Ως μόνιμος σολίστ του Gärtnerplatztheater του Μονάχου, τα τελευταία χρόνια ερμηνεύει τον έναν μετά τον άλλον τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του ρεπερτορίου του. Ο µπασοβαρύτονος Τίµος Σιρλαντζής βαδίζει µε σταθερότητα στον δρόµο που χάραξε όταν, µετά την ολοκλήρωση των µουσικών σπουδών του στη Στουτγκάρδη, ξεκίνησε να σταδιοδροµεί σε θέατρα του εξωτερικού.

Η διαδρομή δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει σκληρή δουλειά, μεγάλη πειθαρχία και γερό στομάχι. Είναι όμως γεμάτη από μικρές και μεγαλύτερες χαρές – «στιγμές όπου, παρ’ όλη τη σωματική και ψυχολογική κούραση, επιβεβαιώνω πως η μουσική, το λυρικό τραγούδι, είναι ο χώρος όπου ανήκω».

Η ερμηνεία των μεγάλων ρόλων του Μότσαρτ, η συμμετοχή του ως cover στην παραγωγή των «Παραμυθιών του Χόφμαν» του Ζακ Οφενμπαχ, που παρουσιάστηκαν στη Βασιλική Oπερα του Λονδίνου, παραστάσεις και ρεσιτάλ σε αξιόλογα γερμανικά και διεθνή θέατρα και η παρουσία του στον περυσινό φεστιβαλικό «Ριγολέτο» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι μερικές από αυτές.

Η πρόσφατη εμφάνισή του στον «Πρίγκιπα Ιγκόρ» του Αλεξάντρ Μποροντίν, στο Μόναχο, όπου ερμήνευσε τον ρόλο του Γκαλίτσκι, επιβεβαιώνει ότι – πέρα από τις καλλιτεχνικές του ποιότητες – ο Σιρλαντζής έχει και στόφα «πρωταθλητή»: Οπως λέει: «Ο “Ιγκόρ” ήρθε έπειτα από ένα σερί Μότσαρτ που με είχε αφήσει εξουθενωμένο. Ευτυχώς πήγε πολύ καλά, όλο αυτό όμως ήταν μια ακραία συνθήκη. Ξεκίνησε τον περασμένο Δεκέμβριο, οπότε τραγούδησα για πρώτη φορά τον Ντουλκαμάρα στο “Ελιξίριο του έρωτα” του Γκαετάνο Ντονιτσέτι. Από εκείνη τη στιγμή, και για περισσότερους από δύο μήνες, άλλαζα διαρκώς ρόλους σε όπερες του Μότσαρτ. Τη μία ήμουν ο Σαράστρο στον “Μαγικό αυλό”, την άλλη ο “Ντον Τζοβάνι”, την παράλλη ο Φίγκαρο στους “Γάμους του Φίγκαρο” και μετά ο Ντον Αλφόνσο στο “Ετσι κάνουν όλες”! Καπάκι ήρθε ο Γκαλίτσκι στον “Πρίγκιπα Ιγκόρ”. Δεν νομίζω ότι έχει ξανασυμβεί σε κάποιον άλλον συνάδελφο αυτό, είναι σχεδόν… παγκόσμιο ρεκόρ! (σ.σ.: γέλια)».

Don Giovanni Oper im Gärtnerplatztheater

Hταν δική σας επιλογή αυτή η υπερπαραγωγή ρόλων ή προτάσεις που δεν μπορούσατε ή δεν θέλατε να αρνηθείτε;

«Oταν σου προτείνουν, τον έναν μετά τον άλλον, πρωταγωνιστικούς ρόλους στα αριστουργήματα του Μότσαρτ, δεν μπορείς εύκολα να πεις “όχι”, παρ’ όλο που η διαχείριση είναι οριακή. Είναι ευκαιρίες που δεν θα τις έχεις πάντα, που για πολλούς τραγουδιστές μπορεί και να μην έρθουν ποτέ. Δεν το κρύβω, κουράστηκα πολύ. Eφθασα στα όρια των αντοχών μου, για να μην πω πως τα ξεπέρασα. Hταν όμως και μια πολύ χρήσιμη εμπειρία».

Ποιος από αυτούς τους ρόλους ήταν ο πιο δύσκολος;

«Ο Ντον Τζοβάνι και ο Φίγκαρο, για τελείως διαφορετικούς λόγους. Ο Φίγκαρο έχει μια μουσική που αν και σε πρώτο άκουσμα φαίνεται απλή δεν είναι! Ο Τζοβάνι, τώρα, ήταν κάτι περισσότερο από ρόλος, για εμένα ήταν “ψυχολογική φθορά”! (σ.σ.: γελάει). Γιατί στην παράστασή μας τον ερμήνευσα ως ψυχοπαθή και, πιστέψτε με, δεν ήταν καθόλου εύκολο».

Eχει τέτοια στοιχεία ο ρόλος του Ντον Τζοβάνι, μέσα από τον άκρατο εγωκεντρισμό και τον ναρκισσισμό του, σύμφωνα με κάποιους αναλυτές.

«Εγώ όμως σας μιλάω για κανονικό ψυχοπαθή, για μια πολύ άγρια και παράξενη κατάσταση. Στη δική μας παραγωγή, ο Τζοβάνι δεν καταδιωκόταν από το φάντασμα του δολοφονημένου διοικητή, το φάντασμα το είχε στο μυαλό του, το έβλεπε με τα μάτια της αρρωστημένης φαντασίας του. Την ίδια στιγμή, ήταν ένας άνθρωπος άδειος, που για να νιώσει κάτι έπρεπε να ζει συνέχεια στα άκρα. Στο τέλος – κάνω spoiler τώρα, αλλά… δεν πειράζει – αυτοκτονούσε. Σε αυτή τη σκηνή (τη σκηνή της καταδίκης του και του θανάτου του) έδινα το 150% της ενέργειάς μου. Eπειτα από κάθε τέτοια παράσταση χρειαζόμουν δύο μέρες ηρεμίας για να συνέλθω».

Πόσα χρόνια συνεργάζεστε με το Gärtnerplatztheater του Μονάχου;

«Βρίσκομαι σε αυτό το θέατρο εδώ και περίπου οκτώ χρόνια και έχω τραγουδήσει σε πολλές παραγωγές του».

Είναι σύνηθες αυτό;

«Δεν θα το έλεγα. Συνήθως οι νέοι τραγουδιστές αλλάζουν θέατρο κάθε δύο χρόνια. Για εμένα έτυχε να “κάτσει η μπίλια” εκεί, κυρίως λόγω των ρόλων που μου πρόσφεραν. Μου έδωσαν την ευκαιρία να τραγουδήσω σχεδόν όλο το ρεπερτόριο που ταιριάζει στην ηλικία και στη φωνή μου. Επίσης, η παραμονή μου εκεί μου πρόσφερε ασφάλεια κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Hταν η ασφάλεια που χρειαζόμουν. Δεν δουλεύαμε υπό κανονικές συνθήκες, κάναμε μερικά live streams, υπήρξαν και ένας-δύο μήνες που δεν δουλέψαμε καθόλου, παίρναμε όμως έναν μισθό, δεν είχαμε μείνει ξεκρέμαστοι. Αυτό, τη στιγμή που πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες – συνάδελφοί μου κυριολεκτικά δεν είχαν να φάνε και τους φιλοξενούσαμε στα σπίτια μας. Εγώ είχα ακόμη και τότε έναν μισθό που έτρεχε. Επιπλέον, σε αυτόν τον θίασο μεγαλώνουμε όλοι οι νέοι τραγουδιστές μαζί και αυτό είναι πολύ σημαντικό για εμάς. Συνεννοούμαστε πλέον με τα μάτια, ξέρουμε τι αρέσει στον καθένα μας».

Aλλοι έλληνες τραγουδιστές που έχουν ζήσει στη Γερμανία μου έχουν πει ότι η δουλειά είναι πολύ δημιουργική αλλά οι συνθήκες είναι σκληρές. Ισχύει;

«Απολύτως. Ετσι λειτουργεί το σύστημα στο θέατρο ρεπερτορίου. Είναι μια βιομηχανία παραγωγής θεάματος με αυστηρούς όρους. Μπορεί το πρωί να κάνεις πρόβα σε ένα έργο και το βράδυ να τραγουδάς παράσταση σε ένα άλλο. Υπάρχουν εβδομάδες που δεν σηκώνω κεφάλι. Παρατηρώ μάλιστα πως χρόνο με τον χρόνο οι ρυθμοί της δουλειάς γίνονται όλο και πιο εντατικοί, απαιτητικοί και έντονοι. Αυτό όμως συμβαίνει, νομίζω, παντού γύρω μας. Για κάποιον λόγο έχει εντατικοποιηθεί η εργασία».

Εσείς πώς αντέχετε αυτούς τους ρυθμούς; Πώς θωρακίζετε τον εαυτό σας για να τους φέρει σε πέρας;

«Χρειάζεται μια καλή τεχνική που να σε βοηθά να οχυρώνεσαι απέναντι στους κινδύνους, καλό ύπνο και… προσευχή (σ.σ.: γελάει) για να διατηρήσεις τη φωνητική σου υγεία! Χρειάζεται και τύχη, όπως σε όλα τα πράγματα. Ετσι δεν είναι; Ο,τι κι αν κάνεις, όσο ταλαντούχος και αν είσαι, όσο και αν προσπαθήσεις, πάντα χρειάζεσαι και λίγη τύχη».

Προσωπική ζωή μπορείς να έχεις υπό αυτές τις συνθήκες;

«Μπορείς – όχι εύκολα όμως. Το πρόγραμμά μας βγαίνει μόλις μία ημέρα πριν, οπότε η προσωπική ζωή απαιτεί τρομερή οργάνωση. Και έρχονται και μέρες που ενώ θεωρείς πως έχεις οργανωθεί άψογα και έχεις και λίγο χρόνο για μια χαλαρή βόλτα, για μια εκδρομούλα, κάτι γίνεται και όλα ανατρέπονται».

Σας ακούω και σκέφτομαι πως δεν είναι για όλους το κυνήγι της καριέρας στο εξωτερικό. Χρειάζονται τελικά ιδιαίτερες δεξιότητες;

«Χρειάζονται ιδιαίτερες αντοχές, γερό στομάχι, ψυχραιμία για να αντιμετωπίζεις τις απογοητεύσεις, που είναι πολλές. Το όποιο ταλέντο από μόνο του δεν είναι αρκετό. Είναι ένα δύσκολο επάγγελμα, πρέπει να είσαι συνέχεια ενεργός, να έχεις παρουσία, να υπενθυμίζεις την ύπαρξή σου. Ζεις έναν καθημερινό αγώνα, σε έναν κόσμο με φοβερό ανταγωνισμό. Δεν μπορούν όλοι να επιβιώσουν σε αυτόν τον ανταγωνισμό».

Στην Ελλάδα βρίσκετε χρόνο να επιστρέφετε;

«Οσο πιο συχνά μπορώ. Το έχω ανάγκη, γιατί μου λείπει πολύ. Θέλω να βλέπω και τους γονείς μου στο χωριό μας, κοντά στις Σέρρες. Και κάθε φορά που τραγουδώ στην Ελλάδα, όπως έγινε το περασμένο καλοκαίρι στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού με τον “Ριγολέτο” της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, αισθάνομαι μεγάλη συγκίνηση, έχει ιδιαίτερη σημασία για εμένα».

Don Giovanni Oper im Gärtnerplatztheater

Πώς προέκυψε η όπερα; Είχε σχέση η οικογένειά σας με τη μουσική;

«Δεν κατάγομαι από αυτό που αποκαλούν “μουσική οικογένεια”. Υπήρχε όμως ένα καλλιτεχνικό μικρόβιο. Ο μπαμπάς μου πάντα έγραφε ποιήματα, έχουμε έναν θείο ζωγράφο, η μαμά μου τραγουδάει ωραία… Οπως ωραία τραγουδάει και η αδελφή μου, η Κική Σιρλαντζή. Είναι και εκείνη λυρική τραγουδίστρια, υψίφωνος, ζει και εργάζεται ως freelancer στη Στουτγκάρδη. Εχει κάνει πολλούς ρόλους εκεί, στην Ουλμ και γενικά στη γύρω περιοχή».

Ποιος παρέσυρε ποιον σε αυτόν τον κόσμο;

«Νομίζω εγώ την αδελφή μου, είμαι πιο μεγάλος. Πάντα όμως τραγουδούσαμε και οι δύο, ξέραμε πως μπορούμε να τραγουδήσουμε καλά. Στο σχολείο συνήθως μας έβαζαν να τραγουδάμε σε όλες τις εκδηλώσεις. Πήγαμε κυρίως σε μουσικό σχολείο, στο Μουσικό Σχολείο Σερρών. Εγώ πήγα στο ωδείο στα 16 μου, όχι για να κάνω λυρικό τραγούδι, αλλά για βιολί και για πιάνο – παίζω δέκα όργανα, με κύρια το πιάνο και το βιολί. Κάποια στιγμή ακούσαμε κάποιον να τραγουδά και ο πατέρας μου, που περίμενε μαζί μου, με ρώτησε: “Θέλεις να δοκιμάσεις;”. Ετσι ξεκίνησαν όλα. Με άκουσε η Χαρούλα Γκλαβοπούλου, η μετέπειτα δασκάλα μου, μου έκανε κάποιες ασκήσεις και με ρώτησε αμέσως: “Πότε ξεκινάμε;”. Ετσι άρχισε η περιπέτεια με το τραγούδι».

Μου κάνει εντύπωση η ευκολία με την οποία ο πατέρας σας ενέκρινε την ενασχόλησή σας και με το τραγούδι. Οι έλληνες γονείς εξακολουθούν να ανησυχούν και συχνά αντιδρούν όταν τα παιδιά τους θέλουν να γίνουν καλλιτέχνες, όχι;

«Οι δικοί μου γονείς δεν ήταν έτσι, ήταν πάντα και οι δύο πολύ υποστηρικτικοί. Αυτό είναι πραγματικά σπάνιο σε κοινωνίες όπως η ελληνική, που θέλει κυρίως τα παιδιά να βολεύονται σε θέσεις οι οποίες χαρίζουν ασφάλεια και έναν μόνιμο μισθό – το κατανοώ απολύτως! Βεβαίως, σπουδάσαμε και κάτι άλλο παράλληλα με τη μουσική, εγώ παιδαγωγικά, η αδελφή μου νηπιαγωγός. Είχαμε όμως αυτή την καλλιτεχνική κλίση που τελικά καθόρισε τις ζωές μας. Ο ένας παρέσυρε τον άλλον, είχαμε τους ίδιους καθηγητές, βρεθήκαμε και οι δύο στη Γερμανία, σε αυτό το ανταγωνιστικό περιβάλλον, και δίνουμε τώρα τον καθημερινό αγώνα μας».

Υπάρχει κάποιος ρόλος που ονειρεύεστε;

«Ο Μεφιστοφελής στον “Φάουστ” του Σαρλ Γκουνό, αλλά και ο “Μεφιστοφελής” του Αρίγκο Μπόιτο. Θα ήθελα κάποια στιγμή να βρεθούν στον δρόμο μου. Δεν έχω όμως παράπονα, έχω πει πολλούς ρόλους που άλλοι συνομήλικοι συνάδελφοι δεν έχουν καταφέρει ακόμα να πουν. Ελπίζω να είμαι τυχερός να πω και άλλους».

Τι καινούργιο ετοιμάζετε για την επόμενη σεζόν;

«Αυτή τη στιγμή μελετώ το “Ταξίδι στη Ρεμς” του Τζοακίνο Ροσίνι για την επόμενη πρεμιέρα μου, καθώς και ένα σύγχρονο έργο, την “Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας” του Γκότφριντ φον Αϊνεμ, βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρίντριχ Ντίρενματ. Η σύγχρονη μουσική είναι μεγάλη πρόκληση, είναι πολύ δύσκολη, αλλά έχω το πλεονέκτημα να είμαι ακουστικός τύπος και να τα μαθαίνω εύκολα».

Και πώς βλέπετε το ιδανικό μέλλον για εσάς;

«Ξέρετε, καθένας μας έχει τα όνειρά του και τους στόχους του και ίσως να έρχονται στιγμές που σκέφτεται ότι θα μπορούσε να κάνει και κάτι άλλο, κάτι καλύτερο και πιο μεγάλο. Και εγώ σκέφτομαι ενίοτε έτσι. Ομως, έπειτα από οκτώ χρόνια εντατικής δουλειάς, προσπαθώ πλέον να εκτιμώ περισσότερο όσα έχω καταφέρει με τόσο κόπο. Περιμένω με ενδιαφέρον να δω τι άλλο θα έρθει και κάνω το καλύτερο που μπορώ σε κάθε νέα πρόκληση».