Σε περίπου 40 ημέρες από σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από την πιο συζητημένη υπόθεση της νεότερης ιστορίας του ελληνικού χρηματιστηρίου. Την «αναβάθμιση», δηλαδή τη μετάταξη της Σοφοκλέους από τις «αναδυόμενες» στις «ώριμες» αγορές, απόφαση με την οποία το ΧΑΑ συμπεριελήφθη στις «λίστες προσοχής και αγοράς μετοχών» από μεγάλους χρηματοοικονομικούς οίκους του κόσμου. Πρωτίστως της Morgan Stanley, εταιρείας γνωστής πια από την τύχη που επεφύλασσε στις χιλιάδες επενδυτές, αλλά και από τις εκατοντάδες δημοσιεύματα που μιλούσαν για όνειρο, το οποίο τελικώς αποδεικνύεται εφιάλτης. Δεν χρειάζονται και πολλά στατιστικά στοιχεία για να θυμίσουν στο πάλαι ποτέ «κόμμα του χρηματιστηρίου» των 1,7 εκατ. Ελληνίδων και Ελλήνων την πορεία της Σοφοκλέους από την «εποποιία της αναβάθμισης». Από τις 31 Μαΐου ως και τις 17 Απριλίου 2002 ο γενικός δείκτης υποχώρησε περίπου 30%, μετοχές εταιρειών που αποτελούν τους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, όπως οι τράπεζες (Εθνική, Εμπορική, Πειραιώς, ΕΤΒΑ), έχουν χάσει τη μισή αξία τους, βιομηχανίες κολοσσοί όπως η Βιοχάλκο το ένα τρίτο και τα παραδείγματα της κατάρρευσης δεν έχουν τέλος (βλέπε σχετικό πίνακα). Ισως μάλιστα δεν έχει πλέον νόημα να απαριθμήσει κανείς και τις δεκάδες δηλώσεις υπουργών, τραπεζιτών, χρηματιστών και εν γένει ολόκληρης της ελληνικής αφρόκρεμας της οικονομικής ζωής του τόπου, οι οποίοι επί μήνες πριν από την αναβάθμιση μιλούσαν για την αναγέννηση του ΧΑΑ και υπολόγιζαν τις εισροές σε μερικά δισ. ευρώ – με τη βοήθεια όλων ανεξαιρέτως των ξένων χρηματοοικονομικών οίκων που υπολόγιζαν με ακρίβεια… δολαρίου το θετικό πλεόνασμα εισροών εκροών από την αναβάθμιση για τη Σοφοκλέους.
Σήμερα, δηλαδή ένα χρόνο μετά την αναβάθμιση, αργότερα, αυτό που έχει διαμορφωθεί στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι εικόνα καμένης γης. Ο καθημερινός τζίρος είναι σχεδόν ο μισός, από 70-80 δισ. δρχ. ημερησίως την άνοιξη του 2001 έχει πέσει στα 30-40 δισ. δρχ., ενώ παλαιοί χρηματιστές αλλά και πηγές της αγοράς υπολογίζουν ότι οι ενεργοί κωδικοί σήμερα στο ΧΑΑ δεν ξεπερνούν τις 100.000. Εκ των οποίων τουλάχιστον το 80% ανήκει σε επαγγελματίες του κλάδου, θεσμικούς ή μικρούς traders που κυριολεκτικά παίζουν για ένα μεροκάματο.
Μακροοικονομικά η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Τον Ιανουάριο του 2000 ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου κοιτώντας το κομπιούτερ στο γραφείο του και βλέποντας τους τζίρους της Σοφοκλέους έλεγε σε δημοσιογράφους: «Εγώ εισπράττω καθημερινώς από τους φόρους στις συναλλαγές ένα δισ. δραχμές την ημέρα και ταυτοχρόνως εκατοντάδες εταιρείες συναγωνίζονται μεταξύ τους ποια… θα πληρώσει περισσότερους φόρους στο Δημόσιο για να δείξει μεγαλύτερα κέρδη». Πράγματι τα έσοδα από το ΧΑΑ το 2000 έφτασαν περίπου τα 350 δισ. δρχ., αλλά το 2001 από τα προϋπολογισθέντα 200 δισ. δεν εισπράχθηκαν ούτε 50 ενώ φέτος από την εκτίμηση των 150 δισ. είναι μαθηματικώς βέβαιον ότι θα βγουν λιγότερα από 40 δισ. δραχμές.
* Το δημοσιονομικό πρόβλημα
Είναι σαφές ότι μέρος ή και όλο το δημοσιονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο υπουργός Οικονομίας κ. Ν. Χριστοδουλάκης με την αγωνιώδη αναζήτηση 400 δισ. δρχ. για τον τρέχοντα προϋπολογισμό οφείλεται στην κάμψη αυτή των χρηματιστηριακών εσόδων και φυσικά στο γενικότερο πρόβλημα της Σοφοκλέους που έχει επηρεάσει και την κατανάλωση.
Τη χειρότερη όμως ζημιά, αν εξαιρέσει κανείς τις χιλιάδες μικροεπενδυτές που στη συντριπτική πλειονότητά τους έχασαν από τις αποταμιεύσεις τους, την έπαθαν οι ίδιες οι εταιρείες και κυρίως αυτές που πρωταγωνίστησαν τη διετία 1999-2000 στο ΧΑΑ.
Τη μεγαλύτερη ζημιά έπαθαν περίπου 50 εταιρείες εκ των οποίων οι περισσότερες είναι όμιλοι, που δανείστηκαν με ενέχυρο μετοχές και σήμερα βρίσκονται όμηροι των μετοχοδανείων τους και των τραπεζών. Και οι τράπεζες όμως, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκονται υπό ομηρεία των ίδιων των επιχειρήσεων που δάνεισαν, αφού η εκποίηση των μετοχών που κατέχουν ή η ανάληψη των ίδιων των επιχειρήσεων θεωρούνται λύσεις ανέφικτες και ζημιογόνες για τα πιστωτικά ιδρύματα.
Οι ίδιες οι τρεις μεγάλες τράπεζες υπολογίζουν ότι σήμερα τα μετοχοδάνεια φθάνουν τα 700 δισ. δρχ. χωρίς να μπορεί κανείς να υπολογίσει πόσα είναι τα δάνεια που έχουν πάρει εισηγμένες εταιρείες ή και ιδιοκτήτες με ενέχυρο προσωπικές μετοχές από ξένες τράπεζες, ελβετικές και ευρωπαϊκές. Οι ίδιες πήγες εκτιμούν ότι ένα 15% από τα δάνεια αυτά είναι κάτω από τα όρια ασφαλείας, δηλαδή δεν φτάνουν πια τα τραπεζικά «καλύμματα» που είχαν δοθεί ως εξασφάλιση για τα δάνεια αυτά. Παρά το γεγονός ότι στην πορεία από την αρχική λήψη ενός δανείου έχουν ζητηθεί και νέες μετοχές και ακίνητα και άλλα πάγια στοιχεία.
Εν γένει το σύνολο των περίπου 270 επιχειρήσεων στο ΧΑΑ έχουν χάσει τεράστιο μέρος της κεφαλαιοποίησής τους, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι δυσκολεύονται να προχωρήσουν – με τέτοιες τιμές και αξίες – σε οποιαδήποτε αξιόπιστη και συνολική λύση των προβλημάτων τους, που θα ήταν μια συγχώνευση, μια εξαγορά από ξένο ή κάτι ανάλογο. «Το πλεονέκτημα που ήταν για μια εταιρεία να είναι στο ΧΑΑ τη διετία 1999-2000 μετατράπηκε τώρα σε τρομακτικό μειονέκτημα. Εμείς, ως εταιρείες, είμαστε σήμερα σε πολύ χειρότερη θέση από ό,τι οι ανάλογες μη εισηγμένες. Θα έλεγα κυριολεκτώντας ότι σήμερα κανείς εισηγμένος δεν μπορεί αναπόσπαστα να κάνει τη δουλειά του αγνοώντας το ταμπλό της Σοφοκλέους. Αντιλαμβάνεται κάποιος τι σημαίνει αυτό για μια εταιρεία και έναν επιχειρηματία, όταν επί 31 μήνες πέφτει η αγορά» επισημαίνει γνωστός ιδιοκτήτης ομίλου επιχειρήσεων.
Οφείλεται όμως η απίστευτη και απρόβλεπτη από όλους αυτή κατάρρευση του ΧΑΑ στην αναβάθμισή του και στο πέρασμα του από τις αναδυόμενες στις ώριμες αγορές;
Η γνώμη των «ειδικών» διχάζεται ή για την ακρίβεια ολόκληρη η αγορά αντιμετωπίζει επισήμως ή δημοσίως τουλάχιστον το θέμα ως «ταμπού». Δύσκολα βρίσκει κανείς λοιπόν κάποιον επώνυμο παράγοντα της αγοράς να ομολογήσει ευθέως ότι η αναβάθμιση συνέβαλε τελικώς, με μια σειρά από αρνητικές συγκυρίες, στην πτώση του ΧΑΑ. Η συντριπτική πλειονότητα όμως των χρηματιστών το πιστεύει ακράδαντα. Και ας δούμε γιατί.
Οι δείκτες της αναβάθμισης, αυτοί δηλαδή της Morgan Stanley, οδήγησαν τους ξένους θεσμικούς επενδύτες που διαθέτουν κεφάλαια, ελλείψει ελληνικού ενδιαφέροντος (οι έλληνες μικροεπενδυτές που οδήγησαν τον δείκτη στις 6.000 μονάδες εξαφανίστηκαν σταδιακά από τα μέσα του 2000 ως σήμερα), στην παρακολούθηση 10 εταιρειών. Σε τράπεζες, όπως η Εθνική, η Alpha, η Eurobank, σε τηλεπικοινωνίες όπως o ΟΤΕ, η Panafon, η Cosmote και η Intracom, σε μια τσιμεντοβιομηχανία, τον Τιτάνα, και λίγο στον κλάδο των πετρελαίων, κυρίως στα ΕΛΠΕ, που βρίσκονται προ ιδιωτικοποιήσεως. Από όλες αυτές τις εταιρείες μόνο μία, ο ΟΤΕ, στάθηκε ως μετοχή το χρονικό διάστημα της αναβάθμισης και κινείται με μικρά κέρδη της τάξεως του 3% και ο Τιτάνας, που βρίσκεται στα ίδια επίπεδα. Τα προβλήματα στην κερδοφορία των τραπεζών μετά την πτώση των ομολόγων και την κατάρρευση της αστείρευτης πηγής εσόδων για τις τράπεζες, που απετέλεσε το χρηματοοικονομικό παιχνίδι στο χρηματιστήριο (τα γνωστά και ως γυρίσματα), προβλημάτισαν τους ξένους. Η σκανδαλολογία για την Ιντρακόμ, που στοίχισε στη μετοχή της, και η κωλυσιεργία της κυβέρνησης να προχωρήσει με τη μοναδική σοβαρή αποκρατικοποίηση που έχει μπροστά της, τα ΕΛΠΕ, επηρεάζουν αρνητικά το κλίμα. Αλλά και η αλλαγή της διοικήσεως στον ΟΤΕ, χωρίς να αιτιολογηθεί από πλευράς management, δημιουργεί δυσμενείς εντυπώσεις και ερωτηματικά στους ξένους.
* Οι μετοχές της αναβάθμισης
Η κακή πορεία λοιπόν των λεγόμενων μετοχών της αναβάθμισης επηρέασε δυσμενώς ολόκληρο το ελληνικό χρηματιστήριο. Αφού ο γενικός δείκτης στηρίζεται στις τράπεζες και στις τηλεπικοινωνίες και γενικώς στις 10 μετοχές που παίζουν οι ξένοι, είναι φυσικό αν πέφτει να μην μπορούν πλέον να ανεβαίνουν οι υπόλοιποι δείκτες με τις μετοχές της μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης, να απογοητεύονται οι λιγοστοί επενδυτές, τα γνωστά λόμπι της Σοφοκλέους, αλλά και οι αδύναμοι πλέον έλληνες θεσμικοί επενδυτές. Φαύλος κύκλος. Ή να προτιμούν να παίζουν στα παράγωγα «ανάποδα» την αγορά και φυσικά να κερδίζουν προβλέποντας και καθοδηγώντας ουσιαστικά την πτώση της Σοφοκλέους. Το ζήτημα του Χρηματιστηρίου Παραγώγων έχει απασχολήσει τελευταία κυβέρνηση, αρχές και χρηματιστές, ενώ κάποιοι δανειζόμενοι την ποδοσφαιρική ορολογία μιλούν για την «παράγκα των παραγώγων» που ρίχνει την αγορά και για τους αρωγούς της στο χρηματιστήριο.
Σοβαροί παράγοντες της αγοράς, όπως ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας κ. Θ. Καρατζάς και ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Ν. Καραμούζης έχουν παραδεχθεί κατά καιρούς ότι η ελληνική αγορά από πρώτη στις αναδυόμενες κατέστη τελευταία και… καταϊδρωμένη στις ώριμες, με εμφανή τα αποτελέσματα. Αλλά φυσικά η αναβάθμιση ήρθε σαν αναγκαίο κακό, αφού με την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι αν θα τελειώσει κάποτε η δοκιμασία της αναβάθμισης και αν θα βρεθεί ποτέ σε θέση η Σοφοκλέους να κερδίσει κάτι περισσότερο από περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα που έχει σήμερα ως ποσοστό στον επιμερισμό κεφαλαίων που κινούν διεθνώς οι δείκτες αυτοί της Morgan Stanley. Η απάντηση είναι ναι αλλά υπό δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, εξαρτάται από τη διεθνή συγκυρία, αν πάει καλύτερα η υπόθεση της ανάπτυξης διεθνώς και οδηγήσει περισσότερα κεφαλαία στα χρηματιστήρια, τότε και για τη μικρή και ρηχή αγορά της Ελλάδας θα βρεθούν περισσότερα κεφάλαια. Δεύτερον, θα εξαρτηθεί από την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεών της. Αλλά και από το κλίμα στην ελληνική αγορά, το οποίο αν και όποτε βελτιωθεί και αρχίσει να δημιουργεί τζίρους και κέρδη στη Σοφοκλέους, τότε σε έναν νέο ανοδικό γύρο οι ξένοι και οι δείκτες… παραμερίζονται και όλοι, από τη Νέα Υόρκη ως την ακριτική Αλεξανδρούπολη, οσμίζονται το κέρδος και τρέχουν να το αποκομίσουν ασχέτως τεχνικών αναλύσεων, p/e, pbv και άλλων μεθόδων αποτίμησης που την τελευταία διετία… περνούν μια κρίση γενικώς!



