{{{ moto }}}Με το «Τανγκό των Χριστουγέννων» ο Νίκος Κουτελιδάκης, πολύπειρος εργάτης του εγχώριου κινηματογράφου (υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη σε πάρα πολλές ταινίες από τη δεκαετία του 1960), έκανε το «καθυστερημένο» ντεμπούτο του στη σκηνοθεσία μεγάλου μήκους.
Ωστόσο, ο Κουτελιδάκης «ντύνει» έξυπνα τον άξονα της ταινίας. Ο έρωτας που υπάρχει στο κέντρο δεν μονοπωλεί το ενδιαφέρον γιατί κάθε ήρωας έχει τη δική του υπόσταση και τη δική του ιστορία, την οποία επίσης παρακολουθούμε. Ο Γιάννης Μπέζος στον δραματικό ρόλο του, ως τραχύς διοικητής, η Βίκυ Παπαδοπούλου σε εκείνον της βαριεστημένης συζύγου του, ο Γιάννης Στάνκογλου στον κεντρικό ρόλο του άνδρα ο οποίος είναι αναγκασμένος να πνίγει τα πραγματικά του αισθήματα και ο Αντίνοος Αλμπάνης που καλείται να διδάξει στον ανώτερό του τα βήματα του τανγκό, φτιάχνουν ένα πολύ δυνατό κουαρτέτο που κινείται υπέροχα κάτω από τους ήχους του Γιάννου Αιόλου και μέσα στα καθαρά πλάνα της φωτογραφίας του Γιάννη Δρακουλαράκου.Ενα «χαμίνι» με πυγμή
Το παιδί με το ποδήλατο αναζητεί τον πατέρα του, ο οποίος το παράτησε στη μοίρα του. Η αγωνία του να τον βρει μετατρέπεται σε επιθετικότητα, το παιδί δεν αφήνει κανέναν σε ησυχία, είναι ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής του. Η ιστορία θα πάρει μια διαφορετική πορεία όταν στη μέση μπαίνει μια νεαρή κομμώτρια (Σεσίλ ντε Φρανς) που αποφασίζει να πάρει το παιδί υπό την προστασία της, πράγμα που θα σημάνει μια σειρά από καινούργιες ταλαιπωρίες.Δυσάρεστο θέμα,
αισιόδοξη προσέγγιση
Από την άλλη πλευρά όμως, η ταινία βγάζει έναν ανακουφιστικό αέρα αισιοδοξίας, έχει παλμό ζωής, όχι τη στατικότητα του θανάτου. Δεν γίνεται ποτέ μελό της αμερικανικής σχολής και, επίσης, έχει χιούμορ. «Ποια η διαφορά του Θεού από τον χειρουργό;» ακούμε κάποια στιγμή. «Ο Θεός δεν παριστάνει τον χειρουργό».
διαφορά με τον «Φάουστ» («Faust», Ρωσία, 2011) του Αλεξάντρ Σοκούροφ που απέσπασε τον Χρυσό Λέοντα στο τελευταίο Φεστιβάλ της Βενετίας είναι ότι ο ρώσος σκηνοθέτης τον αντιμετωπίζει όχι ως ήρωα της λογοτεχνίας αλλά ως πραγματικό άνθρωπο με σάρκα και οστά, με αδυναμίες και καπρίτσια, φιλοδοξίες και ανησυχίες. Την ίδια ακριβώς αντιμετώπιση ο Σοκούροφ έχει και απέναντι στον Μεφιστοφελή, ο οποίος επίσης έχει τη μορφή υπαρκτού ανθρώπου και μάλιστα (διόλου τυχαία) ενεχυροδανειστή. Η καινοτομία της προσέγγισης του Σοκούροφ άλλωστε είναι ότι εδώ δεν είναι τόσο ο Διάβολος που προτείνει την ανταλλαγή της ψυχής του Φάουστ αλλά ο ίδιος ο δόκτωρ τον προσεγγίζει πρώτος.Ο Σοκούροφ υποκλίνεται στη θεωρία ότι τόσο ο Γκέτε όσο και ο Φάουστ είναι κλειδιά του παγκόσμιου πολιτισμού γιατί μιλούν για την αιώνια πιθανότητα του ανθρώπου να προδώσει, να χαθεί στο σκοτάδι. Και λένε επίσης ότι η νίκη δεν είναι πάντα το τέλος της ιστορίας. Η ήττα μπορεί επίσης να είναι το τέλος.
Ακόμα και σήμερα το Χόλιγουντ εξακολουθεί να «παλεύει» με τους «κακούς» Ρώσους του παρελθόντος όπως φαίνεται στο «The double» (ΗΠΑ, 2011) του Μάικλ Μπραντ, όπου ο Ρίτσαρντ Γκιρ (γοητευτικός όπως πάντα) καλείται να επανέλθει στην ενεργό δράση προκειμένου να ανακαλύψει τα ίχνη ενός κατασκόπου-δολοφόνου που υποτίθεται ότι είχε πεθάνει πριν από 20 χρόνια.Ρομπο-Ρόκι
Ο Τζάκμαν προσπαθεί να «ξαναβρεί» τον εαυτό του με κάποιες νίκες που όμως δεν έρχονται ποτέ. Τη λύση θα του τη δώσει ο 11χρονος γιος του (Ντακότα Γκόγιο) που θα βρει ένα ρομπότ-αντίκα και θα τον μετατρέψει σε γνήσιο παλαιστή της παλιάς «κοπής» έτσι ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο να γνωρίσει καλύτερα τον πατέρα με τον οποίο δεν ήρθε ποτέ σε επαφή. Το πιο ενδιαφέρον σημείο αυτής της ταινίας που στην ουσία δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα παραμυθάκι σύγκρουσης μετάλλων, είναι ότι η εκπαίδευση του ρομπότ γίνεται μέσα από τις ανθρώπινες κινήσεις πυγμαχίας και όχι μέσω κομπιούτερ.
Περσινή ταινία, ο «Αγγελος του πάθους» («Passion play», ΗΠΑ, 2010) του Μιτς Γκλέιζερ, είναι ένα παράξενο ερωτικό θρίλερ στο οποίο ο Μίκι Ρουρκ (που πλέον με δυσκολία… βλέπεται) υποδύεται έναν μουσικό της τζαζ ο οποίος λίγο πριν βρεθεί στον άλλο κόσμο (πάνε να τον σκοτώσουν στην έρημο), θα βρεθεί σε ένα παράξενο τσίρκο περιπλανώμενων και θα ερωτευθεί μια κοπέλα με φτερά (Μέγκαν Φοξ). Υπάρχουν στιγμές που το παραμυθένιο, ψυχεδελικό σύμπαν στο οποίο βρίσκεται η ταινία ασκεί γοητεία. Δυστυχώς οι στιγμές αυτές είναι ελάχιστες και το γεγονός ότι ο Μπιλ Μάρεϊ προσπαθεί να «σπάσει» το προφίλ του παίζοντας έναν psycho γκάνγκστερ δεν βοηθά την κατάσταση. Αντιθέτως, νιώθεις αμήχανα μόνον που τον βλέπεις. Ενδεχομένως η ίδια ταινία στα χέρια ενός Ντέιβιντ Λιντς να άξιζε κάτι παραπάνω. Δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Εκεί λοιπόν που θα περίμενες να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί στις επιλογές τους κατάφεραν να παίξουν σε μια ταινία που σεναριακά είναι χειρότερη απ’ όσες έχουν κάνει μόνοι τους! Αυτό το απίστευτο φιάσκο που λέγεται «Trespass» (ΗΠΑ, 2011) και είναι σκηνοθετημένο από τον έμπειρο Τζόελ Σουμάχερ (τι κρίμα…), είναι η πιο ανεκδιήγητη ιστορία αιχμαλωσίας οικογένειας μέσα στο σπίτι της από κακοποιούς που έχει γυριστεί ποτέ στο σινεμά. Τι κακοποιοί δηλαδή, που αυτοί οι τύποι φέρονται σαν καθυστερημένα! Διαρκώς απειλούν και ουρλιάζουν «fuck» χωρίς ποτέ να εννοούν τις απειλές τους ή να κάνουν κάτι. Αλλά και όταν το κάνουν, το κάνουν λάθος, όπως λάθος είναι όλη αυτή η ταινία από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή της.


