Υπάρχει, εκεί στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα (Ψαρρών 38 & Σαλαμίνος, τηλ. 210 4612 674), μια μικρή μπακαλοταβέρνα. Απομεινάρι, ίσως, μιας παλιότερης εποχής, αυθεντική και έντιμη, μ’ ένα γλυκύτατο ζευγάρι ιδιοκτητών, τον κύριο Απόστολο στη σάλα και την κυρία Βούλα στα τηγάνια. Λιγοστά πιάτα, όπως ταιριάζει στο ύφος της, φτιαγμένα όμως με περισσή αγάπη και γνώση. Κεφτέδες αφράτοι και τραγανοί, με την τεχνική που μόνο οι αλλοτινές μαμάδες γνώριζαν, γίγαντες «μελωμένοι», ομελέτες γευστικότατες, που, ιδιαίτερα εκείνη με το corned-beef, ξυπνούν νοσταλγικές μνήμες και ενίοτε, νόστιμο τας-κεμπάπ. Διαλεχτή φέτα, σαλάτες, δυο-τρία πραγματάκια ακόμα κι αυτό είναι όλο. Καμιά έπαρση, ένας χώρος φιλικός και ανοιχτός σ’ οποιονδήποτε.

Πολλοί φιλοξενήθηκαν στα τραπέζια της και μοιράστηκαν τη χαρά της ανεπιτήδευτης απλότητάς της. Από τον αρχιτέκτονα Γιώργο Πίττα, που την έκανε εξώφυλλο στο εμβληματικό βιβλίο του « Η Αθηναϊκή Ταβέρνα», μέχρι αρκετούς ανθρώπους των Μέσων, που καλόπιστα, έφεραν μαζί τους και την αναπόφευκτη δημοσιότητα.

Δημοσιότητα, που προκάλεσε και την επίσκεψη νεαρής restoκριτικού, κατά δήλωσή της. Η οποία φαίνεται πως βρήκε πεδίο λαμπρό, να επιδείξει την φανταχτερή της άγνοια, την αποστροφή της για ό,τι σχετίζεται με το παρελθόν και τελικά την ενοχική της σχέση με το φαγητό, της ίδιας και της παρέας της.

Εξηγούμαι. Η οξύτητα των χαρακτηρισμών μου, οφείλεται στο γεγονός ότι αισθάνομαι προσβεβλημένος, από την «restoκριτική» της, άγνωστης σε μένα, κας Άντζελας Σταματιάδου, που δημοσιεύθηκε στον οδηγό πόλης «Αθηνόραμα», την περασμένη βδομάδα. Ως πελάτης και θαμώνας μιλώ, που έχω περάσει εξαίρετες στιγμές σ’ αυτή την μπακαλοταβέρνα, όπως και πολλοί άλλοι γύρω μου, κρίνοντας κάθε φορά από τα γελαστά τους πρόσωπα.

Προσβεβλημένος, όχι βέβαια από τον κακεντρεχώς ειρωνικό και άδικο σχολιασμό των πιάτων. Αυτόν θα μπορούσα να τον αντιπαρέλθω μ’ ένα «τόσα ξέρεις, τόσα λες» ή κι ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων. Αλλά από τον απαξιωτικό επίλογο του σχολίου της, που παραθέτω αυτούσιο: «Πώς επιβιώνουν τέτοια στέκια; Με πυρήνα τους παλιούς, οι οποίοι φτάνουν πια τα μεγάλα –ήντα, απαντάω μόνη μου κι εδώ θυμούνται ή ξεχνιούνται… Και με κομήτες που φλερτάρουν με την ιδέα μιας cult-λούμπεν κατάστασης, νοσταλγώντας τη χρυσή εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μετά μπουζουκιού (είναι της μόδας τώρα με την κρίση). Κάπως έτσι, τα κομπολόγια των νέο-μαγκιόρων συναντάνε τις Louis Vuitton.»

Έχω λόγους λοιπόν, να αισθάνομαι προσβεβλημένος, αλλά και μπερδεμένος. Αφού δεν ανήκω στην ηλικιακή ομάδα των μεγάλων –ήντα, αν και για να πούμε την αλήθεια έχω περάσει τα πρώτα, μήπως είμαι cult-λούμπεν και δεν το ξέρω; Ή μήπως να κρύψω το κομπολόϊ, που με βοηθά να ξεχνώ το τσιγάρο, για να μη με χαρακτηρίσει η αυτόκλητη -και- restoκοινωνιολόγος, νεομαγκιώρο;

Παρακαλώ κυρία μου, που δηλώνετε κριτικός, διαφωτίστε με! Κι αν δεν μπορείτε, τουλάχιστον περιορισθείτε να εκστασιάζεστε μπροστά στα «δημιουργικά» πιάτα με τα «εξωτικά» υλικά κι αφήστε μας εμάς, τους cult-λούμπεν νεομαγκιώρους, να απολαμβάνουμε τις νόστιμες τηγανιτές πατατούλες μας, καταπώς μας αρέσει. Χωρίς τις ενοχές και τις εμμονές σας!