Θα μπορέσουμε ποτέ να απαντήσουμε με χημικούς όρους στην πανάρχαιη έκκληση του Ιώβ: «Αλλά πού κατοικεί η σοφία και πού βρίσκεται η νόηση;». Μήπως το να μιλάμε για τον τόπο όπου εδράζεται το πνεύμα είναι τόσο ακατανόητο όσο το να προσπαθούμε να βρούμε την «τοποθεσία» του αριθμού πέντε ή της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν; Μήπως η ύπαρξη του νου στον χρόνο έχει κάποιο νόημα ενώ στον χώρο δεν έχει;


Οι βιοχημικοί είναι πεπεισμένοι ότι κάποια μέρα θα αποκαλυφθεί η μοριακή τοπογραφία της ανθρώπινης σκέψης και θα προσδιοριστούν οι χημικές διαδικασίες που διέπουν τη λειτουργία της. Ατυχώς, αυτή η πεποίθηση πηγάζει από τη θεώρηση όχι των ερευνητικών εξελίξεων στο συγκεκριμένο πεδίο αλλά από την Ιστορία. Πολλές φορές στο παρελθόν οι επιστήμονες, στρατευμένοι σε μηχανιστικές ερμηνείες των φαινομένων της ζωής, βρέθηκαν αντιμέτωποι με απαγορευτικά μηνύματα: «Ως εδώ και μη παρέκει». Τα μηνύματα ξεθώριασαν, οι φραγμοί ανάμεσα στον άβιο και στον έμβιο κόσμο έχουν καταρρεύσει. Ενα προς ένα, κάθε τμήμα του μηχανισμού της ζωής αποδείχθηκε ότι οργανώνεται υπακούοντας σε φυσικοχημικά παραγγέλματα.


Επειδή γνωρίζουμε σήμερα ότι η πηγή της ενέργειας για τις εγκεφαλικές λειτουργίες είναι χημική και διοχετεύει τα μηνύματά της με τη χρήση φυσικοχημικών διαδικασιών, είναι σχεδόν ζήτημα πίστης ότι κάποτε θα ανακαλύψουμε πως η μνήμη, η σκέψη και η βούληση είναι σύνθετες ακολουθίες μοριακών μηχανισμών. Ο μεταβολισμός της τροφής, η απελευθέρωση της ενέργειας και η μετατροπή της σε κίνηση, ακόμη και η διάδοση των νευρικών ώσεων, όλα αυτά μπορούν σήμερα να εξηγηθούν με όρους της χημείας και της φυσικής. Αλλά πώς μπορεί μια μάζα ιστού, καμωμένη από νερό, μερικά λίπη και πρωτεΐνες, να διαθέτει μνήμη; Πώς μπορεί να στοχάζεται; Με ποιον τρόπο συμφωνεί ή διστάζει;


Εικασίες και πραγματικότητα


Τι είναι μνήμη; Είναι συντονισμένες αλληλουχίες «λαξευμένες» στη δομή κάποιων μοριακών συμπλεγμάτων; Πώς διαιωνίζεται χρόνο με τον χρόνο; Οι μέθοδοι των νευροεπιστημών έχουν καταδείξει ότι ο εγκέφαλος, όπως και άλλοι ιστοί, βρίσκεται σε μια κατάσταση δυναμικής ισορροπίας. Συνεχώς αποδομείται και ανασυγκροτείται. Πώς είναι δυνατόν η μνήμη να παραμένει άθικτη, συχνά εφ’ όρου ζωής, μέσα απ’ αυτή την αδιάκοπη καταστροφή και ανακαίνιση του ιστού; Ανανεώνονται συνεχώς τα μόρια που αποθηκεύουν μια μνήμη, όπως συμβαίνει με τα γνώριμά μας αντισώματα;


Αν και μας λείπει η αληθινή γνώση σχετικά με τους μηχανισμούς της νόησης, δεν στερούμαστε εικασιών γι’ αυτούς. Η απουσία μιας πραγματικότητας δημιουργεί ένα κενό το οποίο εύκολα στεγάζει μια πληθώρα υποθέσεων. Η σύγχρονη τάση είναι η εξεύρεση αναλογιών μεταξύ του εγκεφάλου και μιας ηλεκτρονικής υπολογιστικής μηχανής. Ο εγκέφαλός μας υποτίθεται ότι απαρτίζεται από ένα πλήθος κυκλωμάτων συναρμολογημένων από εκατό δισεκατομμύρια νευρώνες και ό,τι γίνεται εκεί καθορίζεται από τον υποκείμενο ηλεκτροχημικό εξοπλισμό χωρίς επίγνωση του γενικού σχεδίου. Το εξαγόμενο ­ ιδέες, συναισθήματα, πράξεις ­ είναι αυτόματη συνέπεια των προκαθορισμένων ρευμάτων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό του. Αυτό το είδος αντίστροφου ανθρωπομορφισμού ­ ή είναι μηχανομορφισμός; ­ είναι επινοημένο και στερείται ερμηνείας που στηρίζεται σε βάσιμες αποδείξεις. Δεχόμαστε με βεβαιότητα ότι κάθε γνωστός μηχανισμός κάθε ζωντανού οργανισμού λειτουργεί με τους περιορισμούς που θέτουν οι νόμοι της θερμοδυναμικής και της μηχανικής. Υπ’ αυτό το πρίσμα καθετί ζωντανό είναι μια μηχανή. Αλλά η μηχανή αυτή δεν κατασκευάστηκε κατ’ εικόνα κάποιου τεχνουργήματος του ανθρώπου!


Οι πρόοδοι της επιστήμης


Η ανάπτυξη εννοιών και γλώσσας που σχετίζονται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπως για παράδειγμα η διάκριση ανάμεσα στον υλικό μηχανικό εξοπλισμό και το λογισμικό, άνοιξε νέες προοπτικές για τη φύση της ανθρώπινης νόησης. Αυτές οι επιστημονικές πρόοδοι εναρμονίζονται με τις φιλοσοφικές θεωρήσεις του φανξιοναλισμού (λειτουργισμού), ότι δηλαδή το βασικό συστατικό του πνεύματος δεν είναι ο μηχανικός εξοπλισμός ­ το βιολογικό υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένος ο εγκέφαλος ή οι φυσικές διαδικασίες που γίνονται σ’ αυτόν ­ αλλά το λογισμικό ­ η οργάνωση του υλικού, δηλαδή το «πρόγραμμα». Τα βιομόρια που πλοηγούν τις εγκεφαλικές λειτουργίες φαίνεται ότι διαθέτουν «αλγοριθμική σκέψη» που καθορίζει τις τελεολογικές δράσεις τους (γενετική πληροφορία), μα και «ευρηματική σκέψη» (πλαστικότητα) που τα καθιστά ικανά, με την προτροπή της χημικής έμπνευσης και της παραφοράς, να στοιχειοθετήσουν στιγμιαίες υποθέσεις, να βρουν δρόμους μέσα στην ομίχλη του κυτταρικού τοπίου, να λύσουν τα χίλια δυο συγκεχυμένα προβλήματα που βάζει κάθε στιγμή η κυτταρική μηχανή. Τέτοια βήματα συνθέτουν μιαν αντίληψη ή τη μόρφωση μιας γνώμης ή συντελούν στην εκδήλωση μιας πράξης. Οι τελικές επεξεργασίες είναι ρυθμίσεις πάνω στις χωροδιατάξεις των βιομορίων που κωδικοποιούν με σχεδόν ψηφιακό τρόπο την εναλλαγή παλμών στα κύτταρα του εγκεφάλου. Η εμπειρία, η σειρά των χημικών αντιδράσεων οι οποίες στο διάστημα μιας ζωής αποκρίνονται στις εξωτερικές επιδράσεις, τροποποιεί και αναπτύσσει αδιάκοπα αυτές τις ρυθμίσεις προσφέροντας θέσεις παραμονής και αποθήκευσης ή επιλογές διαφυγής. Η εμφάνιση λαθεμένων σκοπών, δηλαδή κατάρρευσης της ρυθμιστικής συνοχής του εγκεφαλικού δικτύου, οφείλεται, πιθανόν, στη χρησιμοποίηση της «ευρηματικής σκέψης».


Είναι μάλλον μειωτικό για το μεγαλείο του μηχανισμού της ζωής και της επινοητικότητας της φύσης να υποθέσουμε ότι έπειτα από ένα δισεκατομμύριο χρόνια εξελικτικού μαστορέματος δεν έχει προκύψει τίποτα ευφυέστερο από ένα αντίγραφο κάποιας εφεύρεσης του ανθρώπου. Προς το παρόν αρχίσαμε μόνο να ψηλαφούμε τους μοριακούς «σφυγμούς» της νόησης, και έχει μικρή αξία να προσπαθούμε να καλύψουμε αυτό το χάσμα της άγνοιας με ένα πρόχειρο πέπλο τεχνητών αναλογιών.


Υπάρχουν μερικοί επιστήμονες οι οποίοι στη δύση της ερευνητικής σταδιοδρομίας τους απαριθμούν όλα όσα παραμένουν άγνωστα και, ίσως, ακατάληπτα και προτρέπουν την επιστημονική κοινότητα στην πίστη. Επικαλούμενοι τα τεράστια κενά στη γνώση μας, εγκαταλείπουν συνήθειες ζωής εμπεριστατωμένων αιτιάσεων και προσεκτικών διατυπώσεων και εφορμούν στις πλατύτερες σφαίρες του μυστικισμού. Η συνειδητή απόρριψη των φυσικών φαινομένων είναι ένα εύθραυστο υποστήριγμα για το οικοδόμημα της πίστης. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ένας εφήμερος ορθοστάτης. Το μυστήριο του χθες είναι κοινοτοπία του σήμερα, το τωρινό άγνωστο θα ιχνηλατηθεί αύριο. Τετρακόσια χρόνια πριν ο μηχανισμός της φωτιάς ήταν τόσο δυσνόητος όσο τα πολύπλοκα μονοπάτια του ανθρώπινου νου παραμένουν σήμερα. Θα έπρεπε οι άνθρωποι να είχαν παρακινηθεί τότε στην πίστη εξαιτίας ενός μυστικού δέους για τη φωτιά;


Το μυστήριο του Απείρου


Ο Louis Pasteur πρώτος αποκήρυξε τον ρόλο του επιστήμονα-μυστικιστή. Εγραψε στην ομιλία του κατά την υποδοχή του στη Γαλλική Ακαδημία:


«Τι υπάρχει μετά; Το ανθρώπινο πνεύμα, ωθούμενο από μια ακατανίκητη δύναμη, ποτέ δεν θα πάψει να ερωτά τον εαυτό του: Τι υπάρχει πιο πέρα;… Δεν έχει νόημα η απάντηση: Πιο πέρα ακολουθεί απεριόριστος χώρος, ατέρμονας χρόνος ή άπειρο μεγαλείο. Κανείς δεν καταλαβαίνει αυτές τις λέξεις. Οποιος διακηρύσσει την ύπαρξη του Απείρου ­ και κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει ­ συσσωρεύει σε αυτήν τη δήλωση περισσότερο υπερφυσικό από όσο μπορεί να απαντηθεί σε όλα τα θαύματα όλων των θρησκειών… Βλέπω παντού τη μοιραία έκφραση του Απείρου στον κόσμο. Μέσα από αυτήν το υπερφυσικό βρίσκεται στο βάθος κάθε καρδιάς. Η ιδέα του Θεού είναι μια μορφή της ιδέας του Απείρου. Οσο το μυστήριο του Απείρου βαραίνει στην ανθρώπινη σκέψη, ναοί θα φτιάχνονται για τη λατρεία του Απείρου,… και στο προαύλιο αυτών των ναών οι άνθρωποι θα γονατίζουν, θα συντρίβονται, θα εκμηδενίζονται στη σκέψη του Απείρου».


Η εντύπωση του γράφοντος είναι πως οι σύγχρονοι μυστικιστές επιστήμονες έχουν προσθέσει ελάχιστα στην ουσία των παραπάνω ή, στην περίπτωση αυτή, σε ύφος. *