«Νιώθω περισσότερο ασφαλής, αλλά και πιο ανήσυχος όταν με σκηνοθετούν ηθοποιοί» ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Ζαν Ρενό στην ταράτσα του ξενοδοχείου St. George Lycabettus, προσκεκλημένος πριν από μερικούς μήνες του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας. «Το κατάλαβα για πρώτη φορά όταν έπαιξα στον “Κώδικα Ντα Βίντσι”, που σκηνοθέτησε ένας πρώην ηθοποιός,ο Ρον Χάουαρντ. Μόνον οι ηθοποιοί μπορούν να ξέρουν πότε ένας ηθοποιός κάνει κάτι σωστά ή λάθος, πότε τεμπελιάζει και πότε τα δίνει όλα.Σε ένα πέσιμο από γροθιά,για παράδειγμα». Ο Ρενό κουνάει αριστερά- δεξιά τα χέρια του σαν να ρίχνει γροθιές και να πέφτει, προσπαθώντας να αναπαραστήσει τη σκηνή που περιγράφει.
«Αν έχεις στα χέρια σου έναν καλό ηθοποιό, ο ρόλος θα βγει σίγουρα καλός» μου απαντά, όταν τον ρωτώ αν ένας καλός ρόλος μπορεί να κάνει μια ταινία καλή. «Αν ο ηθοποιός είναι κακός, τότε ο ρόλος θα είναι εξίσου κακός.Δεν υπάρχει μέση λύση». Ο Ρενό φέρνει ως παράδειγμα τη Μέριλιν Μονρό. «Ξεκίνησε ως κομπάρσος ανάμεσα σε πάρα πολλούς ηθοποιούς. Και κάποιος σκηνοθέτης την πρόσεξε και της είπε:“Εσύ εκεί πέρα, για έλα εδώ!”. Και να η Μέριλιν Μονρό».
Ιστορία εκδίκησης
Ο λόγος της επίσκεψης του Ζαν Ρενό στην Ελλάδα ήταν το κλείσιμο του γαλλόφωνου φεστιβάλ, του οποίου η αυλαία έπεσε με την ταινία «22 σφαί ρες» όπου πρωταγωνιστεί. Η θεωρία του περί σχέσης ηθοποιού με σκηνοθέτες-ηθοποιούς οφείλεται στο ότι η εν λόγω ταινία σκηνοθετήθηκε από τον ηθοποιό και φίλο του Ρενό Ρισάρ Μπερί. Στις «22 σφαίρες» ο Ρενό υποδύεται τον Τσάρλι Ματέι, πρώην παράνομο που ζει με την ψευδαίσθηση ότι έχει γυρίσει σελίδα στη ζωή του αφοσιωμένος επί τρία χρόνια στη γυναίκα και στα δύο παιδιά του. Να όμως που ένα χειμωνιάτικο πρωινό 22 σφαίρες θα τον ακινητοποιήσουν στο πάρκινγκ του παλιού λιμανιού της Μασσαλίας, οπότε μια ιστορία εκδίκησης αρχίζει να παίρνει μπροστά…
Κατά κάποιο τρόπο, ο ρόλος του Τσάρλι Ματέι έχει κάποια στοιχεία από τη μεγαλύτερη επιτυχία στην κινηματογραφική καριέρα του Ρενό, τον «Λεόν». Μια ιστορία εκδίκησης, ένα λουτρό αίματος με το πιστόλι για μία ακόμη φορά στο χέρι του Ρενό. «Μη μου μιλάτε για τον “Λεόν”» τον ακούω έκπληκτος να λέει, όταν τολμώ να αναφέρω την ταινία. «Ο “Λεόν” βρίσκεται στο παρελθόν και εγώ θέλω να κοιτάζω το μέλλον». Επιμένω και του λέω ότι δύο είναι οι ταινίες του που αγαπιούνται πολύ στην Ελλάδα: η μία… «Ξέρω,ξέρω,το “Απέραντο γαλάζιο”» με διακόπτει. «Και το καταλαβαίνω διότι ένα μεγάλο μέρος της γυρίστηκε σε ελληνικό νησί, την Αμοργό.Είχα περάσει υπέροχα». Η άλλη όμως είναι ο «Λεόν», συνεχίζω. «Δεν την αγαπούν μόνον στην Ελλάδα» λέει ο ηθοποιός «αλλά σε όλον τον κόσμο. Δεν ξέρω όμως το γιατί και ούτε θέλω να το μάθω».
«Είναι μάλλον θέμα αυταρχικού ύφους» αστειεύεται ο Ρενό, όταν του επισημαίνω ότι πολλοί από τους ήρωές του, σε πολλές ταινίες του, κυκλοφορούν με ένα πιστόλι στο χέρι («Πορφυρά ποτάμια», «Ρονίν») . «Οταν λέω “ακίνητος!”,ο άλλος υπακούει. Συχνά όμως μου προτείνουν και ρόλους ηλιθίων. O πως στους “Περαστικούς” ή στον “Ροζ Πάνθηρα”. Νομίζω ότι μπορώ να παίξω οτιδήποτε:από σκληρό αστυνομικό έως ηλίθιους αισθηματίες…» .
Το «όχι» στη σκηνοθεσία
Αν και στο παρελθόν ο Ρενό είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος ένα φιλμ μικρού μήκους, η σκηνοθεσία δεν είναι στον χαρακτήρα του. Τουλάχιστον όχι στον κινηματογράφο. «Είναι δύσκολο να βρεις τη σωστή ιστορία,την οποία πρέπει να γράψεις και να αφηγηθείς» λέει. « Αντιθέτως,στο θέατρο η σκηνοθεσία μού ταιριάζει περισσότερο. Και πάλι, όμως, η τελευταία φορά που σκηνοθέτησα στο θέατρο ήταν πριν από δύο χρόνια». Η οικονομική κρίση αγγίζει την κουβέντα μας προς το τέλος. Το πρόσωπο του Ρενό σκοτεινιάζει. « Θ εωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που έχει κατακτήσει κάποια πράγματα.Η δύσκολη κατάσταση που μαθαίνω ότι ζείτε στην Ελλάδα είναι φαινόμενο παγκόσμιο.Το νιώθουμε και στη Γαλλία.Αλλοι περισσότερο,βέβαια,άλλοι λιγότερο.Στην ουσία,όμως,όλοι βρισκόμαστε στην ίδια μοίρα και το μόνο που μας απομένει είναι να ελπίζουμε».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ
ΟΧουάν Μορένο Ερένε Ι Ριμένες,όπως είναι το πραγματικό όνομα του Ρενό,γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1948 στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου από ισπανούς γονείς.Φοίτησε στην Εθνική Δραματική Σχολή της Καζαμπλάνκα και πήρε τη γαλλική υπηκοότητα αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του στον γαλλικό στρατό.Κατατάχθηκε στη Μασσαλία, όπου χάρη στις δραματικές σπουδές του ανέλαβε καθήκοντα διασκεδαστή του στρατεύματος. Η δεκαετία του 1970 υπήρξε δύσκολη για την καριέρα του- αφιερωμένη περισσότερο στο θέατρο,καθόλου στο σινεμά και ελαχίστως στην τηλεόραση.Ντεμπούτο στον κινηματογράφο έκανε το 1978 με την ταινία «L΄Ηypothese du Tableau Vole» και έπειτα από μια συνεργασία με τονΚώστα Γαβράστη «Λάμψη μιας γυναίκας» αρχίζει η καρπερή συνεργασία του με τονΛυκ Μπεσόν στην ταινία «Le Dernier Combat» (1983),που τον οδήγησε στον πρώτο του μεγάλο αξιόλογο ρόλο στο «Απέραντο gαλάζιο».Η ταινία,η οποία γυρίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος της στην Αμοργό, σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο ίδιος ο Ρενό γίνεται πλέον γνωστός στην Ελλάδα,σε όλη την Ευρώπη,αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.Με τις μεγάλες επιτυχίες «Νικιτά» (1990) και «Λεόν» (1994),οι οποίες σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και στις ΗΠΑ,άνοιξαν οι πόρτες του Χόλιγουντ για τον γάλλο ηθοποιό,ενώ δεν σταματά να συμμετέχει και σε γαλλικές παραγωγές.Τα τελευταία χρόνια τον έχουμε συναντήσει σε υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ,όπως ο «Γκοτζίλα»,το «Ρονίν»,οι κωμωδίες «Ροζ Πάνθηρας» και ο «Κώδικας Ντα Βίντσι».
Η ταινία «22 σφαίρες» προβάλλεται στις αίθουσες από την περασμένη Πέμπτη.



