Καλογεροπούλου – Μοσχόπουλος: «Πολλές φορές γινόμαστε… μπίλιες»

Πήγε κάποτε στην «Πεντάμορφη»- μια παράσταση δύσκολη, με ατμόσφαιρα και παύσεις-ένα πιτσιρίκι που την προηγουμένη το είχαν πάει να δει μια άλλη παραγωγή, εντελώς διαφορετική, από εκείνες που αντιλαμβάνονται το παιδικό θέατρο ως «χα-χα-χα». Το ρώτησαν, λοιπόν, στο τέλος ποια από τις δύο του άρεσε περισσότερο. «Η δεύτερη» απάντησε αυθόρμητα. «Γιατί;». «Ε, ήταν πιο ωραία!».«Και γιατί ήταν πιο ωραία;». «Ηταν πιο ωραίαγιατί εδώ με ακούγανε…». Η αφήγηση ανήκει στην Ξένια Καλογεροπούλου και συμπυκνώνει την επιτυχία τής σχεδόν 20ετούς συνεργασίας της με τον Θωμά Μοσχόπουλο στον απαιτητικό χώρο του παιδικού θεάτρου. Από τη στιγμή που εμφανίστηκε μπροστά της, με βερμούδες,προτού ακόμη κλείσει τα τριάντα,ως και σήμερα,που αμφότεροι θεωρούν τον άλλον «οικογένεια». Σε βαθμό που όταν η κυρία Καλογεροπούλουσυνάντησε τους γονείς του,έτρεξε να τους φιλήσειαφού «είναι αυτοί που έχουν γεννήσει τον Θωμά».

Η αρχή του… παντός ήταν ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή. «Γεια σας,λέγομαι Καλογεροπούλου, έχω ακούσει για την παράστασή σας κάποια σχόλια καλάκαι κάποια αντιφατικά.Θέλετε να γνωριστούμε από κοντά;».
Το μυστικό της συνεργασίας είναι ότι «διεκδικούμε διαφορετικό κομμάτι του συστήματος,είναι σαν να παίζει ο καθένας διαφορετικό όργανο σε μια κοινή ορχήστρα, χωρίς αυτό να αποκλείει ότι τα όργανα αυτά μπορεί και να ανταλλάσσονται» λέει ο κ. Μοσχόπουλος.

Βεβαίως ο ίδιος δεν διανοείται να ανεβεί στη σκηνή ούτε η συνεργάτις του να σκηνοθετήσει, της αρκεί «να είναι δίπλα στον σκηνοθέτη και να τον τρελαίνει», με αποτέλεσμα ουκ ολίγες φορές «να γίνονται μπίλιες».
«Την πρώτη φορά που μου μίλησε άσχημα» θυμάται η κυρία Καλογεροπούλου «πήγα να βάλω τα κλάματα, ήταν σε μια στιγμή μεγάλης έντασης, στη γενική πρόβα της “Πεντάμορφης”. Σκέφτηκα, όμως, έτσι μιλάει κανείς μόνο στη μαμά τουκαι συνήλθα αμέσως!».

Δεν σταματούν να συζητούν, να κατεβάζουν ιδέες, να γράφουν- η αρχή έγινε με την «Πεντάμορφη». «Γράφουμε παντού, στο εξοχικό της Ξένιας στις Μηλιές,στο Πήλιο · την πρώτη σκηνή της “Οικογένειας Νώε” την έχουμε γράψει σε ένα ξενοδοχείοστην Κοπεγχάγη. Γράφουμε και μαζί και χώρια,ενίοτε και με συνεργάτη το μαγνητόφωνο».
Αμφότεροι παραδέχονται ότι κανονικά δεν είναι εύκολο. Βοηθάει όμως και η φύση του θεάτρου, η δομή διαλόγου που την καθορίζει. Συνήθως συμφωνούν, βγάζουν επιφωνήματα όταν πέφτει στο τραπέζι μια ιδέα που και οι δύο θεωρούν οικεία, ο ανταγωνισμός δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος.

«Οταν ήταν στα σκαριά το “Σκλαβί”, έργο με μεγάλες ιδιαιτερότητες κατά τη μεταφορά του από το παραμύθι στο θέατρο,μπορεί να καθόμουν και δύο μήνες στις Μηλιές και να έγραφα» θυμάται η κυρία Καλογεροπούλου . «Πήγαινα του Θωμάμία-δύο εκδοχέςγια να μου πει ποια του άρεσε, συνήθως αυτή που άρεσε και σε εμένα. Οταν ολοκλήρωσα λοιπόν το φινάλεκαι καθώς πήγαινα να του το δείξω,σκεφτόμουν ότι την πιο πολλή δουλειά την είχα κάνει εγώ, πώς θα το συνυπογράφαμε.Ηταν το πρώτο πράγμα που παραδέχθηκεόταν το διάβασε.Αυτό το έργοτο ΄γραψες μόνη σου,βρε Ξένια…».

Ο σκηνοθέτης Μοσχόπουλος θεωρεί μαγιά τα μυστικά στο θέατρο. «Οταν πεις κάτι,μπορεί και να περιορίσεις τον άλλον,καλύτερα να του το εκμαιεύσεις, όσο χρονοβόρο κι αν είναι. Την Ξένιατην πιάνει συνήθως ανυπομονησία.Μας ενώνει,βεβαίως,ένα στοιχείο κοινό:η ακατάσχετη περιέργεια. Με τη διαφορά ότι εκείνη δεν ησυχάζει δευτερόλεπτο. Οπως και να έχει,πάντως,η Καλογεροπούλου είναι η…λογοκρισία μου,νιώθω την ασφάλεια να της πω ό,τι μου κατεβεί στο μυαλό,είμαστε πηγαίοι όταν είμαστε μαζί».

Ταξιδεύουν συχνά παρέα ανά τον κόσμο με αφορμή παραστάσεις για παιδιά. Σε μία από αυτές τις εξορμήσεις θα επισκεφθούν στη Ρωσία, έξω από την Αγία Πετρούπολη, και το πατρικό σπίτι τής (ζωγράφου) μητέρας της «Ξένιας» που στεγάζει πια κοινωνικές υπηρεσίες, «μια στιγμήεξόχως συγκινητική».

Στο εξωτερικό βλέπουν πρώτη φορά και τον ιταλικό θίασο Κισμέτ. «Τους θαύμασα τόσο πολύπου τους κάλεσα να παίξουν στη “Μικρή Πόρτα” την “Πεντάμορφη και το Τέρας”,σε μια παράσταση που θεωρώ μοναδική» τονίζει η κυρία Καλογεροπούλου. «Οι ίδιοι με μάγεψανεπίσηςμε τις παραστάσεις για βρέφη- κάτι που θα μείνει,εκτιμώ,στην Ελλάδα-,προοίμιο και του δικού μου εγχειρήματος στο “Ελα”».

Οι παραστάσεις της «Μικρής Πόρτας» ενίοτε σκοντάφτουν στο στερεότυπο για το παιδικό θέατρο. Το «Δρακούδι» είχε μάλιστα κοπεί στις «εξετάσεις» των σχετικών επιτροπών ως σκληρή παράσταση, ακατάλληλη για μαθητές σχολείων. «Ευτυχώς η απαγόρευση κατέφθασε στη λήξη των παραστάσεων» λέει σκωπτικά η κυρία Καλογεροπούλου. «Πρέπει να δείτε στην τρέχουσα παράσταση του “Τυχερού Στρατιώτη” πόσο ενδιαφέρονται τα παιδιά για το ζήτημα του θανάτου που πραγματεύεται μεταξύ άλλων το έργο».

«Η αλήθεια είναι πάντως ότι η πολιτεία κατ΄ αναλογίανμας έχει βοηθήσει. Ξεχωρίζω την εποχή του Θάνου Μικρούτσικου. Σήμεραέχουμε φθάσει στους 17 μήνες αναμονήςγια να μάθουμε αν θα επιχορηγηθούμε ή όχι». «Η στήριξη της πολιτείας χρειάζεται και για να έχεις τη δυνατότητα να μην κάνεις το τετριμμένο» προσθέτει ο Μοσχόπουλος. «Την απαγόρευση ως προς το “Δρακούδι” τη θεωρώ φαρισαϊσμό, κάθε παιδί είναι εκτεθειμένο σε χίλια δυο μπροστά στην τηλεόραση. Θα σηκωνόταν η τρίχα όλων όσοι θεωρούν εαυτούς θεματοφύλακες της παιδικής ψυχής αν έβλεπαν τι παίζεται σε παιδικές σκηνές της Αγγλίας ή της Σουηδίας».


Το χαστούκι, το ξίδι και ο Ροβινσώνας Κρούσος

Κανείς από τους δυο τους δεν έχει παιδιά- κι όμως τα ξέρουν όσο λίγοι. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για αναπλήρωση. Η κυρία Καλογεροπούλου, η οποία έχει προσπαθήσει πολλές φορές να αποκτήσει παιδί, άρχισε να ασχολείται με το παιδικό θέατρο ενώ ακόμη διατηρούσε την ελπίδα ότι σύντομα θα κάνει δικό της.

«Εσείς δεν υπήρξατε παιδί; Δεν ξέρετε πώς μοιάζει να είναι κανείς παιδί;» αντιτείνει ο κ. Μοσχόπουλος. «Από την άλλη πλευρά, η απουσία παιδιών λειτουργεί και θετικά, σου διασφαλίζει μια απόσταση και μια αντικειμενικότητα απέναντι στα πράγματα, ο γονιός ταυτίζεται, είναι εμπλεκόμενος, διαπλεκόμενος. Μπορεί ο χειρουργός να χειρουργήσει δικό του άνθρωπο;».

Η παιδική ηλικία τους γίνεται πηγή τροφοδοσίας, ανασύρουν μνήμες και βιώματα. Ενα άδικο χαστούκι- αποκύημα παρεξήγησης- στον Θωμά μεταμορφώνεται στο χαστούκι που δίνει ο θεατρικός πατέρας στον Ζαχαρία στην «Οικογένεια Νώε». Το ξίδι που βάζει η Ελίζα της ομώνυμης παράστασης στα μαλλιά της όταν λούζεται είναι δάνειο από τη συνήθεια της ίδιας της Καλογεροπούλου στη διάρκεια της Κατοχής για να γίνονται μεταξωτά τα μαλλιά της – αιτία για σκαμπίλι από δασκάλα όταν είδε τις ξέπλεκες πλεξούδες της.

«Οταν παίζαμε την “Ελίζα”» προσθέτει η ίδια«προσπαθούσα να πείσω τη Μάνια Παπαδημητρίου να κοιτάξει τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο όπως κάποτε κοιτούσα εγώ, γοητευμένη γαρ, έναν 14χρονο Γάλλο, με έλληνα πατέρα, ονόματι Πάολο. Ηταν η στιγμή που συνειδητοποίησα- με έκπληξη- ότι και εκείνον Γεωργακόπουλο τον έλεγαν».

Τα παιδικά βιώματα πλάθουν και την κοινή συνισταμένη τους.

Ηταν και οι δυο «στον κόσμο τους, μετά βίας μοναχικά παιδιά, απομονωμένα», μικρογραφίες του Ροβινσώνα Κρούσου, η Καλογεροπούλου στον κήπο του σπιτιού της, ο Μοσχόπουλος ναυαγός στον κόσμο των μεγάλων. Εκεί συναντώνται σε έναν κόσμο φανταστικό, σε έναν άχρονο χώρο, κατά τον κ. Μοσχόπουλο.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk