν σχεδιάζει και δεν προγραμματίζει. Γιατί δεν γνωρίζει πως να το κάνει και δεν έχει συνηθίσει να το κάνει. Για να κάνεις πλάνο, δηλαδή για να θέσεις τους σωστούς Στόχους, να προσδιορίσεις την κατάλληλη Στρατηγική και τις αποτελεσματικότερες Τακτικές, σημαίνει ότι έχεις θέσει τις σωστές ερωτήσεις. Αν δεν έχεις μάθει να θέτεις καν ερωτήσεις, αυτό έχει σαν συνέπειά να μην κάνεις καθόλου πλάνο. Αν δεν έχεις θέσει τις σωστές ερωτήσεις τότε πιθανά το πλάνο σου να αποδειχθεί εσφαλμένο. Στη περίπτωση της Ελλάδας, πολύ φοβούμαι ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε θέσει τις σωστές ερωτήσεις, αλλά είναι πολύ σοβαρότερο: ότι δεν θέτουμε καν ερωτήσεις γατί δεν έχουμε μάθει να προγραμματίζουμε.

* Ο Πλάτων Θωμάς είναι Σύμβουλος Επιχειρήσεων σε θέματα Μάρκετινγκ, Πιστοποιημένος Εκπαιδευτής και Συγγραφέας

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk