Οπως έχει επανειλημμένα τονιστεί στη σειρά αυτή των αρθριδίων, η εντόπια έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη είναι καινούργιο φρούτο για τη χώρα μας. Ομοια δε με τις πλείστες των περιοχών, η θαλάσσια έρευνα και τεχνολογία άρχισε να καλλιεργείται κάπως σοβαρά στην Ελλάδα μετά που αρχίσαμε να κάνουμε παρέα με τους τεχνολογικά προηγμένους Ευρωπαίους και, εν πολλοίς, με τη δική τους οικονομική βοήθεια. Ακόμη και η περιορισμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση που υπάρχει στην περιοχή, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Τμήμα Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, που ιδρύθηκε μόλις το 1969 και αυτό όχι ως αποτέλεσμα συλλογικού προβληματισμού στη χώρα με την πρώτη εμπορική ναυτιλία του κόσμου, αλλά συμπτωματικά επειδή έτυχε να γίνει τότε πρύτανης στο Πολυτεχνείο ο αείμνηστος δάσκαλός μου Βασίλης Φραγκούλης! Είναι δε δείγμα της επιστημονικής προόδου στην περιοχή ότι πέρυσι, τριάντα χρόνια μετά, πρωτολειτούργησε και πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών στη «Ναυτική & Θαλάσσια Τεχνολογία & Επιστήμη» στο Πολυτεχνείο με τη συμμετοχή του Τομέα Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας και του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΚΘΕ).
Παράλληλη είναι και η ιστορία της έρευνας στον θαλάσσιο χώρο μας, που σχεδόν ουδόλως απασχολούσε τους κρατούντες ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και αυτό σε μια χώρα που έχει 18.000 χιλιόμετρα ακτές, το 1/3 δηλαδή των ακτών της Μεσογείου! Λες και τους διέφυγε πλήρως το γεγονός ότι η θάλασσα είναι πηγή ζωής και πλούτου και μάλιστα με ανταγωνιστικό προς τις γειτονικές χώρες τρόπο. Ετσι μόνο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η χώρα απέκτησε το πρώτο ωκεανογραφικό της σκάφος, το «Αιγαίο» του ΕΚΘΕ και στα τέλη της ίδιας δεκαετίας ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης (ΙΘΑΒΙΚ), που σύντομα απέκτησε ερευνητικό αλιευτικό σκάφος («Φιλία»)… με πιστώσεις του ΝΑΤΟ. Παρά ταύτα, η πολιτεία συνέχισε να αγνοεί την αναγκαιότητα χρηματοδότησης της θαλάσσιας έρευνας και τεχνολογίας, αλλά ακόμη και την ανάγκη στοιχειώδους σχεδιασμού της. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ερευνας & Τεχνολογίας (ΕΠΕΤ1) της περιόδου 1990-1994 η λέξη Θαλάσσια Ερευνα & Τεχνολογία δεν αναφέρεται πουθενά, ούτε ως μέτρο ούτε ως δράση, και τελικά για την περιοχή διατέθηκε λιγότερο από το 1% των συνολικών πιστώσεων!!!
Ευτυχώς, τα πράγματα άλλαξαν τα πέντε τελευταία χρόνια, οπότε στα πλαίσια του ΕΠΕΤ 2 μετασκευάστηκαν και εκσυγχρονίστηκαν τα ωκεανογραφικά σκάφη «Αιγαίο» και «Φιλία», αποκτήθηκε το πρώτο ερευνητικό βαθυσκάφος «Θέτις» από το ΕΚΘΕ και αποκτήθηκε τηλεκατευθυνόμενο υποβρύχιο όχημα με επιχειρησιακό βάθος τα 3.000 μ. από το ΙΘΑΒΙΚ. Ιδρύθηκε ακόμη το Ινστιτούτο Τεχνολογιών & Ερευνών Βαθειάς Θάλασσας & Αστροσωματιδιακής Φυσικής Νετρίνων, που θα αρχίσει να λειτουργεί σε βάθος μεγαλύτερο των 4.000 μέτρων στην περιοχή της Πύλου. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων χρηματοδότησε (με σκανδιναβικές πιστώσεις) το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του ΕΚΘΕ με 4,2 δισ. δρχ. για την εγκατάσταση στο Αιγαίο ενός δικτύου πλωτών μετρητικών σταθμών («Ποσειδών») για κυματικές, μετεωρολογικές και ωκεανογραφικές μετρήσεις.
Φυσικά, τα παρατράγουδα δεν μπορούσαν να λείψουν από την… αναπτυσσόμενη χώρα μας. Ετσι, μια μεγάλη Επιτροπή Θαλάσσιας Ερευνας & Τεχνολογίας, που συστήθηκε προ τετραετίας με πρωτοβουλία του τότε Γενικού Γραμματέα Ερευνας & Τεχνολογίας καθ. Ν. Χριστοδουλάκη και στην οποία συμμετείχαν και οι παραγωγικοί φορείς, ουδέποτε συνεκλήθη. Αγνωστο γιατί, ακόμη και σε μένα που ήμουν μέλος της πενταμελούς συντονιστικής της επιτροπής! Επιπρόσθετα δεν ολοκληρώθηκε η προσπάθεια δημιουργίας ενός Μεσογειακού Κέντρου για Θαλάσσιες Βιομηχανικές Τεχνολογίες υπό την αιγίδα του UNIDO. Σε αυτήν την περίπτωση, αφού αλωνίσαμε κυριολεκτικά τις χώρες της Μεσογείου, εγώ ως (άμισθος) Πρόεδρος της Εταιρείας Ανάπτυξης Τεχνολογίας (ΕΑΝΤ) που είχε τον συντονισμό της προσπάθειας, και πείσαμε τους πάντες (ακόμη και τους Τούρκους) για το καλό της υπόθεσης και αφού τους φέραμε θριαμβευτικά στην Αθήνα να τους ανακοινώσουμε τα αποτελέσματα,… εγκαταλείψαμε την υπόθεση! Αυτό δε γιατί δεν μπορούσε να βρεθεί τρόπος χρηματοδότησης της (κρατικής) ΕΑΝΤ για να συνεχίσει το έργο, για το οποίο είχαν ήδη διατεθεί 40 εκατ. δρχ.!!!
Κοντολογίς και επερχομένου του ΕΠΕΤ 3, τα πράγματα δεν δείχνουν κακά για τη θαλάσσια έρευνα και τεχνολογία, αν φυσικά χρηματοδοτηθεί η προσπάθεια επωφελούς χρήσης της υποδομής που έχει ήδη δημιουργηθεί. Είναι δε η άποψη του γράφοντος ότι, μαζί με τα άλλα, θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν και ολοκληρωμένες εθνικές δράσεις, όπως:
* Η επέκταση του δικτύου «Ποσειδών» και η συμπλήρωσή του με ελληνικής σχεδίασης και κατασκευής μετρητικούς σταθμούς τύπου «Μέδουσα» (ΕΑΝΤ).
* Σχεδίαση και δημιουργία συστήματος αποτύπωσης του βυθού και εντοπισμού βυθισμένων αντικειμένων (όπως π.χ. το χαμένο τμήμα των Ελγινείων μαρμάρων, κάποιο μινωικό πλοίο ή κάτι που ενδιαφέρει το Πολεμικό μας Ναυτικό!).
Ο κ. Θεόδωρος Λουκάκης είναι καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.



