ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ – ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ Στις «Αναμνήσεις 1921», που κυκλοφορούν αυτές τις ημέρες (επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννα, «Ερμής», Αθήνα 1996), η Π. Σ. Δέλτα περιγράφει αναλυτικά τη σχέση της με τον Ιωνα Δραγούμη, σχέση που αρχίζει το καλοκαίρι του 1905 και συνεχίζεται ώς το 1908. Τον Φεβρουάριο ο Ιωνας μετατίθεται στην Αλεξάνδρεια, όπου ζει η οικογένεια Δέλτα, ως υποπρόξενος στο εκεί ελληνικό προξενείο. Η Πηνελόπη Δέλτα γνωρίζεται με τον Ιωνα Δραγούμη όταν εκείνη είναι 31 ετών και εκείνος 26.



Είχαμε μιλήσει πολύ για τη Μακεδονία, για τον αγώνα, για τους Βουλγάρους και τους Τούρκους, για τα ήθη και τα έθιμα εκεί. Μα ποιος είχε κόψει το κεφάλι του Παύλου Μελά και γιατί, ακόμα δεν είχα ρωτήσει, από κάποια pudeur3, μήπως και ήταν πολύ intime4 πόνος για κείνον. Ωσπου ένα βράδυ, στο σπίτι μας, μου το διηγήθηκε.


Ηταν μετά το γεύμα, στη βεράνταΩ είχαν φάγει εκεί τ’ αδέλφια μου και ένα ή δύο φίλοι, η Παρασκευά που ήταν της παρέας, οι Κ.Χ. 5, και ενόσω ο πρόξενος μιλούσε με την πεθερά μου, και παρακάτω οι άντρες έπαιζαν χαρτιά και η Παρασκευά μισοτραγουδούσε με την εξαδέλφη της, στη βραδινή ζεστασιά του καλοκαιριού, εκείνος είχε καθήσει σε μια παιδική καρέγλα μπροστά μου και μου διηγήθηκε το θάνατο του παλληκαριού. Μιλούσε αργά, χαμηλόφωνα, σαν ν’ αναπολούσε για τον εαυτό του το τραγικό αυτό δράμα, με τα χέρια δεμένα γύρω στο γόνατό του, με την σκεπασμένη θαμπή του φωνή, τα μάτια στυλωμένα στο σκοτάδι μπροστά του. Τον άκουα ανατριχιάζοντας, κρεμασμένη στα χείλη του. Και σα σταμάτησε, του είπα: «Στο κονσέρτο είπατε κάτι φρικτό στην εξαδέλφη μου. Θα ήθελα να σας ρωτήσω… αν σας πειράζει πολύ μην το πείτε». Σήκωσε τα μάτια του και είπε: «Σε σας τίποτε δεν με πειράζει να το πω. Τι είπα;». «Του έκοψαν το κεφάλι; Είναι αλήθεια;». «Ναι». «Ποιος το έκοψε; Γιατί;». «Οι σύντροφοί του, για να μην τον αναγνωρίσουν οι Τούρκοι και βεβαιωθούν όσα υποπτεύουνταν, πως ήταν Ελληνας αξιωματικός». «Και το ξέρει η γυναίκα του;». «Το ξέρει». «Τι φρίκη! Τι άγριο!». «Ναι, πολύ άγριο».


Εκείνος πρώτα, εκείνη λίγο αργότερα ανακαλύπτουν πως αυτό που τους συνδέει δεν είναι μια απλή φιλική σχέση:


Στο ημερολόγιό του έγραφε στην 31 Μαΐου / 3 Ιουνίου για κάποιο όνειρο που τον συγκίνησε, όπου πήγαινε «ψηλά σ’ ένα χωριό στην Κρήτη, σε μια γυναίκα που αγαπούσα, και τη γυναίκα αυτήν την έλεγαν…» με τ’ όνομά μου. «… Κι εκείνη, κρυφά, περνώντας, μου πήρε το χέρι και μου το φίλησε ζεστά και το έσφιξε, κι εγώ θέλησα να της φιλήσω το χέρι, μα δεν πρόφθασα…».


* Η συνάντηση στην Κηφισιά


Σηκωθήκαμε από το τραπέζι και κάποιος κάθησε στο πιάνο. Πήγα κι εγώ στο σαλονάκι και κάθησα στον καναπέ, παράμερα. Σε λίγο τον είδα που κοίταζε από το μέρος μου, πήγε παρακάτω στην είσοδο, ήρθε πάλι κοντά στην πόρτα με κλεμμένες ματιές, και τέλος μπήκε στο σαλονάκι, πλησίασε δειλά και κάθησε κοντά μου. Ηταν νευρικός, flurried7, συγκινημένος. Ακουα το πιάνο και δε μιλούσα. Μου είπε λίγο δειλά: «Σας πείραξε αυτό που σας είπα στο τραπέζι;». «Τι πράμα;». «Πως είστε κοκέτα». «Μα πώς σας φάνηκε πως είμαι κοκέτα και από τις πιο επικίνδυνες; Κοσμική δεν είμαι, δε δίνω δυο παράδες για την τουαλέτα, και οι άντρες, όσοι γνωρίζω, με αηδιάζουν». «Γι’ αυτό είπα η πιο επικίνδυνη». «Δεν καταλαβαίνω… Με λεν “Maman Vertu”8 και σχολαστική και βαρετή και δεν ξέρω τι άλλο…». «Το λεν από εκδίκηση γιατί δεν μπορούν να πλησιάσουν». «Λοιπόν;». «Για τον πολύ τον κόσμο είστε ίσως και αντιπαθητική, γιατί τον πολύ τον κόσμο τον βαστάτε μακριά, τον αποκρούετε. Είστε όμως φοβερά επικίνδυνη για όποιον σας πλησιάσει… για εκείνους που δουν την ψυχή σας…». «Δεν τη δείχνω σε κανέναν», διέκοψα απότομα, τρομαγμένη πάλι. Μια στιγμή δε μίλησε, και ύστερα είπε: «Είστε επικίνδυνη για όσους σας πλησιάσουν, ακριβώς επειδή είστε τόσο κλειστή για τους πολλούς». «Ανοησίες!», διέκοψα, και του μίλησα για το βιβλίο του, ένα έργο που μου είπε ένα βράδυ, στης αδερφής μου, που κάθουνταν κοντά μου, στο τραπέζι, πως το είχε γράψει, και του το ζήτησα μα αρνήθηκε να μου το δώσει. Του είπα: «Το δουλεύετε ακόμα;». Μου αποκρίθηκε: «Οχι, είναι έτοιμο». «Μου το αρνηθήκατε, τάχα πως είναι τόσο κακογραμμένο ώστε δε διαβάζεται!». «Ναι, για σας. Εγώ το διαβάζω». «Διορθώσετέ το και δώσετέ μου το». «Δεν μπορώ», είπε σιγά. Και πρόσθεσε: «Δεν έχω καιρό». «Τόσο σας απασχολεί το προξενείο;». «Οχι». Λίγην ώρα δε μίλησε. Γυρισμένος από το μέρος μου, με τα μάτια σκυφτά, σώπαινε. Πιο σιγά, με συμπάθεια, νιώθοντας πως κάτι τον πονούσε, ρώτησα: «Τι κάνετε;». Μ’ αποκρίθηκε: «Τίποτα… Θέλω να φύγω». «Σας εννοώ», του είπα πάλι. Ξέσπασε ξαφνικά. «Και τι με μέλλει αν μ’ εννοείτε, αφού δεν με βοηθείτε να φύγω από δω;». Κοντοστάθηκα. Σάστισα. Τον ρώτησα: «Πώς μπορώ εγώ να σας βοηθήσω;». Είπε απότομα: «Διώξτε με». «Εγώ;». «Ναι. Πριν με νικήσει η Κλεοπάτρα». Νευρικά, συσπασμένος πρόσθεσε: «Μόνο αυτή μπορεί να με κρατήσει εδώ, να με νικήσει, όπως νίκησε δυο δυνατούς Ρωμαίους». Του είπα: «Εσείς έχετε άλλα όνειρα, δεν πρέπει να σας φοβίζει η Κλεοπάτρα». Είπε: «Και μένα μπορεί να με εξουδετερώσει». Το είχε πει χαμηλόφωνα, με σκυφτό κεφάλι. Δεν αποκρίθηκα. Σήκωσε τα μάτια. Είχα καταλάβει. Και το είδε. Αργά έγειρε πίσω το κεφάλι με μιαν ακατάδεκτη κίνηση που του ήταν συνηθισμένη, και από μέσα από τα χαμηλωμένα του ματοτσίνουρα με κοίταζε. Του είπα σιγά: «Οχι, δεν πρέπει η Κλεοπάτρα να σας κρατήσει. Φύγετε, ριχθείτε πάλι στη δουλειά». Είπε: «Δεν μπορώ να εργαστώ. Δε μ’ ενδιαφέρει τίποτε». «Ζητήσετε να σας μεταθέσουν στη Μακεδονία». «Ούτε αυτή δεν μ’ ενδιαφέρει πια», είπε χαμηλόφωνα. Τον κοίταξα έτσι λιγνό, χλωμό, πεσμένο στον καναπέ κοντά μου, που δονούσε όλος. Και ήμουν κοντά του εγώ, η Κλεοπάτρα, η κοκέτα, η επικίνδυνη για τους λίγους, για κείνον… Και είπε με τη χαμηλή, voilee9 φωνή του: «Δεν κάνω τίποτε, και δε θέλω πια να φύγω… Και περιμένω κάθε μέρα, πότε να έρθει το βράδυ για να σας δω». Σώπασε, και μείναμε ακίνητοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Και μέσα μου κάτι κατακάθιζε, δυνάμωνε, μ’ έκανε ατσάλι. Πολύ ήσυχα του είπα: «Κύριε [Δραγούμη], αν νόμιζα πως το να με βλέπετε μπορούσε να σας κάνει να ξεχάσετε τα όνειρά σας είπας, θα σας έκλεια την πόρτα μου». Με το χέρι έκανε μιαν αόριστη κίνηση, που τη βλέπω ακόμα. «Λοιπόν», είπε, «κάνετέ το… Εκεί πηγαίνω».


Και φουντώνει μεταξύ τους ένας έρωτας που μάταια προσπαθούν να τον σβήσουν με την απόσταση που τους χωρίζει.


Εκείνη ζει στην Αλεξάνδρεια και αργότερα στη ΓερμανίαΩ εκείνος στο Δεδέαγατς και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Θα συναντηθούν όμως στην Κηφισιά. Εκεί μπροστά στο ανέφικτο της σχέσης η Πηνελόπη Δέλτα θα κάνει δύο διαδοχικές απόπειρες αυτοκτονίας, που τις θεωρούν και οι δύο μοναδική διέξοδο. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της τρίτης τους συνάντησης στην Κηφισιά, τον Αύγουστο του 1905, όπου η αυτοκτονία φαίνεται ως η μόνη λύση, καθώς και της πρώτης απόπειρας αυτοκτονίας της:


Κατέβηκα τόσο πρωί την άλλη μέρα που κανένας υπηρέτης δεν ήταν σηκωμένος, και χρειάστηκε ν’ ανοίξω μόνη μου την αμπαρωμένη πόρτα του ξενοδοχείου. Βιαστικά, τράβηξα το δρόμο μου, ούτε κούραση ούτε αδυναμία πια δεν ένοιωθα, άφησα το μεγάλο δρόμο, πέρασα τις ελιές και τράβηξα ίσια στο δασάκι. Με περίμενε ανάμεσα στα πεύκα και μπήκαμε στην πυκνοδεντριά. Εριξε χάμω το καπέλο του και άπλωσε τα χέρια του, και χωρίς λέξη απομάκρυνε λίγο το πρόσωπό μου για να με δει καλύτερα, και ρώτησε: «Τι σ’ εμπόδισε να το κάμεις;». Αργά, βαριά, φίλησα τα χείλη του, και είπα: «Αυτό». Ηταν φρικτός, φρικτός ο πόνος εκείνο το πρωί, μεγαλωμένος από τη χθεσινή νοσταλγία και όλη την αγωνία της ημέρας. Και καθισμένοι χάμω, στις πεσμένες βελόνες των πεύκων, πλάγι πλάγι, ακουμπισμένη πάνω του, με το χέρι του γύρω στη μέση μου και το άλλο σφίγγοντας τα δυο δικά μου στο στήθος του, του είπα πως με είχε πιάσει τέτοια νοσταλγία για το φιλί του που έχασα το θάρρος μου και δεν μπόρεσα να το κάμω. «Μην το κάμεις λοιπόν…», άρχισε, μα με το χέρι του έκλεισα το στόμα. «Μου είπες χθες: “Ναι, τώρα θέλω να το κάμεις!” Μη μου χαλάς την εντύπωση. Χθες το κατάλαβες. Δεν άλλαξε τίποτε. Και θα το κάμω». Σήκωσα το κεφάλι από τον ώμο του και τον κοίταξα. Τι αγάπη, τι φοβερή αγάπη με πλημμύρισε! Του είπα: «Θα το κάνω τώρα το πρωί, γιατί αν τ’ αφήσω για το βράδυ, πάλι θα με πιάσει αυτή η νοσταλγία για το βλέμμα σου, για το φιλί σου, και πάλι θα με νικήσει». Του είχα φέρει το τετράδιό του και του το έδωσα κλεισμένο στο φάκελο, και του διηγήθηκα τη χθεσινή μου μέρα. Με άκουε σιωπηλός, θλιμμένος, νευρικός. Και μου είπε: «Σα μου είπες χθες βράδυ να έλθω σήμερα, μου φάνηκε πως ήμουν πεθαμένος και ξαναζούσα. Δεν ξέρεις τι ήταν όλη η μέρα». «Το φαντάζομαι». Με κοίταζε με κόσμους αγάπη στα μάτια. Του είπα: «Ετσι με κοίταζες χθες βράδυ, και σε είδε ο πατέρας μου». Ταράχθηκε φοβερά. Του χαμογέλασα. «Δεν πειράζει. Ως στο μεσημέρι θα είναι όλα τελειωμένα». Το στόμα του τεντώθηκε σπασμωδικά μα δε μίλησε. Και τον χάιδεψα σιγά στο μέτωπο και στα φρύδια, και μείναμε ώρα πολλή σιωπηλοί.


Οταν σηκώθηκα να φύγω, πετάχθηκε στα πόδια του, ένα κουβάρι νεύρα που πονούσαν. Είπε νευρικά: «Μη φύγεις ακόμα», και μ’ έπιασε από το χέρι σαν να ήταν δυνατόν να με σταματήσει. Ενοιωθα την ψυχή του και του είπα γλυκά: «Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, παιδί μου». Εσπρωξε πίσω τα μαλλιά του από το μέτωπό του, μα δε μίλησε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα φρικτά. Με κοίταζε και με μια σύσπαση των χειλιών του, που κατέβαζε την άκρη του στόματός του αριστερά, είπε: «Σ’ αγαπώ…». «Παιδί μου…». Δε μίλησε πια. Σιωπηλά μ’ αγκάλιασε, και φιληθήκαμε σιωπηλά, και ο θάνατος στέκουνταν από πάνω μας.


* Αποκαλυπτήρια στη Μασσαλία


Πήρε ένα αμάξι και κατέβηκε. Ηταν σαν τρελός και σαν αφηρημένος. Εγώ πήγα στο ξενοδοχείοΩ ήταν νωρίς ακόμα, οι γονείς μου δεν είχαν βγει από το δωμάτιό τους. Κλείδωσα την πόρτα μου, έβαλα τα γράμματα όλα πρόχειρα στο buvard10μου και έκαμα την τουαλέτα μου που επρόκειτο να είναι η τελευταία. Τους νεκρούς τους πήγαιναν ακόμα τότε με ανοιχτά νεκροκρέβατα. Ηξερα πως θα με παραμόνευε, πως θα μ’ έβλεπε, και ήθελα να είμαι έμορφη. Με το ρομαντισμό που είχα ακόμα δυνατό, προετοίμαζα τη σκηνή όλη του θανάτου και της κηδείας. Εβαλα ένα άσπρο φόρεμα που του άρεζε, άδειασα το λαύδανο όλο στο ποτήρι μου, ξαπλώθηκα στο κρεβάτι και το ήπια όλο. Νόμιζα πως θα πέθαινα αμέσως, πως θα ήταν κεραυνοβόλος ο θάνατος. Επιτέλους ζαλίστηκα, άρχισε η στενοχώρια, παρέλυσαν οι δυνάμεις μου και έχασα τη συνείδηση της ώρας.


Κτυπήματα στην πόρτα με ξύπνησαν. Εκανα να σηκωθώ και δεν μπόρεσα. Μου φώναξε η μητέρα μου πως ήταν έτοιμο το φαγί. Θέλησα να πω πως δεν μπορώ ν’ ανοίξω, να μ’ αφήσουν, και κάποιος υπηρετάκος, περνώντας από ένα μπαλκόνι, μπήκε στην κάμαρά μου από το παράθυρο και άνοιξε την πόρτα.


Ο θάνατος θα ακολουθεί σε κάθε βήμα το δρόμο τους. Η Πηνελόπη Δέλτα δεν μπορεί και δεν θέλει να κρύψει τον έρωτά της. Τον ομολογεί στον άνδρα της διότι θέλει να είναι τίμια και ειλικρινής απέναντί του:


Στη Μασσαλία ξέσπασε το πράμα. Δεν κρύβουμουν πιαΩ συχνά με έβλεπε με κλαμένα μάτια, δεν ήθελα να βγω, γύρευα αφορμή να του μιλήσω, και δεν ήξερα πώς. Ενα πρωί που ντύνουμουν σιωπηλά, κάτι μου έλεγε που δεν άκουα, και κει ήλθε κοντά μου, μ’ έπιασε από τους ώμους, με κοίταξε και είπε: «Τι έχεις; Βλέπω πως έχεις κάτι… Είσαι φοβερά triste11τώρα τόσον καιρό. Τι έχεις;». Δεν αποκρίθηκα. Τον κοίταζα και χτυπούσε η καρδιά μου και γύρευα τις λέξεις μου. Και ρώτησε πάλι: «Γιατί είσαι τόσο λυπημένη; Είναι καιρός που το βλέπω, είσαι triste. Τι τρέχει;». Του είπα αργά: «Ναι, είμαι triste, μη ρωτάς γιατί, αν δε θες να πονέσεις». Ανήσυχος ρώτησε: «Αισθάνεσαι χειρότερα;». «Οχι». «Τι είναι; Η μητέρα μου; Η συγκατοικία;». «Οχι». «Σου έκαμα εγώ τίποτε χωρίς να το ξέρω;». Η στιγμή ήταν solennelle12, φρικτή. Και ξέσπασα σε αναφυλητά. «Γιατί με ρωτάς πράγματα που θα σπάσουν τη ζωή σου;», είπα. Κοντοστάθηκε τρομαγμένος, και είπε: «Πες μου τι θα πει αυτό!». Του απάντησα: «Δεν ήλθα για να γιάνω αλλά για να σκοτωθώ, γιατί δεν είναι πια δυνατόν να ζήσω». «Γιατί;». «Μη ρωτάς». «Γιατί;». «Είμαι φοβερά απελπισμένη». Επέμεινε: «Γιατί;». Δεν μίλησα. Με πήρε στην αγκαλιά του και ένοιωσα πως έτρεμε πολύ. Η φωνή του, πνιγμένη από συγκίνηση, είπε σιγά: «Ενα ρώτημα τρέμει στα χείλη μου και δεν τολμώ να το ξεστομίσω». Του είπα: «Πες το! Χειρότερο από την αλήθεια δεν μπορεί να είναι». Δίστασε πριν βάλει το ρώτημα. Και είπε χαμηλόφωνα: «Δε μ’ αγαπάς;». Είπα: «Οχι». «Αγαπάς άλλον;». «Ναι». Μια στιγμή αγωνίας. Και πάλι ρώτησε: «Το δικαστή;». «Οχι». Σκέφθηκε, και είπε: «Δε βλέπεις κανέναν, δεν πας πουθενά…». Γύρευε, γύρευε, το μέτωπό του σφιγμένο στα δυο του χέρια, και τον κοίταζα, και παραμέριζα το δικό μου πόνο εμπρός στο δικό του, κι έκλαιγα, έκλαιγα, και ήταν φρίκη η ώρα εκείνη. Κι έλεγε σιγά, γυρεύοντας πάντα: «Ποιον βλέπεις… Εξω από τ’ αδέλφια σου και από τον αδελφό μου, ποιον βλέπεις…; Δε βγαίνεις, δε δέχεσαι… όλη μέρα με τα παιδιά σου… Ποιον βλέπεις;…». Σήκωσε το πρόσωπό του και με κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν αφανισμένο. «Ποιος είναι;», ρώτησε. «Δε θέλω να σου πω». «Οχι, πες μου. Θέλω να ξέρω. Ποιος είναι!». «Δεν έχει σημασία τ’ όνομα», είπα, «γιατί σαν το καταλάβαμε χωριστήκαμε». «Χωριστήκατε;». Με κοίταζε και συλλογίζουνταν: «Δεν είναι στην Αλεξάνδρεια;». «Οχι». Με κοίταζε, με κοίταζε, η αγωνία τον τρέλαινε. «Ποιος είναι;», ρώτησε πάλι. Η έκφρασή του με πόνεσε. «Μην επιμένεις», του είπα, «παρακαλώ». «Πώς να μην επιμένω… πες μου… καλύτερα πες μου. Δεν μπορώ αυτή την αμφιβολία. Πες μου! Ποιος είναι!». Κι αλήθεια, γιατί να μην του πω; Ηταν τόσο όμορφη, τόσο μεγάλη αυτή η αγάπη, τόσο αγνή. Είπα: «Ο Δραγούμης», είπα το οικογενειακό του όνομα. «Αυτός;…». Με κοίταζε σαστισμένος. «Μ’ αυτός είναι νεότερός σου. Αυτό είναι παιδί». Δε μίλησα. Είπε: «Αυτός… μα είναι τόσος καιρός που έφυγε». Δε μίλησα. Είπε πάλι: «Και τον αγαπάς από τότε;». Και πάλι δε μίλησα. Και ρώτησε: «Και σ’ αγαπά κι αυτός;». Είπα: «Ναι». Πέρασε ώρα χωρίς να μιλήσει. Σκέπτουνταν. Υστερα, με καλοσύνη ρώτησε: «Γιατί δε μου το είπες;». Με πήραν τα κλάματα. «Δεν ήταν εύκολο», είπα, «και σήμερα που σου το είπα, τι κακό που σου έκαμα!». Σκεπτικά, θλιμμένα, είπε: «Καημένη γυναίκα μου…».


Και φθάσαμε στη Λωζάννη, και κατεβήκαμε στο Ouchy. Και στην κρεβατοκάμαρά μας ξέσπασε η τρίτη σκηνή, που μου αποτσάκισε τα νεύρα. «Σου έγραφε;». «Ναι». «Και συ του έγραφες;». «Ναι». «Πόσα γράμματα;». «Μερικά». «Πόσα;». Δεν αποκρίθηκα. Επρεπε να του πω «κάθε μέρα», και πως έπαιρνα τα δικά του μέσον τρίτης, γιατί στο σπίτι κατευθείαν ήταν επικίνδυνο, και να ονομάσω την τρίτη, που ήταν μαζί μας, γιατί είχε φύγει η Αυστριακιά η δασκάλισσα. Και δεν αποκρίθηκα. «Γιατί θέλησες ν’ αυτοκτονήσεις;». «Γιατί τον φίλησα». «Ω! και συ ντράπηκες!». «Δεν ντράπηκα, Στέφανε… δεν ντρέπομαι, δεν μετανοιώνω τίποτε. Μα δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι». Πήγαινε κι ήρχουνταν, ταραγμένος, δυστυχής, βασανισμένος. Και πάλι σταματούσε, τα φρύδια αγριεμένα. «Πού τον έβλεπες;». Δεν αποκρίθηκα. «Πόσες φορές τον είδες;». Δεν μίλησα. «Πού ειδωθήκατε; Ησουν στο ξενοδοχείο, με τους γονείς σου. Πού τον έβλεπες;». Του αποκρίθηκα: «Αρνούμαι να πω τίποτε άλλο. Σου είπα ό,τι μπορεί να σ’ ενδιαφέρει, ό,τι χρεωστούσα να σου πω. Δε θα πω λέξη παραπάνω». Επέμεινε. Δεν μίλησα. Είπε με πίκρα: «Το παιδί σου! Εσύ! Μπορούσε να είναι παιδί σου αυτός!». Δεν αποκρίθηκα.


Περπατούσε απάνω-κάτω, και το αντρίκειο του φιλότιμο βασανίζουνταν, σπάραζε. Στάθηκε μπροστά μου, και προσβλητικά, σαν να μ’ έφτυνε, ξεστόμισε τις μόνες βρώμικες λέξεις που μου είπε ποτέ στη ζωή του. «Ainsi, tu es comme les autres… toi aussi, tu n’ as qu’ un desir, faire des saletes, sur un lit, avec un autre…»16. Αθελα ανορθώθηκα και σήκωσα το κεφάλι πιο ψηλά. Μπροστά μου είδα την εικόνα του άλλου, τα καστανά μάτια φορτωμένα λατρεία, και ευλάβεια… Και είπα σχεδόν ήσυχα: «Αν το ήθελα δε θα σου είχα πει όσα σου είπα. Είναι περιττά αυτά τα λόγια και είναι deplaces»17. Μου είπε εξαγριωμένος: «Θ’ ακούσεις και τέτοιαΩ εννοείς πως tu n’ es pas a la noce»18 . Με ψηλά το κεφάλι του είπα: «Δικαίωμά σου είναι. Πες ό,τι θέλεις». Και τότε κείνος σώπασε. Εκανε να ξαναπιάσει τον περίπατό του, μα σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και τον πήραν τα κλάματα.


* Οικογενειακοί φραγμοί


Ελπίζει πως θα πάρει κάποτε την ελευθερία της. Ομως σκοντάφτει πάντα στους οικογενειακούς φραγμούς αλλά και στη δικιά της αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στον άνδρα της και τα παιδιά της.


Του ζητούσα την ελευθερία μου, του τη ζητούσα με αγριάδα τέτοια και με πόνο τόσο βαθύ, που συγκινήθηκε και κείνος (ο Στέφανος Δέλτα) και μου είπε: «Ας χωρίσουμε». Του είχα πει πως είχα λάβει το τελευταίο γράμμα του άλλου. Του είχα πει πως του αποκρίθηκα. Μου είπε: «Μην το κάνεις πια. Θα χωρίσουμε και θα είσαι ελεύθερη». Αλλά έπρεπε να ειδοποιήσει τους συγγενείς μου. Κι έγραψε εκείνος στον αδελφό μου το μεγάλο, να ειδοποιήσει τους γονείς μου, κι έγραψα κι εγώ ιδιαιτέρως του αδελφού μου.


Το δράμα παίζουνταν στα γεμάτα, η θύελλα είχε ξεσπάσει άγρια στην οικογένειά μου. Ο αδελφός μου έλαβε τα γράμματά μας και μετέδωσε την είδηση. Η μπόρα ξέσπασε φοβερή. Ο πατέρας μου μού έγραψε ένα τραγικό γράμμα, η ευτυχία, λέγει, που ήταν στο σπίτι τους, χάθηκε. Του έγραψα μ’ ένα ξέσπασμα πόνου, μου επέστρεψε το γράμμα μου με σκληρές αρνήσεις σε κάθε μου φράση. Η μητέρα μου με φοβέριζε με κατάρες. Η μεγάλη μου αδελφή με απαρνήθηκεΩ η μικρή δε μου έγραψε καθόλου. Ο αντράδελφός μου έγραψε στον άντρα μου ένα συντριμμένο γράμμα όπου έλεγε: «Ce serait la negation de sa vie entiere»21, αλλά δεν είχε καμιά κατηγορία, καμιά μομφή εναντίον μου στο γράμμα του. Η πεθερά μου είπε της μητέρας μου, που της έλεγε πως «προτιμούσε να με δει νεκρή στο φέρετρό μου παρά ν’ ακούσει πως χωρίζω»: «Γιατί, κυρία…; Τι έκαμε η κόρη σας; Αγάπησε, και τίμια το είπε στον άντρα της». Ο μεγάλος μου αδελφός έγραψε στον άντρα μου να του πει την εντύπωση που έκαμε η απόφασή μου, και του πρόσθεσε πόσο τον συλλογίζουνταν, πόσο λυπούνταν για κείνον «και για αυτήν τη δυστυχισμένη μου αδελφή…». Αλλωστε σε λίγες μέρες θα έφευγε και θα έρχουνταν στη Φρανκφούρτη. Ο μικρότερος αδελφός μου ήταν στην Αγγλία, δεν παραβρέθηκε σ’ αυτήν τη θύελλαΩ άλλωστε κείνος ήξερε.


* Ενα σκληρό γράμμα


Σ’ αυτή τη θέση ήταν τα πράματα όταν έφθασε ο αδελφός μου, τέλη Μαρτίου 1908.


Ηταν αυστηρός και αγέλαστος. Και μετά το πρόγευμα μας άφησε ο άντρας μου να μιλήσουμε. Κι άρχισε η ανάκριση. Τον διέκοψα για να του πω με δυο λόγια: «Δεν έχω τίποτε εναντίον του αντρός μου. Καθώς σου έγραψα, μια και μόνη αιτία με κάνει να ζητώ το διαζύγιο. Αγαπώ άλλον». «Κι αυτό αρκεί για να χωρίσεις;». «Τον αγαπώ αρκετά ώστε ν’ αρκεί». Δεν μίλησε αμέσως και ύστερα ρώτησε: «Και ο άλλος σ’ αγαπά;». «Ναι». «Και σα χωρίσεις, τι καλό θα τους κάνεις;». Συγκινημένη είπα: «Εκείνος ελπίζει πάντα πως θα τον πάρω». Ανασηκώθηκε, και κοιτάζοντάς με στα μάτια ρώτησε: «Εννοείς πως αυτός σε θέλει;». Ανορθώθηκα κι εγώ. «Φυσικά», είπα. «Μα θες να πεις πως αυτός, που είναι νεότερός σου, θέλει να σε παντρευθεί;». Χαμογέλασα, μα είχα δάκρυα στα μάτια. «Τι νομίζεις;», τον ρώτησα. «Σοβαρά;», ρώτησε πάλι κείνος. «Ακουσε», του είπα, «βρίσκεσαι μπρος σε κάτι σπάνιο και πολύ δυνατό, σε μια grande passion22. Τον αγαπώ τόσο, ώστε σπάζω τους δεσμούς μου. Μα αν τίποτε, αυτός μ’ αγαπά ακόμα περισσότερο». Ηταν δύσκολα πράματα να τα εννοήσει ο αδελφός μου. «Μ’ αφού λες πως εσύ δεν έχεις σκοπό να τον παντρευθείς!». «Δεν το έχω σκοπό εφόσον ο άντρας μου μού βάζει αυτόν τον όρο για να βλέπω και να ανατρέφω τα παιδιά μου. Αν ήμουν ελεύθερη, βεβαίως θα τον έπαιρνα». «Ωστε αγαπάς και τα παιδιά σου». «Αμφέβαλλες;». «Μα πώς τ’ αφήνεις λοιπόν;». «Γιατί δεν μπορώ πια να ζήσω όπως έζησα τρία χρόνια, όπως ζω τώρα, αποκομμένη από κείνον ή υποχρεωμένη να λέγω ψέματα στον άντρα μου». «Και τι σε κάνει να μην παρατάς τα παιδιά σου, αν είναι τέτοια grande passion;». «Τα παιδιά μου μ’ έχουν ανάγκη… Ακουσε, Αντώνη, τα παιδιά μου, εγώ δεν τα έχω ανάγκη: όσο κι αν τ’ αγαπώ, αγαπώ τον άλλο περισσότερο. Μα τα παιδιά μου μ’ έχουν ανάγκηΩ δεν μπορώ να τους στερήσω τη μητέρα τους». Τότε ο αδελφός μου ξέσπασε. «Sapristi, j’ ai pourtant la manche large! 23 Μα τέτοιο πράμα δεν το ξανάκουσα! Ποιος από μας δεν αγάπησε; Ποιος δεν παρασύρθηκε; Μα περνούν αυτές οι αγάπες. Κι η οικογένεια μένει». «Η δική μου δεν πέρασε… ούτε η δική του, σε δυόμισι χρόνια που ήμαστε χωρισμένοι». Κάτι μου είπε, πως ίσως γι’ αυτό βάσταξε, γιατί χωριστήκαμε, ενώ αν είχαμε αφεθεί στην αγάπη μας, θα είχε σβήσει αυτή μόνη της και η οικογένεια θα έμενε σώα. Δεν το είπε έτσι, μα αυτό υπεννόησε. Ανατινάχθηκα. «Εχεις, λες, la manche large! 24 Αν εννοείς αυτό, πάρ’ το πίσω», είπα με αγανάκτηση. «Αγαπώ τόσο, που σπάζω τους δεσμούς μου. Μα για να σέρνω στα σαλόνια μια βρώμικη liaison25 , κάτω από την αιγίδα του αντρός μου, αυτό δεν το κάνω. Δεν έχω εγώ la manche large. Ζητώ το διαζύγιό μου και φεύγω. Μα τέτοιες βρώμες δεν τις κάνω». Μου είπε σοβαρά: «Κι όμως παρατάς τα παιδιά σου. Ποιο είναι το χειρότερο;». Με πήραν τα κλάματα. «Δεν τα παρατώ», είπα, «εφόσον δεν ξαναπαντρεύομαι και δεν ξεπέφτω». Είχαν σπάσει οι σούστες που με βαστούσαν τεντωμένη, και έκλαιγα, έκλαιγα τώρα σαν κουρέλι. Δε ζήτησε να με παρηγορήσει, ίσως να έβλεπε το περιττό του πράγματος, ίσως να σκέπτουνταν πως ο άντρας μου δεν είχε μεταχειριστεί καλή πολιτική. Πάντως χωριστήκαμε χωρίς να φθάσομε σε συμπέρασμα, και πήγε κείνος και κλείστηκε μόνος του με τον άντρα μου.


Τι είπαν οι δυο άντρες μεταξύ τους, δεν μου το διηγήθηκε ποτέ, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Αλλά το μάντευσα αργότερα, λίγο λίγο, εφόσον μια λέξη του ενός ή του άλλου ή και του μικρότερού μου αδελφού μου ξεσκέπαζαν μια γωνίτσα του σχεδίου ή της αντιλήψεως που ο μεγάλος αδελφός μου είχε κατορθώσει να εμπνεύσει στον άντρα μου. Του είπε ο αδελφός μου πως ήταν τρέλα να δεχθεί τέτοιο συμβιβασμό. Πως ήταν τρέλα να μου εξασφαλίσει την επικοινωνία με τα παιδιά μου. Πως δεν έπρεπε ποτέ να δεχθεί διαζύγιο. Πως όσο κρατούσε τα παιδιά μου, με κρατούσε και μένα. Πως το ήξερε ότι τα παιδιά μου δεν θα τα εγκαταλείψω. Πως έπρεπε αυτά ν’ αντιτάξει στη θέλησή μου να ελευθερωθώ. Και έκαμαν ένα σχέδιο, και μου το υπέβαλε το βράδυ στην κάμαρά μας ο άντρας μου: Να πάγω για λίγον καιρό μόνη, όπου ήθελα, ας πούμε στο Baden-Baden, να συλλογιστώ, να συνέλθω, να σκεφθώ, και αν επιμένω, βλέπομε για το διαζύγιο.


[…]


Προσπαθεί να φύγει μα πάντα ξαναγυρνά νικημένη αλλά ποτέ δεν κατορθώνει να κάνει το πάθος της να σιγήσει.


Μαζί με το γράμμα του [του Στέφανου Δέλτα] είχε έλθει και ένα του μικρού μου αδελφού. Πληγωμένη, αναστατωμένη από το διάβασμα του γράμματος του αντρός μου, λίγο χαμένη, γυρεύοντας κάτι να βασταχθώ, μια καρδιά δική μου, που να με νοιώθει, άνοιξα το γράμμα του αδελφού μου.


Μα δε μ’ έγραφε πια ο «γλυκομίλητος» αδελφός μου. Του είχε δώσει ο άντρας μου να διαβάσει το γράμμα μου, είχαν μιλήσει, το είχαν συζητήσει, και παίρνοντας την πένα του ξέσπασε ο γλυκός και επιεικής και πονόψυχος αδελφός μου και μου έγραψε το σκληρότερο γράμμα που έγραψε βέβαια ποτέ στη ζωή του. «Ton panache! Il est beau», λέγει, «ton panache! Το κύλησες στο βούρκο, στη λάσπη, το panache 26σου! το έκαμες σκουπίδι ντροπιασμένο. Νομίζεις πως δε σε παρακολούθησα, πως δεν ήξερα την διαγωγή σου τον καιρό που ήσουν στο Liverpool; Νομίζεις πως δεν ξέρω πως λαμβάνεις γράμματα και δέματα απ’ αυτόν τον κύριο και πως είχες μυστική αλληλογραφία με τις αδελφές του; ton panache! 27 Τολμάς να μιλάς για panache!28 και σε ποιον; Στον έκτακτο άνθρωπο που είναι άντρας σου και που πληγώνεις με κάθε σου λέξη…» κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ηταν μακρύ και άγριο και αγανακτισμένο το γράμμα του, και το διάβασα, και αγρίεψα και αγανάκτησα και εγώ, και παίρνοντας κι εγώ την πένα μου, έγραψα δυο τηλεγραφήματα, ένα στον άντρα μου, λέγοντας πως φεύγω με το αυριανό πρωινό τραίνο, και ένα στον άλλο, λέγοντας πως πηγαίνω στα παιδιά μου για το Πάσχα και να μου γράψει στη διεύθυνση κοντά στη Βιέννη, όπου θα πήγαινα μετά, γιατί δεν θα επέστρεφα στο Baden-Baden.


[…]


Το πρωί πλήρωσα το λογαριασμό μου, μπήκα σ’ ένα αμάξι και τράβηξα για το σταθμό όπου πήρα ένα πρωινό τραίνο για να επιστρέψω στα παιδιά μου, στο σπίτι μου. Στο τραίνο ήμουν μόνη. Στο σταθμό με περίμενε ο άντρας μου με τον αδελφό μου το μικρότερο. Ο μεγάλος είχε επιστρέψει στην Αίγυπτο. Σαν τους είδα κάτι ξύπνησε μέσα μου, κάποια ζωή, κακία, άσχημη, μα ζωή. Δεν τους φίλησα. Μπήκαμε σ’ ένα αμάξι και τραβήξαμε για το σπίτι.


Γύρισα και κοίταξα τον αδελφό μου. Ηταν λυπημένος και σιωπηλός, ίσως γιατί δεν τον φίλησα. Και η ζωή, η κακή, η άσχημη, ξέσπασε κι ανέβηκε, και χύθηκε, κοχλακιστή, σε λόγια που μαχαίρωναν. «Λοιπόν το panache30 μου το έσυρα στο βούρκο, στη λάσπη! Λοιπόν με ξέρεις, με γνωρίζεις. Και ξέρεις πως γελώ τον τίμιο άντρα μουΩ πως στο Liverpool είχα κρυφή αλληλογραφία μαζί του και λάμβανα και δέματα, και κρυφή αλληλογραφία με τις αδελφές του. Το ξέρεις! Το είπες στον άντρα μου; Επρεπε να του το πεις. Να ξεσκεπάσεις την διπροσωπία μου στα μάτια του. Αλληλογραφία μαζί του, τότε, δεν είχα. Να το ξέρεις. Τα δέματα που έλαβα, και που είδες και που σε σκανδάλισαν, μου τα έστειλε η δασκάλισσά μου, και είναι παλιά βιβλία δικά μου, τετράδιά μου, που δε θέλω να τα διαβάσει ο άντρας μου γιατί είναι της κοριτσίστικής μου ζωής. Κι άλλωστε όλα όσα γράφει μέσα τα ξέρει ο άντρας μου…». Γύρισα στον άντρα μου με ορμή: «Σου τα είχα πει;». «Ναι», είπε. Και πάλι στράφηκα στον αδελφό μου: «Αλληλογραφία με τις αδελφές του είχαΩ μα το ήξερε ο άντρας μου. Ρώτησέ τον. Αλήθεια λέγω, [Στέφανε]; Το ήξερες; Πες του το», διέταξα τον άντρα μου. «Ναι», είπε πάλι εκείνος, «σου είχα δώσει την άδεια να τους γράφεις». «Τ’ άκουσες;», είπα απότομα του αδελφού μου. «Πάρε τώρα πίσω όλες τις ασχημίες που μου έγραψες στο γράμμα σου». Ισιος, ακίνητος, θλιμμένος κάθουνταν πλάγι μου ο αδελφός μου με τα σταχτιά μάτια του βαριά από λύπη, στυλωμένα ίσια μπροστά του. Τον είδε ο άντρας μου και τον λυπήθηκε. «Μην αγανακτείς εναντίον του αδελφού σου», είπε με καλοσύνη, «δεν ξέρω τι σου έγραψε, μα να ξέρεις πως σ’ αγαπά…». «Δε θέλω αγάπη», διέκοψα. «Δε μ’ έμεινε κανείς στον κόσμο, ούτε τούτος ο αδελφός μου, που τον είχα σαν παιδί μου. Ούτε θέλω αγάπη ούτε θέλω υποστήριξη». «Μη μιλάς έτσι, όλοι σ’ αγαπούν…», άρχισε ο άντρας μου, μα τον διέκοψα. «Δε με νοιάζει», είπα. «Από σένα δεν περίμενα άλλο παρά πίεση και βία, ακόμα και έχθρα. Είναι ο ρόλος σου. Σου έκαμα πολύ κακό, υπερασπίζεσαι όπως μπορείς. Από τον αδελφό μου όμως…». Μια στιγμή τσάκισα. Τον αγαπούσα τόσο τον αδελφό μου… Μ’ ένοιωσε ο άντρας μου και πήρε το χέρι μου. «Μην τον αδικείς», παρακάλεσε. Με μιας ξαναβρήκα την exaltation31 μου. Τράβηξα το χέρι μου και κοχλακιστά πάλι ανέβαιναν και χύνουνταν τα λόγια μου, πονετικά σα μαχαιριές. «Τα γράμματά σας τα έλαβα χθες, μαζί. Διάβασα πρώτα το δικό σου. Ηταν εξευτελιστικό, τσουχτερό και πονετικό όπως ταίριαζε. Με ταπείνωσες. Δικαίωμά σου. Το δικό του όμως, του αδελφού, δεν το περίμενα. Νόμιζα πως με γνώριζε. Νόμιζα πως ήξερε πως δεν ήμουν ταπεινή ιντριγκάντισσα και ψεύτρα. Γελάστηκα». Γύρισα και τον κοίταξα, ακίνητο, τα σταχτιά του θλιμμένα μάτια πάντα ίσια μπροστά του. Δεν μαλάκωσα. Αισθάνουμουν αλύγιστη, δυνατή σα σίδερο. «Διάβασα τα γράμματά σας. Είπα, έτσι θα κρίνουν οι άνθρωποι. Κάνω έγκλημα. Ασχημη πράξη. Και δεν μπορώ να την κάνω την άσχημη πράξη. Και γύρισα στα παιδιά μου». Θέλησε ο άντρας μου πάλι να μου πάρει το χέριΩ του το άφησα. Τι σήμαινε; Του είπα πιο σιγά: «Εσένα δε σου προσάπτω τίποτα. Το γράμμα σου είναι ταπεινωτικό. C’ est dans l’ ordre32. Του αδελφού μου όμως…». Το έβγαλα από το τσαντάκι μου και το έριξα στα γόνατά του. «Πάρ’ το πίσω», του είπα, «δε θέλω να το κρατήσω. Πάρ’ το πίσω με όλες τις ταπεινώσεις που εμπεριέχει». Το πήρε ο δυστυχισμένος αδελφός μου και το έσχισε σιωπηλά σε μικρά κομμάτια και τα έχωσε στην τσέπη του. Μου φάνηκε τόσο θλιβερή, σα μετάνοια η πράξη του, που δε μίλησα πια. Η πίκρα μου είχε σβήσει.


3. συστολή.


4. ενδόμυχος.


5. Κωνσταντίνος και Αλεξάνδρα Χωρέμη.


7. αναστατωμένος.


8. μαμά αρετή.


9. θαμπή.


10. χαρτοφύλακας όπου φυλάσσονται τα στυπόχαρτα


11. θλιμμένη


12. σοβαρή


16. «Ετσι λοιπόν είσαι σαν τις άλλες… Ακόμη και συ έχεις μία μόνο επιθυμία, να κάνεις βρωμιές μ’ έναν άλλον σ’ ένα κρεβάτι…».


17. άτοπα


18. είσαι σε άσχημη κατάσταση


21. «Θα ήταν η άρνηση όλης της της ζωής».


22. μεγάλο πάθος


23. «Μα το Θεό, δεν είμαι δα και τόσο αυστηρών αρχών!»


24. ανοιχτό μυαλό σε θέματα ηθικής


25. σχέση


26. «Η περηφάνια σου! Είναι ωραία!». (…) «Η περηφάνια σου!» (…) περηφάνια


27. «Η περηφάνια σου!»


28. περηφάνια


30. περηφάνια


31. έξαρση


32. Είναι κομμάτι του κανόνα.