Παναγιώτη Μέντη: «Αννα, είπα!» Θέατρο Στοά Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαγεωργίου. Σκηνικό – κοστούμια: Αφροδίτη Κουτσουδάκη. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη, Νίκη Χαντζίδου, Παναγιώτης Μέντης, Μαρία Τσιμά, Σπύρος Κωτσόπουλος, Αθηνά Καραμπά, Βίλη Σωτηροπούλου, Βασίλης Ψυχογιόπουλος.
Στο θέατρο «Στοά» η σύγχρονη αυτή τραγωδία του Παναγιώτη Μέντη παρουσιάζεται ανόθευτη από ανούσια εξωτερικά στολίδια: ο κ. Θανάσης Παπαγεωργίου σκηνοθετεί το έργο καθοδηγούμενος από το αλάνθαστο καλλιτεχνικό του ένστικτο και από την ειλικρίνεια της ευαισθησίας του. Ο κόσμος που φτιάχνει πάνω στο σανίδι ο κ. Παπαγεωργίου είναι οπωσδήποτε ο κόσμος του συγγραφέα και της Αννας. Η αληθινή τέχνη όμως του πραγματικού σκηνοθέτη (σε ό,τι αφορά κυρίως στο σύγχρονο, στο σημερινό δράμα) είναι να ξέρει να διαβάζει, να ξέρει τη γραμματική και το συντακτικό του θεάτρου. Παράλληλα οφείλει να ξέρει πού θα σταματήσει τα «πετάγματα» της φαντασίας του και τον ναρκισσισμό του. Ο κ. Παπαγεωργίου που τόσα χρόνια έχει αποδείξει ότι ξέρει τι του γίνεται μεταφέρει με σεβασμό τους ήρωες και την ιστορία τους στη σκηνή, δείχνοντας μάλιστα και έναν «καλλιτεχνικό καθωσπρεπισμό» που τον έχει ανάγκη το θέατρο, αποποιούμενος έτσι τα «κουλτουριάρικα σταριλίκια». Το έργο του Παναγιώτη Μέντη σκηνοθετείται επομένως με απέριττο τρόπο ως έργο συνόλου κατ’ αρχήν. Οταν υπάρχει όμως μια πρωταγωνίστρια σαν την κυρία Λήδα Πρωτοψάλτη, που υποδύεται την Αννα, το σύνολο ακολουθεί και υπακούει την ηθοποιό και το θεατρικό πρόσωπο που ερμηνεύει. Η κυρία Πρωτοψάλτη είναι συγκλονιστική. Νομίζω πως αυτό τα λέει όλα. Αθελά της, οπωσδήποτε, η εξαιρετική αυτή ηθοποιός εξαφανίζει έναν – έναν τους άλλους γύρω της. Ισως αυτό να είναι κιόλας το αιτούμενο από τον συγγραφέα και από τον σκηνοθέτη. Η Αννα μένει ολομόναχη, στεφανωμένη από τη μοναξιά των τρελών και των αγίων…
Εν τούτοις, οι ερμηνείες των ηθοποιών της παράστασης είναι αξιόλογες: ο κ. Παναγιώτης Μέντης (Στέλιος) παίζει συγκινητικά τον ρόλο του πατέρα της Αννας, ενώ οι δύο μάνες, η κυρία Νίκη Χαντζίδου και η κυρία Μαρία Τσιμά, αλληλοσυμπληρώνονται αποδίδοντας ψυχικές διαβαθμίσεις και εσωτερικές εντάσεις του προσώπου. Αντίθετα, τόσο ο κ. Σπύρος Κωτσόπουλος (Χρήστος) όσο και η κυρία Αθηνά Καραμπά (Μπάρμπαρα) και η κυρία Βίλη Σωτηροπούλου (Μπέμπα) κινούνται περισσότερο στυλιζαρισμένοι, σαν τύποι δηλαδή παρά σαν χαρακτήρες.
Αξίζει να αναφερθούμε ιδιαίτερα στο έξυπνο, πολυσημαντικό, σκηνικό της κυρίας Αφροδίτης Κουτσουδάκη μέσω του οποίου αναδεικνύονται οι φωτισμοί και οι μουσικές παρεμβολές του σκηνοθέτη από τη μια μεριά και από την άλλη αναδύονται οι υπόγειες διαδρομές του νου και της ψυχής της ηρωίδας και η τραγική πορεία της αδιέξοδης ζωής της. Ρεαλισμός Ντέιβιντ Μάμετ: «Το κρυπτογράφημα», Θέατρο Εμπρός Μετάφραση – σκηνοθεσία: Τάσος Μπαντής. Σκηνικό – κοστούμια: Πάνος Παπαδόπουλος. Φωτισμοί: Ανδρέας Σινάνος. Παίζουν: Ράνια Οικονομίδου, Δημήτρης Καταλειφός, Γιώργος Φιλίδης.
Από μια απλή ιστορία ο Ντέιβιντ Μάμετ δημιουργεί «Το κρυπτογράφημα» με τρόπο ώστε να αναδεικνύεται το ελλειπτικό ως ο χώρος δράσεως της προσθετικής φαντασίας του θεατή.
Ο μπαρόκ ρεαλισμός (αν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι) του Μάμετ καλλιεργείται με προσοχή από τους συντελεστές της παράστασης στο θέατρο «Εμπρός» αποδίδοντας το χνάρι της κρυφής γραφής των διαλόγων και των καταστάσεων. Ο κ. Τάσος Μπαντής σκηνοθετεί με γνώμονα έναν σχεδόν επίπεδο ρεαλισμό, τον οποίο υπηρετούν πιστά οι ηθοποιοί. Ωστόσο, ο εν λόγω ρεαλισμός αποκτά έντονα σημεία θεατρικότητας χάρη στη μετάφραση του ίδιου του σκηνοθέτη, ο οποίος προβάλλει έντεχνα τη γλωσσική επιτήδευση που λειτουργεί ευεργετικά στους ρόλους. Εξάλλου, το ενδιαφέρον σκηνικό του κ. Πάνου Παπαδόπουλου και οι έξυπνοι φωτισμοί του κ. Ανδρέα Σινάνου συμβάλλουν στον εμπλουτισμό των ρόλων και στη ρευστοποίηση του μετωνυμικού τους πλαισίου. Ετσι, η ατμόσφαιρα του δραματουργικού «Κρυπτογραφήματος» «διορθώνει» τον ισοπεδωτικά καθημερινό χαρακτήρα των ερμηνειών.
Η κυρία Ράνια Οικονομίδου, ως Ντόνι, ερμηνεύει περιγραφικά τον ρόλο παίζοντας περίπου σαν μια εν δράσει φωτογραφία. Δεν δίνει ψυχικό πάθος στο πρόσωπο της εικόνας, γι’ αυτό και δεν μπορεί να συγκινήσει. Αυτό είναι όμως προφανώς το κωδικοποιημένο στοιχείο αναγνώσεως του Μάμετ από τον σκηνοθέτη. Αλλωστε, στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και ο κ. Δημήτρης Καταλειφός (Ντελ), στον οποίο διακρίνουμε, μολαταύτα, μια διάθεση ωθήσεως του ρόλου του σε «προχωρημένο» ρεαλισμό.



