Με τα πρώτα σπάργανα του αθλητισμού άρχισαν να εμφανίζονται και να εξελίσσονται ανάλογες λέξεις, όπως κλέος, άθλος, αέθλιος, αθλεύω, αθλητής, αθλητισμός, τις οποίες και βρίσκομε στα έπη του Ομήρου και του Ησιόδου και πολύ αργότερα στους άλλους συγγραφείς, όπου και αντιλαμβανόμαστε τις διαφορές τους.
Η έννοια του κατορθώματος ήταν διάχυτη στους αρχαίους Ελληνες, γιατί επιθυμούσαν να αφήσουν μνήμη δόξας στους αιώνες (Πλάτ. Συμπ. 208c κλέος εις τον αεί χρόνον αθάνατον καταθέσαι). Στον Ομηρο τα ανθρώπινα κατορθώματα αποκαλούνται κλέα (Ιλ. Ι, 189 άοιδε δ’ άρα κλέα ανδρών ύμνησέ μου ποιητή κατορθώματα ανδρών), όμως των μυθικών προσώπων δεν ορίζονται σαφώς αλλά έχουν έντονο αγωνιστικό πνεύμα, λαμβάνοντας μιαν αποκόσμια μορφή, γιατί οι πρωταγωνιστές αγωνίζονταν με άγρια θηρία, τερατώδη όντα και παράξενους ανθρώπους, συνεργαζόμενοι και με θεούς. Ο Περσεύς σκότωσε τη Μέδουσα βοηθούμενος από την Αθηνά, τον Ερμή και τον φτερωτό ίππο Πήγασο και ελάμβανε μέρος σε αθλητικούς αγώνες στην αγορά (Απολλ. 2,41,47 ο Περσεύς αγωνίσασθαι θέλων). Ο Απολλόδωρος τα επιτεύγματα του Ηρακλέους τα αποκαλεί άθλα (Απολλ.-Μυθ. 2,73-74 των άθλων συντελεσθέντων), πράξεις ηρωικές όπως ο πνιγμός του λέοντος της Νεμέας ή η λήψη όπλων από την Αθηνά για να νικηθούν οι εχθροί των Θηβαίων και πράξεις καθαρώς αθλητικές όπως η νίκη επί των παλαιστών Τηλεγόνου και Πολυγόνου στη νήσο Θάσο ή η κολύμβηση από την Ιταλία στη νήσο Σικελία (Απολλ.-Μυθ. 2,65,69,95,110).
Τα στοιχεία των αγώνων
Τα αθλητικά κατορθώματα γενικώς όταν ξέφευγαν από την αχλύ του μύθου τότε γίνονταν πιο ανθρώπινα, όπως αυτά τα οποία μας αναφέρει ο Αιλιανός στο «Περί φιλονεικίας Ηρακλέους και Λεπρέως» (Αιλιανός, 1,24). Ο Λεπρεύς συμβούλεψε τον Αυγεία να δέσει τον Ηρακλή, γιατί ζητούσε αμοιβή για τον καθαρισμό των κόπρων της Ηλιδος, οπότε Λεπρεύς και Ηρακλής έγιναν εχθροί. Σε φιλικό οίκο θέλησαν να συμφιλιωθούν αλλά φιλονίκησαν και τότε συναγωνίστηκαν για το ποιος θα ρίξει μακρύτερα δίσκο, ποιος θα αντλούσε περισσότερο νερό και ποιος θα κατέτρωγε πρώτος ταύρο. Σε όλα ο Λεπρεύς νικήθηκε, αλλά αγωνίστηκαν και στην πολυποσία, ο Ηρακλής νίκησε και πάλι, και στο τέλος μονομάχησαν και σκοτώθηκε ο Λεπρεύς. Παρατηρούμε ότι στις δραστηριότητες αυτές υπάρχει αναμέτρηση, ανταγωνισμός και αγών για την επικράτηση του ενός επί του άλλου.
Στη δε χρήση των λέξεων ξεχωρίζουν… του άθλου… ερίζουσι αλλήλους περί δίσκου… ηττάται ο Λεπρεύς… πολυποσίας αγών… Ηρακλής εκράττει… οι οποίες και σημαίνουν κατόρθωμα, ανταγωνισμό, ήττα, αγώνα, νικητή, δηλαδή όλα τα στοιχεία ενός αθλητικού αγώνος. Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει έναν αγώνα πυγμαχίας μεταξύ του βαρβάρου Αμύκου και του Αργοναύτου Πολυδεύκου και ο Πολυδεύκης χαρακτηρίζεται ως μέγας τεχνίτης στην πυγμαχία (Απολλ.-Μυθ. 1,119 τον άριστον αυτών εις την πυγμήν προεκαλείτο) και για τον λόγον αυτόν υμνήθηκε από τους ποιητές (Φιλ.-Γυμν. 9 όθεν οι ποιηταί αυτόν εκ τούτων ήδον). Ο δε Ησίοδος τα κατορθώματα τα αποκαλεί γενικώς δύσκολα (Ησ.-Ασπ. Ηρακλ. 124-125 στενόεντας αέθλους), χωρίς να ξεχωρίζει τα αθλητικά. Στον Ομηρο όμως το αθλητικό κατόρθωμα λαμβάνει μια συγκεκριμένη μορφή και ορίζεται με τη λέξη άεθλος, αγών, άμιλλα περί βραβείου (Οδ. Θ’ 214 ου κακός ειμί μετ’ ανδράσιν όσοι άεθλοι δεν είμαι κακός όταν αγωνίζομαι τους άλλους άνδρες για το βραβείο). Στον Τρωικό πόλεμο, σε μια ανάπαυλα των μαχών, ο Ηρως Αχιλλεύς, αφού έθαψε τον φίλο του Πάτροκλο, κάλεσε τους άλλους ήρωες να αγωνιστούν, για να κερδίσουν βραβεία (Ιλ. Θ’ 259 νηών δ’ έκφερ’ άεθλα). Το βραβείο μπορούσε να ήταν κλάδος ελαίας, όπως με κότινο στεφάνωσε τους ολυμπιονίκες αδελφούς του στην Ολυμπία ο μυθικός κρητικός Ιδαίος Ηρακλής (Παυσ.-Ηλ. 5,7,4 και τον νικήσαντα εξ αυτών κλάδω στεφανώσαι κοτίνου).
Η αίσθηση της νίκης
Η αίσθηση της νίκης, με τον καιρό, ικανοποιούσε τόσο πολύ τον Ελληνα ώστε έφθασε να μην ζητά καμιάν άλλη παροχή εκτός από την ίδια τη νίκη (Θουκ. 6,80,4 της νίκης ουκ άλλον τινά άθλον ή τον της παράσχοντα λήψοντα). Για αυτό και η λέξη αθλεύω δεν σήμαινε μόνον ότι αγωνίζομαι, αμιλλώμαι, αλλά και προετοιμάζομαι, προπονούμαι για να νικώ (Ιλ. Δ’ 389-390 αλλ’ ο γ’ αθλεύειν προκαλίζετο πάντα δ’ ενίκα ρηιδίως). Στους δε αγώνες στη νήσο των Φαιάκων δεν υπήρχαν βραβεία και στις συζητήσεις και στην περιγραφή τους παρατηρούμε μιαν ευκαμψία στις λέξεις άεθλον, άεθλος, κλέος, στις οποίες και περιστρέφονται οι πέντε στίχοι του ποιητού, όπου και βρίσκομε το βαθύτερο νόημα του αθλητισμού.
Μόλις οι Φαίακες πρωτοείδαν τον Οδυσσέα τούς φάνηκε, όπως ήταν καλοκαμωμένος, να μπορεί να καταφέρει πολλά αγωνίσματα (Οδ. Θ’ 22-23 και εκτελέσειεν αέθλους πολλούς) και αφού βγήκαν στην αγορά και αγωνίστηκαν (Οδ. Θ’ 100 νυν δ’ εξέλθωμεν και αέθλων πειρηθέωμεν), τον ρώτησαν εάν γνώριζε και εάν διδάχθηκε (προπονήθηκε) κάποιο αγώνισμα και του υπενθυμίζουν ότι η μεγαλύτερη δόξα στον άνδρα είναι τα κατορθώματα των ποδιών και των χεριών και τον προτρέπουν ν’ αγωνιστεί, για να διώξει τα βάσανα από την ψυχή του (Οδ. Θ’ 145-148): Δεύρ’ άγε και συ, ξείνε πάτερ, πείρησαι αέθλων, / ει τινά που δεδάηκας. έοικε δε σ’ ίσμεν αέθλους. / ου μεν γαρ μείζον κλέος ανέρος όφρα κεν ήσιν / ή ό,τι ποσσίν τε ρέξη και χερσίν εήσιν. / αλλ’ άγε πείρησαι, σκέδοσον δ’ από κήδεα θυμού. Μετά από μερικούς στίχους, για πρώτη φορά στον κόσμο, συναντούμε τη λέξη αθλητήρι. Οι Φαίακες πρόσβαλαν τον Οδυσσέα επειδή δεν θέλησε να αγωνιστεί λέγοντάς του ότι συμπεριφέρεται όπως ένας έμπορος, νοιαζόμενος μόνον για το αρπακτό κέρδος και δεν μοιάζει να είναι αθλητής (Οδ. Θ’ 163-164 και επίσκοπος ήσίν οδαίων κερδέων θ’ αρπαλέων ουδ’ αθλητήρι έοικας).
Ο άθλος λοιπόν ήταν σύμφυτος στους αρχαίους Ελληνες, παρατηρώντας μάλιστα και οι ίδιοι ότι οι άλλοι λαοί δεν τον εννοούσαν όπως αυτοί (Ηρόδ. 7,212 τη δ’ υστεραίη οι βάρβαροι ουδέν άμεινον αέθλεον). Τέλος, η λέξη αθλητισμός θεωρούμε ότι είναι προϊόν εξέλιξης των καιρών μας και εκφράζει όλα όσα εμπεριέχονται στο βαθύτερο νόημά της, όπως ακριβώς το ώρισε ο Λουκιανός (Λουκ.-Ανάχ. 15 ως μάθοις ούτινος χάριν τας ασκήσεις ταύτας προτεθείκαμεν αυτοίς και διαπονείν το σώμα καταναγκάζομεν, ου μόνον ένεκα των αγώνων, όπως τα άθλα δύναιντο ανερείσθαι επ’ εκείνα μεν γαρ ολίγοι πάνυ εξ απάντων χωρούσι αλλά μείζον τι απάση τη πόλει αγαθόν εκ τούτου και αυτοίς προσκτώμενοι) (τις ασκήσεις τις ωρίσαμε για να αναγκάζουμε τους πολίτες να υποβάλλονται σε σωματικούς κόπους, όχι μόνον χάριν των αγώνων, για να κερδίζουν άθλα, διότι στους αγώνες πολύ λίγοι φθάνουν, αλλά από τις ασκήσεις η πόλις αποκτά κάτι μεγαλύτερο και πολυτιμότερο).



