Απουσία μελετημένου σχεδιασμού



Η αλήθεια να λέγεται. Σε ό,τι αφορά την όπερα και τη λεγόμενη κλασική μουσική, το εφετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών διαφαίνεται ελαφρώς καλύτερο από το περυσινό. Ωστόσο, το να μιλήσει κανείς για μεγάλες προσδοκίες θα ήταν υπερβολή. Αρχής γενομένης από την αριστουργηματική «Μήδεια» του Κερουμπίνι που θα παρουσιαστεί στις 14 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στο πλαίσιο του αφιερώματος στη Μαρία Κάλλας με τη διάσημη Αννα-Κατερίνα Αντονάτσι στον πρωταγωνιστικό ρόλο, πρόκειται τω όντι για μια παράσταση η οποία έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές στη Γαλλία. Εν προκειμένω, όμως, η συμμετοχή της Ορχήστρας Cappela Coloniensis η οποία, όπως μας ενημερώνει το πρόγραμμα, θα παίξει σε «όργανα εποχής», μάς δημιουργεί έντονους προβληματισμούς ως προς το ακουστικό αποτέλεσμα στην «ανοιχτή» Επίδαυρο.


Ενδιαφέρουσα – σε πρώτο επίπεδο- η εμφάνιση της μεσοφώνου Αννε-Σοφί φον Οτερ με τους καταπληκτικούς «Μουσικούς του Λούβρου» υπό τον Μαρκ Μινκοφσκί, αλλά και σε αυτή την περίπτωση η επιλογή του ανοιχτού Ηρωδείου (24/7) δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το ακουστικό αποτέλεσμα.


Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες εκδηλώσεις, ουδεμία έκπληξη: Προγράμματα εν πολλοίς πολυπαιγμένα, συνεργασίες που είδαμε και πάλι αρκετά πρόσφατα (όπως, π.χ, αυτή της ΚΟΘ με τον βετεράνο Αλντο Τσικολίνι) και απουσία ενός μελετημένου συνδυασμού ανάμεσα στο καταξιωμένο και το καινούργιο. Σε μια εποχή «αλλαγής φρουράς» σε μερικές από τις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου, νέων παραγγελιών έργων αλλά και επανεκτίμησης των ήδη υπαρχόντων, οι «ανησυχίες» του φεστιβάλ φαίνεται να εξαντλούνται στην ιστορική Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης, τον βετεράνο Γιούρι Τεμιρκάνοφ και το χιλιοακουσμένο Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι (Ηρώδειο 7,8 Ιουνίου). Από εκεί ως το αφιέρωμα στη «Μουσική του 20ού και 21ου αιώνα» που αποτελεί μία από τις πέντε βασικές ενότητες του φεστιβάλ, το άλμα είναι μάλλον μεγάλο…