Κ άποιοι θα εκνευριστούν. Κάποιοι θα εξοργιστούν. Και κάποιοι θα θελήσουν να φύγουν στη μέση. Ισως όμως δυσκολευτούν. Γιατί η «Ψυχή στο στόμα» του Γιάννη Οικονομίδη είναι μια ταινία που όσο εξοργίζει άλλο τόσο εθίζει. Εύκολα κάποιος την απορρίπτει- αν παραμείνει στην επιφάνεια: βλέπουμε κάποιους τύπους διαρκώς να βρίζουν. Και όταν λέμε διαρκώς, ακριβολογούμε. Πίσω όμως από την ασταμάτητη βωμολοχία (που, ναι, μπορεί να γίνει κουραστική και καταπιεστική), διακρίνεις τη γνησιότητα των διαθέσεων ενός οργισμένου καλλιτέχνη που αφουγκράζεται το «φτάνει πια!» και το «δεν αντέχω άλλο!» της ελληνικής κοινωνίας.

Ο Οικονομίδης δεν το αποπειράται για πρώτη φορά. Τέσσερα χρόνια πριν, το «Σπιρτόκουτό» του στο ίδιο πυρακτωμένο μοτίβο εκινείτο. Μόνο που η «Ψυχή» «ανοίγει» περισσότερο, βγαίνει στον δρόμο, βγαίνει στον κόσμο αποκαλύπτοντας έναν καλλιτέχνη που δεν φοβάται να εκφραστεί, να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα. Με καλοκουρδισμένους ηθοποιούς-εργαλεία που παίζουν κυριολεκτικά με την… ψυχή στο στόμα ( Ερρίκος Λίτσης, Βαγγέλης Μουρίκης,Κώστας Ξικομηνός, Μαρία Κεχαγιόγλου,Μαρία Ναυπλιώτου κ.ά.) ο Οικονομίδης μιλάει για τον κρυφό ολοκληρωτισμό του νεόπτωχου και την παράνοια που προκαλεί το αδιέξοδο, για τη συσσωρευμένη βία, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να ξεσπάσει σαν ατομική βόμβα. Και αυτό το δίωρο απόγνωσης και τρέλας και απελπισίας, αυτή η μαρτυρική ακτινογραφία μιας τάξης ανθρώπων τόσο μακριά αλλά και τόσο κοντά σε όλους μας, αυτός ο αγχωμένος (και αγχωτικός) κόσμος του τίποτε, αυτό το απόλυτο μηδέν τελικά σε στοιχειώνει. Οπως σε στοιχειώνει και η τραγικότητα του βλέμματος του Λίτση, ο οποίος, άβουλος, άμοιρος, παρακολουθεί με βωβή απορία τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Η «Ψυχή στο στόμα» εκπλήσσει με τη φωτεινότητα και πρωτογένειά της, είναι μια ταινία μεγαλύτερη από τον εαυτό της, που βρίσκει τον τρόπο να σε αναγκάσει να παραμείνεις κολλημένος στο κάθισμα με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη. Αυτό που βλέπεις δεν το έχεις ξαναδεί στη ζωή σου- όχι στον ελληνικό κινηματογράφο.