Γιώργος Λούκος: Σίγουρα είμαι εστέτ

Γνωρίζει να χειρίζεται ευγενέστατα καλλιτέχνες και φιλοθεάμον ημεδαπό όπως και αλλοδαπό κοινό, να διαπραγματεύεται επιτυχώς με κρατικές υπηρεσίες, με αξιωματούχους των Βρυξελλών, με μέγιστα καλλιτεχνικά σχήματα, να διευθύνει συγχρόνως με το ελληνικό φεστιβάλ και εκείνο του χορού της Οπερας της Λυών, να συνταυτίζεται με ομογενείς, να συγκινείται βαθύτατα από τα ελάχιστα και από τα ανομολόγητα, να αγαπά και να αγαπιέται, να κρατά και τις αποστάσεις και τις σιωπές του καθόσον εσωστρεφής, παρότι κοινωνικότατος, να αντιμετωπίζει κακοδαιμονίες και κακοτοπιές, φίλους και εχθρούς, κι αυτός δεν είναι άλλος από τον πρόεδρο και καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, προσωπικότητα διεθνούς κύρους και με τίτλους τιμής από το γαλλικό κράτος, Γιώργο Λούκο.
Ο Γιώργος Λούκος είναι ένας άνθρωπος οξύνους, με χιούμορ, bon vivant αλλά και σκληρά εργαζόμενος, που βρίσκεται διαρκώς από το ένα σημείο του πλανήτη στο άλλο και που πάντα, καθώς τον κοίταζα στο προαύλιο του φεστιβάλ προτού ανταλλάξουμε την πρώτη χειραψία, αναρωτιόμουν «ποιος να είναι ο άλλος Λούκος;». Στη συνάντησή μας, στο γραφείο του, ο κύριος με τα μελιά μάτια και το πλατύ χαμόγελο άνοιξε μια αγκαλιά, φιλόξενη και θερμή, κι έπεσα μέσα.
Κύριε Λούκο, πριν λίγες μέρες, στις 5 Ιουνίου, γιόρταζε ο Απόλλωνας, η Σελήνη, γιόρταζε το φως. Ονοματίζοντας τον Απόλλωνα, τι εικόνα έρχεται στον νου σας; «Οι Δελφοί… η Δήλος, στην οποία έχω χρόνια να πάω… Στους Δελφούς, πρόπερσι, κάναμε μια παράσταση με ηθοποιούς, για να ανοίξουμε το θέατρο. Μαγευτικός χώρος. Ενιωσα συγκλονισμένος, όπως όταν με πήγε ο Σταύρος Μπένος (σ.σ.: πρόεδρος του σωματείου «Διάζωμα») να δούμε κάποια αρχαία θέατρα, Οινιάδες, Νικόπολη, Κασσώπη, Δωδώνη, στην οποία είχα να πάω από παιδάκι. Τρελάθηκα… Αλλά και οι βυζαντινές εκκλησίες της περιοχής μού άρεσαν πολύ· παντρεύονται θαυμάσια με τις αρχαιότητες».

Τι σας ενδιαφέρει στις εκκλησίες; «Η ιστορία και η αισθητική τους».

Είναι χώροι αναξιοποίητοι όσοι αναφέρετε. Το φεστιβάλ μπορεί να εκμεταλλευτεί κάποιους; «Ρομαντική προσέγγιση, αλλά τα προβλήματα είναι λιγότερο ποιητικά. Χρειάζεται τεχνική υποδομή, που είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, χρειάζονται τεχνίτες, ταξιθέτριες, ξενοδοχεία, ναύλα, χρειάζονται, με άλλα λόγια, πάρα πολλά χρήματα. Τώρα, θα γίνει μια τουρνέ σε 26 θέατρα με τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» με τον Δήμο Αβδελιώδη και την Ολια Λαζαρίδου, αλλά υπάρχουν άλλα εκατό που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, σε συνεργασία με το «Διάζωμα»».

Και τότε, τι θα γινόταν η Επίδαυρος; «Και γιατί μόνον η Επίδαυρος; Ας κάνουμε δύο παραστάσεις στην Επίδαυρο, δύο στο Δίον, στη Δωδώνη και όπου αλλού, για να τις απολαμβάνουν οι πάντες, σε όλη την Ελλάδα. Παλιά, οι παραγωγές της Επιδαύρου, που τις πλήρωνε – φυσικά – το Δημόσιο, περιόδευαν εκτός δημόσιων χώρων και οι εργαζόμενοι εισέπρατταν τα λεφτά. Το ιδανικό, όμως, θα ήταν την όποια περιοδεία να την κάνει το Δημόσιο και από τα εισιτήρια να παίρνει ένα ποσοστό, αφού είναι ο μόνος παραγωγός. Αυτό δεν έγινε ποτέ».

Παρακολουθούν πολιτικοί το φεστιβάλ; «Λιγότερο από όσο θα έπρεπε και θα ήθελα. Εχουν έρθει όλοι οι υπουργοί Πολιτισμού, μία φορά στην Πειραιώς, μία στην Επίδαυρο…».

Σας βλέπουμε πάντα πρόσχαρο, εξαιρετικό οικοδεσπότη. Ετσι είστε πάντα; «Στην Πειραιώς με βλέπετε έτσι, επειδή βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους πανευτυχείς που ξαναβρίσκουν τον χώρο, που μου εύχονται, μου σφίγγουν το χέρι… Μια συμπεριφορά διαφορετική από αυτήν που αντικρίζουμε σε πιο αστικούς και επίσημους τόπους. Μοιάζει σαν να είμαστε συμμαθητές. Είναι και η επιστροφή στη χώρα που με χαροποιεί και η σχέση μαζί της που, εξαιτίας του φεστιβάλ, άλλαξε. Ομως, δεν είμαι πάντα έτσι. Ούτε στην Αμερική ούτε αλλού. Εδώ μου αρέσει πολύ, επειδή ανακαλύπτω επιπλέον και την Ελλάδα, γιατί έφυγα στα δεκαεπτά μου και δεν την ξέρω καλά. Δεν έχω πάει στην Πάτμο, στο Πήλιο, στα Μετέωρα και σε τόσους άλλους τόπους… Δεν έχω προλάβει».

Νιώθετε τουρίστας; «Οχι, καθόλου».

Στο εξωτερικό, βρίσκεστε με Ελληνες; «Βεβαίως! Και σε ορισμένα μέρη έχω μια δυνατή σχέση μαζί τους, αφού κι εγώ είμαι του απόδημου ελληνισμού. Του χρόνου θα κάνω μια τουρνέ στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, όπου έχω πάει επανειλημμένα, και το πρώτο που σκέπτομαι δεν είναι ούτε τι θα παίξουμε ούτε τι λεφτά θα βγάλουμε· είναι ότι θα δω τους Ελληνες!».

Γιατί; Τι συμβαίνει τότε; «Συγκινούμαι. Και το πιο συγκινητικό μού συνέβη στο Ουέλινγκτον, στη Νέα Ζηλανδία. Επαιρνα πρωινό, και έρχεται ένα γκρουπάκι και μου λέει: «Καλημέρα σας, είμαστε Ελληνες, δεν έχουμε πάει ποτέ στην Ελλάδα, ούτε οι γονείς μας έχουν πάει ποτέ, οι παππούδες μας ήρθαν από το Καστελόριζο, το 1904, με τους σεισμούς». Και με πήραν και με πήγαν στη γειτονιά τους και εκεί τα παιδάκια, που ήταν τέταρτης γενιάς, μιλούσαν τέλεια ελληνικά και τραγουδούσαν και έλεγαν ποιήματα… και πολλά παρόμοια θα μπορούσα να σας πω».

Οι Ελληνες, παντού… «Παντού! Και έχουν μια σχέση με την Ελλάδα, που δεν είναι μόνο νοσταλγίας. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον λογοτεχνικά, ιστορικά, αισθητικά το τι έχουν κρατήσει. Ορισμένοι λαοί κρατούν έντονα τη σχέση με τη χώρα τους, ίσως επειδή είναι μικροί, με παράδοση στη μετανάστευση. Το ίδιο συμβαίνει με τους Ιταλούς. Ενώ Γάλλοι που ζουν στον Καναδά, έπειτα από 20-30 χρόνια, ξεχνάνε ότι είναι Γάλλοι».

Είστε εστέτ; «Εστέτ είμαι σίγουρα. Με εντυπωσιάζει πολύ το τι βλέπω. Σήμερα το πρωί βρέθηκα στου Ψυρρή, πολύ συμπαθητική γειτονιά, με καφενεία και ταβέρνες, είχαν βγάλει έξω τις καρέκλες και τις έπλεναν· μου άρεσε».
Πού γεννηθήκατε; «Στην Αθήνα. Τελείωσα τη Λεόντειο, γι’ αυτό πήγα στη Γαλλία, αμέσως. Με τους αποφοίτους του σχολείου συναντιόμαστε κάποιες φορές και θα συναντηθούμε ξανά σε λίγες ημέρες».

Υστερα από τόσα χρόνια, ενοχλείστε ή νιώθετε ευχάριστα βλέποντας παλιούς συμμαθητές σας; «Ευχάριστα· γιατί όχι;».

Σκέφτεστε πόσο άλλαξαν και αλλάξατε;
«Επειδή είμαι σε συνεχή κίνηση, τρεις-τέσσερις φορές τον χρόνο στην Αμερική, στις Βρυξέλλες κάθε μήνα, στο Παρίσι πάντα τα Σαββατοκύριακα και στη Λυών κάνω πρόβες μέσα στην εβδομάδα, βλέπω συνέχεια ανθρώπους που δεν έχω δει καιρό· οπότε δεν σκέφτομαι πόσο αλλάξαμε».

Οταν κοιτάτε τον εαυτό σας στον καθρέφτη; «Δεν θυμάμαι πώς ήταν ο Λούκος πριν από 30 χρόνια, γιατί τα τελευταία τον βλέπω όπως είναι τώρα. Ισως οι άνδρες έχουν λιγότερη σχέση με την εικόνα τους. Με το σώμα τους έχουν περισσότερη. Πιο πολύ σκέφτομαι ότι πάχυνα, κάτι που πάντα συμβαίνει όταν έρχομαι στην Ελλάδα, γιατί βγαίνουμε παρέα με τους ηθοποιούς, τρώμε, πίνουμε, μιλάμε…».

Πολλές μικρές καθημερινές οικογένειες; «Ακριβώς!».

Με τη ζεστασιά τους; «Πάνω από όλα!».

Εχετε αδυναμία στις γεύσεις. Ποιο είναι το αγαπημένο σας γαλλικό πιάτο;
«Μου αρέσει πάρα πολύ το φαγητό στη Γαλλία, αλλά επειδή ζω εκεί τόσα χρόνια, πηγαίνω μονίμως στα ίδια εστιατόρια. Βαριέμαι να ψάχνω. Στο Poule au Pot παραγγέλνω κοτόπουλο με μανιτάρια, στο Gigot αρνίσιο μπουτάκι ή πάπια… Α, ναι, κι εκεί, δεν παχαίνω!».

Λείπει η καλή παρέα, φαίνεται… Και στην Αθήνα; «Πηγαίνω σε εστιατόρια με ψάρια. Και στην Καισαριανή, που την ανακάλυψα όταν ήρθε για πρώτη φορά η Αριάν Μνουσκίν. Είχα κάνει μια δραματουργική προετοιμασία για να την πείσω να έρθει. Δεν ήθελε, επειδή την είχαν κλείσει ξανά δύο χρόνια πριν, είχαν ακυρώσει την παράσταση, αλλά είχαν ξεχάσει να της το πουν! Τελικά, μέσω της Μαγκί Μαρέν, που είναι πολύ φίλη της και φίλη μου, γιατί και οι δύο είναι οι πρώτες που κατεβαίνουν σε απεργίες πείνας και διάφορα άλλα, επείσθη. Και την πήγα στην Καισαριανή και της έκανα μια ιστορική ξενάγηση· και της άρεσε πολύ και μου άρεσε κι εμένα».

Λευκό ή κόκκινο κρασί; «Και τα δύο».

Ποια είναι τα στοιχεία που σας έλκουν σε έναν άνθρωπο; «Δεν έχω λίστα! Αρκεί το μείγμα του χαρακτήρα του άλλου να μου πάει. Αρκεί που αισθάνομαι καλά».

Μπορεί ν’ αρπαχτείτε κι από ένα βλέμμα; «Βεβαίως».

Πλησιάζετε εύκολα ανθρώπους; «Οχι».

Αναρωτιέστε εγώ, απέναντί σας, ποια είμαι; «Οχι».

Κατηγορηματικά το λέτε. «Δεν κρατάω απόσταση, γιατί δεν είμαι ψυχρός άνθρωπος, αλλά είναι τόση η ασχολία μου με την τέχνη, που η ζωή μου όλη είναι οργανωμένη πάνω στις δουλειές. Δεν μπορώ να σκέφτομαι έτσι, ούτε καν να δεχτώ μια πρόταση για ένα Σαββατοκύριακο, γιατί είμαι συνεχώς στο φεστιβάλ. Κι αν σταματούσε για μια εβδομάδα, θα πήγαινα στο Πήλιο».

Αν σας προσκαλούσε η κυρία Λάτση στο σκάφος της;
«Γιατί το λέτε αυτό; Και σε μια ταβέρνα όταν με καλέσει κάποιος μπορεί να είμαι ευτυχής, και στο μεγάλο σκάφος, δεν έχω πρόβλημα».

Κι αν κάνετε ένα πάρτι σπίτι σας, ποιους θα θέλατε; «Δεν κάνω πάρτι σπίτι μου, δεν έχω χρόνο. Αν κάνω, θα είναι στην Πειραιώς ή στην Οπερα της Λυών ή στη Νέα Υόρκη, στο BΑM. Και έχω να φάω σπίτι μου, δεν ξέρω πόσα χρόνια, γιατί σε όλα τα θέατρα υπάρχει μια καντίνα. Δεν το καταλάβατε· η προσωπική ζωή μου είναι η επαγγελματική ζωή μου».

Και τα μυστικά σας;
«Δεν έχω μυστικά. Τι μυστικά, δηλαδή;».

Χαρές, αγωνίες, που τις μοιραζόμαστε με φίλους… «Εχω πολλούς φίλους στην Ελλάδα. Και η σχέση δεν έχει να κάνει με τον αριθμό των συναντήσεων. Η σχέση είναι κάτι άλλο. Είναι να αισθάνεσαι ότι μπορείς να πεις τα πάντα και να ακούσεις τα πάντα. Και με την αδελφή μου, που μένει κι αυτή στη Γαλλία, είμαστε πολύ φίλοι».

Και για τον έρωτα; Υπάρχει χώρος; «Ασφαλώς και υπάρχει!».

Ολα καλά; «………!».

Τι δεν δέχεσθε στους ανθρώπους; «Την ανειλικρίνεια. Εγώ, όταν έχω ένα πρόβλημα με κάποιον, του το λέω φάτσα».

Αρα, δεν θέλετε να έχετε γύρω σας αυλή. «Οχι, βέβαια!».

Τώρα, με τη συνέντευξη, πώς αισθάνεστε;
«Μια χαρά! Χαλαρά!».

Τι συμπαθείτε περισσότερο στους ανθρώπους; «Οταν βοηθούν τους άλλους. Και στην τέχνη και παντού. Κάτι που με συγκινεί ιδιαίτερα είναι ότι οι νέοι άνθρωποι του θεάτρου είναι προικισμένοι και γενναιόδωροι και θέλουν να μάθουν».
Και ποιο θεωρείτε ελάττωμα; «Το ότι, ενώ είμαστε γενναιόδωροι και χιούμορ έχουμε και βοηθάμε – όχι πάντα και κάπως δύσκολα, βέβαια -, όταν κάποιος κάνει κάτι καλά, τον κοιτάζουμε με ζήλια».

Οι γονείς σας ζουν; «Αν ζούσαν, θα έμενα μεγαλύτερα διαστήματα στην Ελλάδα».

Είστε πολύ δεμένος με τη μητέρα; «Περισσότερο, όπως όλα τα αγόρια, αλλά δεμένος και με τον πατέρα».

Εφέτος, στο φεστιβάλ, είχατε σωρεία ελληνικών προτάσεων. Στενοχωρείστε όταν τις απορρίπτετε; «Πάρα πολύ. Είναι μια δύσκολη στιγμή. Αλλά τι να κάνω; Στην Αβινιόν, έχουμε σαράντα προτάσεις, κι εδώ τριακόσιες-τετρακόσιες. Εκ των οποίων το 95% είναι θέατρο. Και όλες τις βλέπω αντικειμενικά. Δεν βάζω κάποιον τυχαία ή επειδή είναι γνωστός κάποιου».

Εφέτος βλέπουμε πλήθος ελληνικών θεατρικών παραστάσεων – κάποιες έχουν μόνο την αιγίδα του φεστιβάλ – και λίγα ηχηρά ονόματα ή μεγάλες παραγωγές. Είναι θέμα οικονομικό; «Οικονομικό, αλλά όχι μόνο. Είναι και που πάρα πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν κάνει προτάσεις εδώ και πέντε-έξι χρόνια και δεν τα είχα βάλει ποτέ. Οπότε, έπρεπε να τους δώσουμε την ευκαιρία και μάλιστα να τα βοηθήσουμε αυτή τη δύσκολη εποχή. Σχεδόν το 90% των καλλιτεχνών είναι στην ανεργία. Απίστευτο. Και δεν μπορείς να έχεις την ίδια συνταγή κάθε χρόνο. Ολα εξαρτώνται από το πώς πάνε τα πράγματα».

Θα βγει οικονομικά το φεστιβάλ; «Ελπίζω ναι. Είχαμε μια πολύ σημαντική βοήθεια από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος».

Ποιους καλλιτέχνες εκτιμάτε ιδιαιτέρως; «Ονόματα δεν θα πω, αλλά υπάρχουν καλλιτέχνες που παρακολουθώ τη δουλειά τους πολλά χρόνια, και βλέπω – δεν ξέρω αν πρέπει να πω σταθερότητα στην ποιότητα -, να δοκιμάζουν, να παίρνουν ρίσκο, κι αυτό είναι άσχετο με την εθνικότητα· γιατί το ταλέντο είναι σαν την εξυπνάδα και τη διαφθορά: υπεράνω εθνικοτήτων».

Η τέχνη είναι ένας χώρος που δεν έχει διαφθορά; «Ετσι νομίζω».

Εχει, όμως, κυκλώματα. «Στην Ελλάδα μπορεί να έχει. Δεν τα ξέρω, για να μιλήσω».

Στην πορεία αυτών των φεστιβάλ, νιώθετε ότι έχετε κάνει κάποια λάθη; «Βεβαίως. Δεν μπορείς να παραγγείλεις κάτι και να ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα είναι καλό. Η μόνη εγγύηση είναι να γνωρίζεις περίπου με ποιον μιλάς και να πιστεύεις ότι η δουλειά του έχει ένα ενδιαφέρον. Αυτή είναι η βάση του σωστού προγραμματισμού».

Σταματήσατε να χορεύετε πάρα πολύ νωρίς. Το ονειρεύεστε καμιά φορά; «Οχι. Και ο χορός δεν έχει τίποτα το ρομαντικό. Είναι αθλητικό επάγγελμα. Ξυπνάς το πρωί κουρασμένος, δεν κοιμήθηκες καλά, λες πονάει η πλάτη, το πόδι… Επειτα, στα 28 μου, ήμουν ήδη διευθυντής στην Οπερα της Λυών. Στα 32, διευθυντής στο Φεστιβάλ των Καννών για τον χορό, μετά έκανα ένα φεστιβάλ μουσικής στη Λυών, ένα φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη και ένα στο Λονδίνο.
Και εξακολουθώ να είμαι στην Οπερα της Λυών, οπότε έχω κάνει έναν κύκλο…».

Σας αρέσει να περπατάτε; «Είναι μέρος της αθλητικής πλευράς μου. Οταν είμαι σε φόρμα, τρέχω κιόλας. Στην Αθήνα, με τόσο ήλιο και ζέστη, προτιμώ να κάνω «διάδρομο». Σε χώρες που έχουν ποτάμια, μου αρέσει να περπατάω δίπλα τους».

Ζείτε μέσα στην τέχνη, επομένως σε έναν επίγειο παράδεισο; «Δεν είναι έργο τέχνης η δουλειά. Οι μουσικοί, οι ηθοποιοί, είναι μέρος της ζωής μου. Αλλά, σε όλα τα επαγγέλματα, παρ’ όλα τα δύσκολα και σκληρά που μπορεί να συμβαίνουν, αν βάλεις μεράκι, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καλλιτεχνικό. Κι έχουμε αυτό το προσόν. Ενα κέφι, κάπως μεσογειακό».

Θα μείνει κάτι από την ελληνική σύγχρονη τέχνη στην ιστορία; «Δεν ξέρω. Στην ποίηση είμαστε πολύ δυνατοί. Η λαϊκή μουσική είναι λιγότερο γνωστή από το φάντο, το φάντο όμως είναι σε μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν σε ένα σωρό χώρες. Στο θέατρο, ο Δημητριάδης είχε μεγάλη επιτυχία και στη Γαλλία και αλλού. Ο Μαρμαρινός ή ορισμένες νέες ομάδες, όπως οι Blitz, το ίδιο. Τώρα, θα πάει και η Κιτσοπούλου στο Παρίσι. Αλλά ο χρόνος θα δείξει ποιοι θα γράψουν ιστορία».

Η άνοδος της Λεπέν στη Γαλλία σάς τρομάζει; Λέει ότι στοχεύει στη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Η κρίση είναι η αιτία αυτής της αλλαγής, που ανησυχεί όλη την Ευρώπη. Στη Γαλλία επείσθησαν ότι για την ανεργία φταίνε οι ξένοι. Οσο για τη διάλυση, φαντάζομαι ότι δεν έχει τη δύναμη. Οπότε, ας λέει ό,τι θέλει».

Σας έχουν κάνει ποτέ άνθρωποι της Ακροδεξιάς προτάσεις;
«Οχι».

Αντιδράσεις είχατε; «Οταν ανέβασε η Κιτσοπούλου τον «Αθανάσιο Διάκο», είπαν ότι δεν σεβόμαστε την Ιστορία. Στη Γαλλία, όπου υπάρχουν φανατικές καθολικές ομάδες, το έργο του Γκαρσία «Golgota Picnic» και του Καστελούτσι το «Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού», που ανέβηκαν κι εδώ, είχαν αντιδράσεις. Και, βέβαια, δεν ήταν έργα αντιχριστιανικά».

Συναντηθήκατε με την υπουργό Τουρισμού, κυρία Κεφαλογιάννη… «Ναι. Και ήδη μας βοήθησε για να πάει η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» στις Βρυξέλλες, όπου γίνεται ένα αφιέρωμα στην Ελλάδα, λόγω της ελληνικής προεδρίας. Η σχέση του τουρισμού με τον πολιτισμό πρέπει να δυναμώσει, γιατί το να έχεις ωραίες θάλασσες είναι ένα πράγμα, αλλά, το να το συνδυάσεις με τις αρχαιότητες και τον πολιτισμό, is a big job! Και τον απόδημο ελληνισμό να πείσουμε. Οταν είχε έρθει η Μούσχουρη στο Ηρώδειο, μου τηλεφωνούσαν από την Αυστραλία, τον Καναδά, το Σαν Φρανσίσκο να επιβεβαιώσουν την ημερομηνία, επειδή θα ερχόντουσαν οικογενειακώς».

Τι είναι το Φεστιβάλ «Κάδμος» στο οποίο συμμετέχετε;
«Τα τέσσερα μεγάλα φεστιβάλ της Μεσογείου, Αβινιόν, Αθήνα, Βαρκελώνη και Κωνσταντινούπολη, δημιουργήσαμε μια ομάδα για συμπαραγωγές. Κάναμε έξι-επτά, κυρίως η Αθήνα με την Αβινιόν. Για τον ίδιο σκοπό δημιουργήσαμε και την ομάδα «Προσπέρο», όπου συμμετέχουν το Βέλγιο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία και εμείς. Μας βοηθά η Ευρωπαϊκή Ενωση, που είναι εξαιρετικά θετική σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό. Συμμετέχω και στο New narrative for Europe, μέσα στο οποίο υπάρχει μια πολιτιστική επιτροπή και προσπαθούμε να δίνουμε ιδέες. Πέρυσι, μαζί και με το «Διάζωμα», ανοίξαμε με μια συναυλία το θέατρο στη Μεσσήνη, έπειτα από 2.000 χρόνια. Ελπίζω σε κάτι και εφέτος».

Τι μουσικές ακούτε σπίτι σας; «Οταν είσαι όλη την ημέρα ανάμεσα σε ορχήστρες, θέλεις μετά κάτι άλλο. Κοιτάω τα νέα, να δω τι έγινε, λόγου χάρη, στην Ουκρανία».

Ο Χέλμουτ Κολ είπε σε συνέντευξή του ότι η Ουκρανία μπορεί να γίνει εστία παγκοσμίου πολέμου. «Δεν πιστεύω σε έναν πόλεμο ή είμαι πολύ αισιόδοξος. Πιστεύω ότι με την παγκοσμιοποίηση, έχοντας απέναντί μας τόσες μεγάλες δυνάμεις, θα πρέπει κι εμείς, ως Ευρώπη, να συνεχίσουμε να είμαστε καλά και δυνατοί, για να υπάρχουμε».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk