Καλοκαίρι, έρωτας, πολιτική: Με αυτά τα συστατικά, το δίδυμο Κώστα Πρετεντέρη – Ασημάκη Γιαλαμά έφτιαξε το 1966 το σενάριο για την ταινία «Τζένη Τζένη» της Φίνος Φιλμ.

Εξήντα χρόνια μετά, ο Νίκος Καραθάνος τη μεταφέρει στη σκηνή, όπου ανεβαίνει και ο ίδιος – στο πλαίσιο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Πρετεντέρη –, θέλοντας να επιστρέψει στα καλοκαίρια της ζωής μας και σε εκείνους που τα συντρόφευσαν από οθόνης. Αυτό το «ηλιόλουστο Ρέκβιεμ», όπως το χαρακτηρίζει, το μοιράζεται με φίλους, ανάμεσά τους ο Χρήστος Λούλης, με τον οποίο τους δένει και μια κουμπαριά, ενώ στη σκηνή μαζί τους θα βρεθούν οι Χάρις Αλεξίου, Κώστας Μπερικόπουλος, Αγγελος Παπαδημητρίου, Ζέτα Μακρυπούλια, Ιωάννα Μαυρέα, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Ιωάννα Μπιτούνη, Γιάννης Κότσιφας, Αλέξανδρος Σκουρλέτης.

Ο Νίκος Καραθάνος και ο Χρήστος Λούλης μιλούν για την παράσταση, που θα κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 23 Απριλίου, για τις μνήμες τους, για τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Ανδρέα Μπάρκουλη των οποίων τους ρόλους ερμηνεύουν αντίστοιχα, καθώς και για τη φιλία που τους ενώνει για πάνω από 25 χρόνια.

«Τζένη Τζένη»: Μια παράσταση-αφιέρωμα στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, στην κωμωδία;

Νίκος Καραθάνος: «Οταν ανεβάζεις το “Τζένη Τζένη”, αυτομάτως το κεφάλι σου είναι γεμάτο από αυτό το έργο. Το ξέρουμε απ’ έξω, το σιγοτραγουδάμε, λέμε ατάκες του. Σαν μια παλιά θεία που έχουμε ζήσει καιρό μαζί. Αναπόδραστο να βάλεις τη μνήμη σου σε αυτό».

Εκπληξη η πρόταση;

Χρήστος Λούλης: «Οσο κι αν με εξέπληξε, το άκουσα πολύ συνεπές με τον Νίκο, γιατί πάντα αυτά που θέλει να κάνει με εκπλήσσουν. Ο Νίκος είναι σαν τον dj που βάζει Led Zeppelin, μετά θα σου πετάξει Δόμνα Σαμίου, Σαββόπουλο και “Μωρά στη φωτιά”. Είναι ο τρόπος που σκέφτεται και νιώθει τα πράγματα. Δεν νομίζω να τον ενδιαφέρει τόσο το ρεπερτόριο ενός είδους. Τον ενδιαφέρει της καρδιάς το ρεπερτόριο…

Το “Τζένη Τζένη”, όπως το “Δεσποινίς Διευθυντής”, “Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο”, ταινίες πολύ-πολύ κλασικές, που έχουν γνωρίσει μεγάλο σουξέ, είναι ένας ολόκληρος κόσμος, μια χώρα ολόκληρη. Με τα δικά τους σύνορα, τη γλώσσα, το συνάλλαγμα, τη μουσική, το τοπίο τους…

Αλλά δεν μπορείς να κάνεις ένα τέτοιο έργο, αυτό το έργο, χωρίς την Καρέζη, τον Παπαγιαννόπουλο, τον Μπάρκουλη. Προσωπικά, το είδα και σαν ένα ευχάριστο διάλειμμα στα ρεπερτόρια που κάνω αλλά και σαν μια ευκαιρία: Στον Πειραιά, κοντά στη θάλασσα, με το καλοκαιράκι να μπαίνει-μπαίνει… Σκέφτηκα ότι θα είναι ωραίο να επισκεφθούμε αυτή τη χώρα».

Λειτούργησε η ανάμνηση;

Ν.Κ.: «Αυτά τα έργα είναι σαν να ήσουν κι εσύ εκεί, σαν να έγιναν για εσένα, σαν να έπαιζες μέσα, σε μια άδολη εποχή που είχαν αποδέκτη μόνο εσένα».

Χ.Λ.: «Δεν ήταν τόσο άδολη, εσύ ήσουν άδολος όταν το πρωτοείδες, γιατί ήσουν παιδί. Απεναντίας, όταν ξέρεις τι συνέβαινε τότε στην Ελλάδα, τι είχε προηγηθεί και τι ερχόταν, μετά από έναν χρόνο – η ταινία είναι του ’66 –, βλέπεις τους ανθρώπους διαφορετικά.

Εγώ βλέπω έναν Παπαγιαννόπουλο, που τον έχω δει σε συνεντεύξεις του να μιλάει για το χωριό του, τον Πόλεμο – είχε πάει στην Αλβανία –, τον Εμφύλιο, και παρ’ όλα αυτά είναι τόσο δοτικός στη χαρά του, στη λαχτάρα του για ζωή και σε αυτό που ονόμαζαν παλιά “μπουλουκίσιο” παίξιμο, λαϊκό. Αυτόν τον λαϊκό ηθοποιό που είναι τρισμέγιστος. Οπότε, δεν έχουμε καμιά δικαιολογία να μην κάνουμε κι εμείς χαρά».

Ν.Κ.: «Πολύ σωστά το είπε. Το ’66 ήταν το τελευταίο δειλινό, μετά ήρθε η νύχτα και άλλαξαν όλα».

Πράγματι, αυτά τα έργα καταπιάνονται με σοβαρά θέματα με έναν ελαφρύ τρόπο…

Χ.Λ.: «Γι’ αυτό είναι και κλασικά».

Οπως η πολιτική, αλλά λουσμένη στον ήλιο…

Ν.Κ.: «Αυτό είναι, έχει ήλιο και χαρά. Γιατί οι άνθρωποι τότε τα είχαν ανάγκη, μετά από τόσους πολέμους. Από την άλλη, βέβαια, αυτός ο κόσμος δεν είναι αθώος. Εχουμε έναν κομματάρχη που για το συμφέρον του αλλάζει γνώμη εν μιά νυκτί…».

Χ.Λ.: «Εναν κομματάρχη, όμως, που δεν βγάζει λεφτά από αυτό. Αλλά, όπως λέει, αυτό είναι το μεράκι, το πάθος του, μάλιστα χρωστάει και λεφτά».

Ν.Κ.: «Χρωστάει, αλλά “πουλάει” αυτόν που υποστηρίζει…».

Χ.Λ.: «Ναι, γιατί βάζει την κόρη του μπροστά…».

Ν.Κ.: «Ο Πρετεντέρης και ο Γιαλαμάς το έχουν κάνει αριστουργηματικά αυτό – στο κείμενο δεν υπάρχει ούτε μία χαμένη λέξη. Ο τρόπος που κάνουν τη μεταστροφή του Παπαγιαννόπουλου είναι ο τρόπος των Ελλήνων μετά από 400 χρόνια Τουρκοκρατίας – ξέρουν να ελίσσονται και να επιβιώνουν. Ο άλλος, ο εφοπλιστής, είναι σε μια Ελλάδα που λέει: “Πλούσιοι  είμαστε, επιβάλλουμε την τάξη”. Δεν είναι ένας αθώος κόσμος. Και τον ανιψιό του από την Αμερική, θέλει να τον βγάλει βουλευτή, υπουργό, πρωθυπουργό. Ε, τα μισά κράτη στον κόσμο ακόμα έτσι είναι».

Χ.Λ.: «Το έργο τα αντιμετωπίζει όλα αυτά πολύ ελαφριά, αθώα σχεδόν. Τον συμπονάς τον άλλον όταν σου λέει: “Εγώ έχω δώσει τον λόγο μου στον Γκόρτσο κι εσύ πήγες και ερωτεύτηκες τον αντίπαλο, τι να κάνω τώρα;”».

Ν.Κ.: «Ετσι έχει ο κόσμος, σου λέει. Οπως και η ηρωίδα είναι μια γυναίκα που τα καταφέρνει – θέλει να σπουδάσει, να γίνει κάποια, την παντρεύουν για να σώσει τον πατέρα της, θυσιάζεται και παρ’ όλα αυτά ο πατέρας της λέει: “Το πρώτο παιδί να ‘ναι αγόρι…”. Είναι η εποχή που η γυναίκα έρχεται».

Χ.Λ.: «Αυτή είναι και η δουλειά αυτών των έργων, της τέχνης. Είναι μπροστά από την εποχή τους καμιά πενηνταριά χρόνια, για να μην πω διακόσια…».

Ν.Κ.: «Είχε πει μια ωραία φράση ο Χρήστος, βαθιά ελληνική: “Ποιος μας είπε ότι ο αφρός δεν έχει βάθος;”».

Εχουν γίνει αλλαγές-παρεμβάσεις;

Ν.Κ.: «Οχι, έχουμε κινηθεί στα ίχνη του έργου. Ο Γιάννης Αποσκίτης εργάστηκε σκληρά, όπως όλοι οι συντελεστές – Αγγελος Τριανταφύλλου στη μουσική, Κωνσταντίνος Σκουρλέτης στα σκηνικά, Αγγελος Μέντης στα κοστούμια, Ελίζα Αλεξανδροπούλου στους φωτισμούς, Αμαλία Μπένετ στην κίνηση. Ολοι μας εργαστήκαμε πάνω στα ίχνη του Πρετεντέρη και του Γιαλαμά».

Χ.Λ.: «Αλλά για να γίνει το σινεμά θέατρο, όλο και κάτι χρειάζεται».

Ν.Κ.: «Οποτε πήγαμε να αποκλίνουμε, χάναμε τον δρόμο. Αλλά είναι ίχνη, δεν είναι το ίδιο μονοπάτι».

Επιπλέον, είναι μια ταινία γυρισμένη έξω…

Ν.Κ.: «Εξω είναι και οι άνθρωποι. Είναι ορατοί. Ο,τι σκέφτονται το λένε, το δείχνουν, φαίνονται. Εξω είναι και τα λόγια. Ηταν ορατές οι σχέσεις, οι συνδέσεις τους».

Πάμε στον Μπάρκουλη…

Χ.Λ.: «Ωραίος είναι. Εχει ίσως μια πλευρά μαλθακή, έρχεται ως ανιψιός του εφοπλιστή θείου, στον οποίο χρωστάει σπουδές, καλοπέραση. Του κάνει τη χάρη να κατεβεί βουλευτής στις Σπέτσες, να παντρευτεί εικονικά. Ερωτεύεται όμως την Τζένη. Ενας κανονικός άνθρωπος, δηλαδή, όχι ιδιαίτερα ηρωικός ούτε ιδιαίτερα άβουλος. Μεσαίος, με την έννοια ότι ανάλογα με αυτά που του συμβαίνουν στρίβει και η ψυχή του – ή καμιά φορά δεν στρίβει».

Ν.Κ.: «Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Πάντα το συμφέρον κυριαρχεί. Ετσι είναι, στον ίδιο βούρκο είμαστε. Οι ταινίες έδειχναν μια παρηγοριά στους Ελληνες. Ποτέ δεν άλλαξε κάτι. Με το ίδιο χέρι που ψηφίζαμε, με το ίδιο μουντζωνόμασταν μετά».

Χ.Λ.: «Είναι και μια ωραία προσπάθεια των δημιουργών, όλα αυτά που στην καθημερινότητά σου τα ζεις και τα στηλιτεύεις
– αν και τίποτα δεν είναι αγγελικά πλασμένο – να τα δεις και λίγο ελαφριά, με χαμόγελο, με γέλιο. Γιατί κάτω από τις πράξεις των ανθρώπων υπάρχουν βασικά κίνητρα».

Ν.Κ.: «Στις ταινίες αυτές υπάρχει η χαρά, η χαρά να ζήσουμε και να προκόψουμε, ένας ορίζοντας. Αυτό το είχαν όλοι οι Ελληνες: “Να μη φύγω όπως ήρθα”».

Χ.Λ.: «Αυτές οι ταινίες, αυτά τα έργα, θέλουν να χαϊδέψουν και λίγο τους ανθρώπους που θα έρθουν να τα δουν, χωρίς να τους πάρουν απ’ τα μούτρα και να τους πετάξουν σε ένα σκοτεινό πηγάδι. Να τους πουν και ένα παραμυθάκι. Δεν είναι αμελητέο».

Ν.Κ.: «Καθόλου αμελητέο».

Λειτουργεί η προσωπική συγκίνηση;

Ν.Κ.: «Αυτές οι ταινίες μάς έχουν αποχαιρετίσει. Υπήρχαν, τις ζήσαμε στα νιάτα μας και κάποια στιγμή, σιγά-σιγά, τις χαιρετάμε. Δεν νομίζω ότι έχουν φτάσει στις σημερινές γενιές με την ίδια δύναμη».

Χ.Λ.: «Εγώ έβλεπα κάθε Σάββατο βράδυ ελληνική ταινία. Ωστόσο αναγνωρίζεις κάποια πράγματα που ισχύουν πάντα, όπως όταν λέει ο μπαμπάς στην κόρη: “Παράτα και λίγο το διάβασμα και βγες έξω, στον ήλιο, στη θάλασσα, καλοκαίρι είναι”».

Ν.Κ.: «Αυτό το καλοκαίρι σε καλούσε έξω. Θυμάμαι ότι μικρός, πηγαίνοντας στον μπακάλη, συνήθως στον δρόμο τραγούδαγες. Δεν ήταν μια δουλειά, γιορταζόταν αυτή η πορεία».

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, μεγάλο κεφάλαιο: Πώς παίζεται;

Ν.Κ.: «Μου θυμίζει λίγο ο Παπαγιαννόπουλος τον Βασίλη Παπαβασιλείου που έλεγε γι’ αυτούς τους ηθοποιούς ότι είναι “μια γεύση παραδείσου”. Δεν έχω καμία ενοχή που τον κάνω ούτε καμιά ελπίδα να τον κάνω καλά».

Χ.Λ.: «Αλλά, με έναν τρόπο, υπάρχει στην παράσταση».

Χρησιμοποιείτε μάσκες, φωτογραφίες;

Ν.Κ.: «Ναι. Η παράσταση είναι μια γιορτή πάνω στο “Τζένη Τζένη”, γι’ αυτό και χωράνε όλα τα λάθη μας. Πρέπει να το διασκεδάσουμε κι εμείς οι ίδιοι».

«Ενα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ»… Δηλαδή;

Ν.Κ.: «Σαν κάτι που έχει περάσει αλλά το θυμάσαι, το μελαγχολείς, το λες, αλλά έχει απολεσθεί».

Φίλοι-κουμπάροι-συνεργάτες. Δουλεύετε σταθερά μαζί.

Χ.Λ.: «Μερικές φορές έχω πει και “όχι” στον Νίκο, αν έχω κλείσει κάτι άλλο. Είναι όμως ένας βασικός πόλος για εμένα. Ετσι κι αλλιώς, υπάρχει μια σχέση».

Ν.Κ.: «Δεν υπάρχει “ναι” και “όχι”. Υπάρχει ένα κάλεσμα».

Πώς γνωριστήκατε;

Χ.Λ.: «Η πρώτη φορά που δουλέψαμε μαζί ήταν στο “Οκτώ γυναίκες”. Ημασταν ήδη φίλοι.

Με τον Νίκο γνωριστήκαμε στο “Εν Δελφοίς” όταν τον έβλεπε ο Λευτέρης Βογιατζής για τον ρόλο που τελικά έκανα εγώ στο “Καθαροί πια”. Καθόμασταν σε ένα τραπέζι και με ρώτησε ο Νίκος “τι θα κάνεις;” και του λέω για το “Καθαροί πια” και τον είδα που… τρελάθηκε. Γιατί ο Λευτέρης δεν του είχε πει ότι τελικά πήρε εμένα για τον ρόλο. Μετά τηλεφώνησε ο Νίκος στον Λευτέρη να του ζητήσει τα ρέστα και κατέληξε να ζητάει συγγνώμη από τον Λευτέρη».

Ν.Κ.: «Αφού πρώτα μου έκανε το καγκουρό σπίτι του – πηδούσε σαν καγκουρό, και φώναζε…».

Χ.Λ.: «Μιλάμε για 25 χρόνια πίσω».

Ν.Κ.: «Κάποιους ανθρώπους τους συναντάς και αυτό είναι. Συμβαίνει και υπάρχουν. Ο Χρήστος νομίζω ότι έχει μια μοναδικότητα. Δεν έχει βγει αυτό το καλούπι ξανά, ούτε το βλέπω να υπάρχει τριγύρω».

Χ.Λ.: «Μετά δουλέψαμε ξανά στον “Ιωνα” της Κονιόρδου, έκανε τον Ξούθο. Κάποια στιγμή μού έδωσε ένα χαστούκι που μετά για κάποιες μέρες έτρωγα μόνο σούπα».

Ν.Κ.: «Την ανιδιοτέλεια του Χρήστου, το ταλέντο, την προσφορά του, το πόσο κύριος είναι, πόσο δόσιμο έχει, δεν τα έχω δει αλλού. Εχω δει άλλα πράγματα ωραία σε άλλους, αλλά όμοιό του όχι».

Χ.Λ.: «Σε αυτή τη σχέση που έχουμε, ο Νίκος άλλοτε είναι το μικρό παιδί της οικογένειας, άλλοτε ο μπαμπάς, άλλοτε ο αδελφός. Πάντα είναι εκεί, στη ζωή».

Ν.Κ.: «Η σχέση αυτή, όπως και με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες που παίζουν στην παράσταση, δεν είναι τόσο επαγγελματική, είναι και κάτι παραπάνω, παραπέρα. Και αυτό είναι τριπλά δύσκολο. Δεν βρεθήκαμε μόνο για να κάνουμε έργα. Ζούμε μαζί».

Η οικειότητα μπορεί να είναι και εμπόδιο;

Ν.Κ.: «Μεγάλο εμπόδιο. Θέλεις τριπλή δουλειά με τους φίλους».

Χ.Λ.: «Ο Ορσον Γουέλς, όταν τον ρώτησαν αν θα έπαιρνε έναν φίλο του σε μια ταινία, που όμως δεν κάνει για τον ρόλο, απάντησε: “Δυστυχώς, θα τον έπαιρνα”… Γιατί κάτι άλλο σου δίνει αυτή η σχέση, αλλιώς “ποτίζει” όλο αυτό».

Ν.Κ.: «Και το έχουμε ανάγκη αυτό το πότισμα. Ο,τι και να κάνουμε, φτάνουμε ένα ταβάνι. Οταν είσαι με αυτούς τους ανθρώπους έχεις μια τρύπα στον τοίχο που κάτι αποδρά, κάτι φεύγει, κάτι γίνεται λίγο παραπέρα. Αισθάνομαι ευτυχής που κάθε δύο-τρία χρόνια μπορείς να καλέσεις φίλους να κάνεις ένα πάρτι για ένα έργο. Είναι ωραίο να βρισκόμαστε – ενδιάμεσα κάνουμε άλλα».

Χ.Λ.: «Εχουμε βρεθεί μάρτυρες ο ένας στου άλλου τη ζωή, σε δύσκολα και εύκολα. Αλλά δεν έχουν κλονιστεί οι μεταξύ μας σχέσεις. Δεν έχουμε τσακωθεί, δεν έχουμε αμφισβητήσει τη σχέση – εγώ τουλάχιστον».

Ν.Κ.: «Ποτέ δεν έπαιξε αυτό, ποτέ».

Χ.Λ.: «Εχουμε βρει μια ωραία απόσταση με τον Νίκο, και δίνουμε χώρο ο ένας στον άλλον: Πάντα είναι εκεί, πάντα είμαι εκεί, πάντα είναι ο ένας για τον άλλον – κάνουμε και τα δικά μας».

Ν.Κ.: «Και κυρίως δεν ανήκει ο ένας στον άλλον. Χαίρεσαι που τον έχεις, όχι τις στιγμές που δεν τον έχεις. Τέτοιες σχέσεις δεν τις ρωτάς, συμβαίνουν. Υπάρχουν, αρχίζουν, βαδίζουν, μόνες τους, λόγω κάποιων αρετών, όμως. Είσαι τίμιος, καθαρός».

Χ.Λ.: «Εγώ θυμάμαι τον Νίκο, όταν γνωριστήκαμε, που είχε κάνει και δύο-τρία “μπαμ” στο θέατρο και τον συζητούσαμε όλοι, ότι δεν τον είδα ποτέ να είναι αφ’ υψηλού. Ηταν πάντα υπό τη σκέπη του πράγματος που θα κάνει. Ο Νίκος είναι από τους ανθρώπους που το κάνουν αυτό για να ζήσουν, όχι για τα λεφτά. Μέσα σε αυτό ζητούν μια ζωή και φέρουν μια ζωή».

Αυστηρός σκηνοθέτης;

Χ.Λ.: «Ναι, και αυστηρός και σκληρός και άδικος καμιά φορά – χρειάζεται».

Ν.Κ.: «Οταν έχεις ανθρώπους που αγαπάς, τους βλέπεις σαν ουρανοξύστες, δεν δέχεσαι να είναι διώροφο. Σε έναν ξένο λες: “Ας είναι και ισόγειο”. Πάντα οφείλεις να υπενθυμίζεις στους ανθρώπους τι πραγματικά είναι. Αφού είσαι υπερωκεάνιο, τι μου κάνεις τη βαρκούλα…».

Φωτογραφίες: Κοσμάς Κουμιανός

INFO

«Τζένη Τζένη»: Δηµοτικό Θέατρο Πειραιά (Λεωφ. Ηρώων Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς). Πρεµιέρα
στις 23 Απριλίου. Παραστάσεις έως
τις 31 Μαΐου, Τετάρτη
έως Κυριακή.