
Η αφίσα του «Confessions of a nazi spy» (1939), της πρώτης αντιναζιστικής αμερικανικής ταινίας που κατάφερε να ξεπεράσει το εμπόδιο της λογοκρισίας
Βερολίνο,
5 Δεκεμβρίου 1930. Στο Mozart Hall της γερμανικής πρωτεύουσας όλα ήταν
έτοιμα για την πρεμιέρα της αμερικανικής ταινίας του Λούις Μάιλστοουν «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», βασισμένης στο ομότιτλο αντιπολεμικό αριστούργημα του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ.
Η προβολή της δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ. Η εισβολή ομάδας νεολαίας
ναζιστών στην αίθουσα είχε αποτέλεσμα την ακύρωσή της, την τελευταία
στιγμή. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού ο χώρος γέμισε από
αμπούλες βρώμας, σκόνη φτερνίσματος και έξαλλα ποντίκια που έτρεχαν
μανιασμένα κάτω από τα καθίσματα!
αίθουσα, με τους πανικόβλητους θεατές να προσπαθούν να εγκαταλείψουν τον
χώρο πατώντας ο ένας τον άλλον. Οι ναζιστές είχαν θεωρήσει την ταινία
προϊόν «ειρηνιστικής προπαγάνδας» και ο ίδιος ο μελλοντικός υπουργός
Διαφώτισης και Προπαγάνδας του γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γιόζεφ Γκέμπελς, όρθιος μπροστά στην οθόνη, ούρλιαζε: «Judenfilm! Judenfilm!» («Εβραϊκή ταινία!»). Ολα αυτά με την Αστυνομία απούσα, παντελώς ανήμπορη να αντιδράσει.
σημειώνονταν σε όλους τους κινηματογράφους της Γερμανίας όπου επρόκειτο
να προβληθεί η ταινία (και πάλι με την Αστυνομία απούσα) –περιγράφεται
με ζωηρά χρώματα στις πρώτες σελίδες του «Hollywood and Hitler,
1933-1939», μιας σχετικά πρόσφατης ακαδημαϊκής μελέτης του αμερικανού
καθηγητή και ιστορικού κινηματογράφου Τόμας Ντόχερτι. Πολύ πριν από την επίσημη άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ
στην εξουσία, το κινηματογραφικό μποϊκοτάζ του Γκέμπελς είχε ήδη
αρχίσει να λειτουργεί θαυμάσια: στα ημερολόγιά του ο Γκέμπελς
χαρακτηρίζει το περιστατικό του Mozart Hall «θρίαμβο». Αποφασίζοντας ότι η ταινία του Μάιλστοουν «έθετε σε κίνδυνο τη φήμη της χώρας», το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο Λογοκρισίας της Γερμανίας απαγόρευσε τελικά την προβολή της.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Τόμας Ντόχερτι «Hollywood and Hitler 1933-1939»
Το «Hollywood and Hitler, 1933-1939» ασχολείται κυρίως με τη «θολή»
σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στο Χόλιγουντ και στους ναζιστές,
αναλύοντας συγχρόνως όλη τη δράση μέσω της κινηματογραφικής προπαγάνδας
που ασκήθηκε από τον Γιόζεφ Γκέμπελς κατά τη διάρκεια των χιτλερικών
χρόνων του γερμανικού Ράιχ. Ουδείς αμφισβητεί πλέον ότι το κυριότερο
εργαλείο προπαγάνδας των ναζιστών ήταν ο κινηματογράφος, η δύναμη του
οποίου ξεπερνούσε εκείνη του ραδιοφώνου, των εφημερίδων και του θεάτρου.
δημιούργησε ειδικό τμήμα κινηματογράφου στο υπουργείο Προπαγάνδας και
με τον επακόλουθο κινηματογραφικό έλεγχο ήταν ο απόλυτος ελεγκτής στην «πολιτική εξιδανίκευσης» που είχε αποφασίσει η γερμανική κυβέρνηση.
Ο μόνος τρόπος αντίδρασης της Τέχνης απέναντι στο σαμποτάζ των ναζιστών
ήταν να μεταναστεύσουν στη «Μέκκα του κινηματογράφου» -καμία άλλη από
το ίδιο το Χόλιγουντ. Ολοι αυτοί οι «φυγάδες» που εγκαταστάθηκαν στην
Αμερική συνέβαλαν στη δημιουργία κινηματογραφικών αριστουργημάτων της
εποχής, παίζοντας ή σκηνοθετώντας.
γερμανικού κινηματογράφου εξαλείφοντας κάθε εβραϊκό στοιχείο από την
εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία, όπως η μελέτη του Ντόχερτι
αποκαλύπτει, το σύστημα του Χόλιγουντ έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στην
εικόνα του ναζιστικού τέρατος που ωρίμαζε επικίνδυνα στην απέναντι όχθη
του Ατλαντικού. Το Χόλιγουντ δεν φάνηκε να αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη
αμεσότητα αυτό το πρώιμο γερμανικό μεταναστευτικό κύμα και δεν έδωσε
ιδιαίτερη βάση στα πολιτικά αίτια που είχαν εκτοπίσει τους γερμανούς
καλλιτέχνες από τη χώρα τους.
προτεραιότητες των αμερικανικών κινηματογραφικών στούντιο, συνέβαινε
ακριβώς το αντίθετο: για τις ταινίες που εκείνη την εποχή παρήγε το
Χόλιγουντ οι ναζιστές ήταν «αόρατοι». Σύμφωνα με τον Τόμας Ντόχερτι και
τη λεπτομερή ανάλυση της διεθνούς κινηματογραφικής ιστορίας που συνθέτει
από την άνοδο του Χίτλερ ως το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,
τακτική των αμερικανών παραγωγών ήταν η συστηματική αποφυγή αναφορών στη
δυσοίωνη πολιτική εξέλιξη της Γερμανίας. Με την επιμονή του όμως να μη
βλέπει τον «ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο» το Χόλιγουντ έπαιξε αρνητικό
ρόλο. Διότι το νόημα και η ουσία του ναζισμού ταξίδεψαν στις ΗΠΑ με
μεγάλη καθυστέρηση και όταν πλέον ήταν πολύ αργά.
χαρτογιακάδες των αμερικανικών κινηματογραφικών στούντιο δεν άργησαν να
αντιληφθούν ότι η αντιναζιστική προπαγάνδα στον αμερικανικό
κινηματογράφο προϋπέθετε σοβαρό εμπορικό ρίσκο. Διότι, αν μια
αμερικανική ταινία θεωρούνταν προσβλητική για την κατάσταση που
επικρατούσε εκείνη την εποχή στη Γερμανία, πολύ απλά, δεν θα προβαλλόταν
εκεί. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι η γερμανική αγορά ήταν –και
εξακολουθεί να είναι μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη της
Ευρώπης. Και εφόσον Χόλιγουντ πάνω απ’ όλα σημαίνει χρήμα, κρίθηκε
απαγορευτική κάθε κίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει την ενόχληση
–πόσω μάλλον την οργή των γερμανών λογοκριτών, από το χέρι των οποίων
περνούσε το ποιες ξένες ταινίες θα προβάλλονταν στη χώρα και ποιες όχι.
επιρροής του Τρίτου Ράιχ, επιβεβαιώνοντας έτσι την ισχύ του. Η εξέλιξη
των ναζιστικών ομάδων της Γερμανίας αγνοήθηκε με κραυγαλέο τρόπο από τον
αμερικανικό κινηματογράφο, ο οποίος με ελαφρά πηδηματάκια απομακρύνθηκε
και από την εβραϊκή θεματολογία στα σενάρια, που στον κινηματογράφο
είχε μεγάλη δημοτικότητα. Την ίδια περίοδο η θέσπιση του Κώδικα
Παραγωγής της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας (Κώδικας Χέιζ)
έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση της χολιγουντιανής αυτολογοκρισίας
αποθαρρύνοντας την προβολή πολιτικών απόψεων και ιδεών.
σχετίζονται με το δίκτυο επαφών ανάμεσα στην ευρωπαϊκή δικτατορία και
στα στούντιο του Χόλιγουντ. Ο Χοντρός και ο Λιγνός (Σταν Λόρελ και Ολιβερ Χάρντι) ήταν οι αγαπημένοι κωμικοί του ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι του οποίου ο γιος είχε τεθεί υπό την προστασία του σκηνοθέτη Χαλ Ρόουτς,
με σκοπό να του διδάξει τα μυστικά της κινηματογραφικής παραγωγής. Ολα
αυτά την περίοδο που ο Μουσολίνι μαζί με τον Αδόλφο Χίτλερ προωθούσε τη
φασιστοναζιστική αλληλεγγύη στο Μόναχο.
περιόδου ήταν κυρίως ανεξάρτητες παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού και
περιορισμένης διανομής, που κυκλοφόρησαν στην Αμερική κατά τη διάρκεια
της δεκαετίας του 1930. Και πάλι όμως η πρώτη ουσιαστική αντίδραση ήρθε
με καθυστέρηση, λίγους μήνες πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Οταν ο
πόλεμος είχε πια κλιμακωθεί στην Ευρώπη, το 1940, η πολιτική σάτιρα του Τσάρλι Τσάπλιν «Ο
μεγάλος δικτάτωρ» σηματοδότησε το αργοπορημένο τέλος της σιωπηρής
συμφωνίας του Χόλιγουντ με τη δικτατορία των ναζιστών. Εναν χρόνο πριν
οι «Εξομολογήσεις ενός κατασκόπου» του Ανατόλ Λίτβακ υπήρξαν η
πρώτη μεγάλη αμερικανική παραγωγή (Warner Bros) που κατέκρινε ανοιχτά τη
δικτατορία του Χίτλερ. Κατάφερε να περάσει το τεστ της λογοκρισίας και
να προβληθεί στις αμερικανικές οθόνες την άνοιξη του 1939.
Ο γερμανός σκηνοθέτης Χανς Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ ανήκει στις πιο
ιδιόρρυθμες περιπτώσεις κινηματογραφιστών του κόσμου. Διόλου τυχαία, το
παρατσούκλι του ήταν «το τρομερό παιδί» του μεταπολεμικού γερμανικού
κινηματογράφου. Γεννημένος στο Νόσεντορφ της Πομερανίας το 1935, γιος
μεγαλοκτηματία της Ανατολικής Γερμανίας, ο Ζίμπερμπεργκ επηρεάστηκε από
δύο πυλώνες της γερμανικής κουλτούρας και διανόησης: το «επικό θέατρο»
του Μπέρτολτ Μπρεχτ (με τον οποίο και συνεργάστηκε) και την ολοκληρωτική Τέχνη (Gesamtkunstwerk) του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
σημαντικών εκπροσώπων της Σχολής της Φραγκφούρτης η οποία άσκησε
τεράστια επιρροή στο έργο του. Δύσκολος χαρακτήρας, ανήσυχος,
εγωκεντρικός έως και αντιπαθητικός, ο Ζίμπερμπεργκ είχε την ικανότητα να
προκαλεί μέσω της επίθεσης, γι’ αυτό και ανήκει στις μεγαλοφυΐες στον
χώρο του στοχαστικού-πειραματικού κινηματογράφου. Η ταινία του που
προκάλεσε τις περισσότερες συζητήσεις δεν ήταν άλλη από το «Χίτλερ: Μια
ταινία απ’ τη Γερμανία» (1977), το τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας του
για την Ιστορία και την τέχνη της Γερμανίας προηγήθηκαν οι «Λούντβιχ,
ρέκβιεμ για έναν παρθένο βασιλιά» (1972) και «Καρλ Μάι» (1974). Η
προβολή της στο πλαίσιο της άτυπης ενότητας «Θυμάμαι άρα υπάρχω» στο
τρέχον φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας έκανε εντύπωση, ενώ το ίδιο προβλέπεται
να γίνει στο μέλλον, όταν θα διανεμηθεί στις αίθουσες από την
κινηματογραφική εταιρεία New Star (βρίσκεται στον προγραμματισμό για τον
Νοέμβριο του 2013).
ώρες), ο «Χίτλερ» του Ζίμπερμπεργκ είναι αδύνατον να ενταχθεί σε
«θεματική» κατηγορία. Κάτι σαν παράξενο μείγμα ντοκυμαντέρ, μυθοπλασίας,
συρραφής φωτογραφικών ντοκουμέντων, slide show, video art,
κινηματογραφικού δοκιμίου, ακόμη και κουκλοθεάτρου, είναι παρουσιασμένο
υπό μορφήν άτακτων «επεισοδίων» μοιρασμένων σε κεφάλαια που θυμίζουν
όνειρα. Το σενάριο είναι ένα συνονθύλευμα φανταστικών διαλόγων και κατ’
ιδίαν μονολόγων ηγετικών στελεχών στο πλευρό του Χίτλερ (Χίμλερ, Γκέμπελς, Αλμπερτ Σπέερ) και διάφορων παρασκηνιακών προσώπων, όπως ο φινλανδός μασέρ και ο υπηρέτης του Χίμλερ.
«Χίτλερ: Μια ταινία από τη Γερμανία», «Ενα γερμανικό δράμα», «Το τέλος
ενός χειμωνιάτικου παραμυθιού» και «Εμείς, τα παιδιά της Κόλασης». Το
πρώτο μέρος, σκοτεινό, μπαρόκ και ρομαντικό στην αισθητική του,
πραγματεύεται την ίδια την προσωπικότητα του Αδόλφου Χίτλερ. Το δεύτερο
μέρος είναι ένας στοχασμός πάνω στα «Θεμέλια του 19ου αιώνα» του
Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεϊν, το τρίτο πραγματεύεται το «Shoa» και τη
στάση που κράτησε ο αρχηγός των Ες-Ες Χάινριχ Χίμλερ και το τελευταίο
μέρος, το «Εμείς, τα παιδιά της Κόλασης» παρουσιάζει τον ίδιο τον
Ζίμπερμπεργκ να μιλάει μπροστά στον φακό με μια μαριονέτα του Χίτλερ.
τον «Χίτλερ» του Ζίμπερμπεργκ, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο
«The New York Review of Books» τον Φεβρουάριο του 1980. Στην Ελλάδα
έχει κυκλοφορήσει ως βιβλίο από τις εκδόσεις Υψιλον με τίτλο «Η γοητεία
του φασισμού», σε μετάφραση Γεράσιμου Λικιαρδόπουλου.
«Ο Ζίμπερμπεργκ έχει οργανώσει την ταινία του σαν φαντασμαγορία: τη
στοχαστικο-αισθητική εκείνη φόρμα που προτιμούσε ο Βάγκνερ, ο οποίος
διαστέλλει τον χρόνο καταλήγοντας να δημιουργεί έργα που οι όχι και τόσο
παθιασμένοι θεατές βρίσκουν πως παρατραβάνε σε μάκρος» γράφει η Σόνταγκ. «Παρά
τα λιτά μέσα του, ο σκηνοθέτης προσφέρει θέαμα επαναφέροντας και
ξαναχρησιμοποιώντας τα κεντρικά στοιχεία όσο περισσότερο του είναι
δυνατόν. Καθώς κάθε ηθοποιός πρέπει να παίξει διάφορους ρόλους, η
σύμβαση που εισήγαγε ο Μπρεχτ αποτελεί μια πλευρά αυτής της αισθητικής
των πολλαπλών χρήσεων. Πολλά πράγματα εμφανίζονται τουλάχιστον δύο φορές
στην ταινία, μία φορά στις κανονικές διαστάσεις τους και μία φορά σε
σμίκρυνση για παράδειγμα, ένα πράγμα και η φωτογραφία του. Ολες οι
προσωπικότητες των ναζί παριστάνονται τόσο από ηθοποιούς όσο και από
κούκλες». Για τη Σόνταγκ ο «Χίτλερ» του Ζίμπερμπεργκ ανήκει στην
κατηγορία των ευγενών αριστουργημάτων που ζητούν πίστη και μπορούν να
την εκβιάσουν.
«Για τον Ζίμπερμπεργκ –και για τον Ράιχ και για τον Μίτσερλιχ και για
τον Μαρκούζε η κοινωνικοοικονομική ιστορία της Γερμανίας δεν φτάνει
για να ερμηνευτεί με λογική επάρκεια το φαινόμενο του ναζισμού, που ήταν
“κίνημα” λαϊκό και που έφθασε στην εξουσία με δημοκρατικές διαδικασίες» είχε γράψει στην κριτική του για «Το Βήμα της Κυριακής» ο Βασίλης Ραφαηλίδης. «Μπορεί
να πει κανείς ότι “οι μάζες παρασύρθηκαν”, αλλά μια τέτοια
υπεραπλούστευση δεν λέει τίποτε για το πώς και κυρίως το γιατί
παρασύρονται οι μάζες με τόση ευκολία. Πρέπει να υπάρχει δυνάμει ένα
είδος αρρώστιας μέσα στις μάζες, και ο δημαγωγός δεν έχει παρά να
καλλιεργήσει έντεχνα το μικρόβιο».
πότε & πού:
Η ταινία «Χίτλερ: Μια ταινία από τη Γερμανία» προβλήθηκε στο
φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Απόψε 29/9 στις 18.00 στην Ταινιοθήκη της
Ελλάδος παίζεται το β’ μέρος της σε επαναληπτική προβολή. Τον Νοέμβριο η
ταινία θα διανεμηθεί εμπορικά στις αίθουσες από τη New Star
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



